Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Οικογενειακή Γιορτή

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σε όλους! Άργησα αλλά ήρθα –αν και ούτε εγώ δεν περίμενα ότι θα συνέβαινε ποτέ αυτό. Να βρίσκομαι εδώ. Ή εκεί, εν πάση περιπτώσει, αφού, στην πραγματικότητα, βρίσκομαι πάντα εδώ, στο γραφείο μου από ξύλο, σκόνη, καπνό και άλλα υλικά, στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας του Ζωγράφου. Ήδη από τη σημερινή, πρώτη ηρωική μου προσπάθεια να εγγραφώ σ’ αυτή την ψηφιακή οικογενειακή γιορτή, ξεκόλλησε το πλήκτρο του όμικρον από τον υπολογιστή μου. Οποιοσδήποτε άλλος θα καταλάβαινε τον κάκιστο οιωνό, θα προβληματιζόταν και θα τα παρατούσε –όχι εγώ, όμως. Έτσι, ελπίζω ότι δεν θα δικαιωθεί η αποστασία του όμικρον αλλά η επιμονή μου να λάβω μέρος στο πανηγύρι. Λογικά, θα είμαστε εδώ για να το δούμε.
Υπάρχει μια σχετική αμηχανία, προς το παρόν, και αυτό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι οι περισσότεροι από σας δεν με ξέρετε. Αλλά θα σπάσει ο πάγος. Σε όλες τις οικογενειακές γιορτές αυτό γίνεται, άλλωστε. Σιγά-σιγά. Έπειτα, στην πραγματικότητα, έχουμε ήδη συναντηθεί. Πολλές φορές. Έχουμε βρει ο ένας τον άλλο στις σελίδες των αγαπημένων μας συγγραφέων, στις σελίδες των βιβλίων που ξεχωρίσαμε και, φυσικά, των βιβλίων που ευχηθήκαμε να μην είχαμε διαβάσει ποτέ. Συναντηθήκαμε σε τόσες σελίδες, τόσες πολλές φορές ώστε είναι μάλλον αναμενόμενο το οικογενειακό κλίμα που αισθάνομαι, έστω και επιφορτισμένο ακόμα με την αναμενόμενη αμηχανία της πρώτης εξωλογοτεχνικής γνωριμίας. Είμαστε όπως τα μακρινά ξαδέρφια που, σχεδόν εγκυκλοπαιδικά, γνωρίζουν το ένα την ύπαρξη του άλλου αλλά, κάποτε, όταν έρχεται η στιγμή που οι χοντρές θείες –δεν ξέρω γιατί οι θείες συνηθίζουν να είναι χοντρές αλλά αυτό δεν έχει σημασία- κάνουν τις επίσημες συστάσεις, αυτά κοιτάζονται βουβά, επιφυλακτικά και ελαφρώς καχύποπτα.
Φταίει το ανοίκειο νέο περιβάλλον. Η απουσία των σελίδων. Η απουσία της μοναχικής πολυπληθέστατης γιορτής μας. Κάτι τέτοιο.
Αλλά είναι παροδικό και το ξέρουμε. Οι θείες αποσύρονται και τα ξαδέρφια τα βρίσκουν για να ανάψει το γλέντι. Τα βιβλία κλείνουν και μας μένουν τα πρόσωπα για να σιγουρευτούμε ότι όντως βρήκαμε αυτό που ψάχναμε στις σελίδες. Που δεν ήταν οι ιδέες και οι λέξεις αλλά οι ολοζώντανοι Φίλοι και οι Συγγενείς. Όλοι εμείς, που συναντιόμαστε σε όλες τις ώρες της ημέρας, σε όλες τις χώρες του κόσμου, χωρίς την απαραίτητη μεσολάβηση του υπολογιστή και, φυσικά, χωρίς κανένα συμφωνημένο ραντεβού –αυτά είναι περιττές τυπικότητες στο σόι μας. Νομίζω ότι συμφωνείτε. Αλλιώς γιατί να είστε εδώ, εκεί ή οπουδήποτε αλλού, σ’ αυτή την αχανή έκταση της αγίας οικουμενικής μας οικογένειας;
Γι’ αυτό, Φίλοι και Συγγενείς, επιτρέψτε μου να μην συστηθώ, όχι αναλυτικά, τουλάχιστο –η χοντρή θεία δεν είναι ποτέ παρούσα όταν την χρειάζεσαι για να σε βγάλει από τη δύσκολη θέση. Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι πεθαίνετε από αγωνία να με γνωρίσετε αλλά θα σας κάνω το χατίρι να μην σας απαλλάξω εντελώς από αυτή την αγωνία. Ονομάζομαι Κυριάκος Μαργαρίτης, κατάγομαι από την Κύπρο και ζω σ’ αυτό τον θαυμάσιο πέμπτο όροφο εδώ και εφτά χρόνια. Όπως και οι περισσότεροι από εσάς, τους Φίλους και Συγγενείς μου, όταν δεν είμαι απασχολημένος να γνωρίζω κόσμο στις σελίδες που λέγαμε, γνωρίζω κι άλλο κόσμο στις σελίδες που δεν είπαμε ακόμα, σ’ αυτές που γράφω εγώ. Συμφωνώ ότι η οικογένειά μας έχει τρελαθεί να βγάζει συγγραφείς αλλά, εντάξει, στις μέρες μας, ποτέ δεν είναι αρκετοί, όπως όλοι ελπίζουμε.
Φέτος έχω συμπληρώσει τα 10+1 χρόνια που δηλώνω ότι είμαι συγγραφέας –ξεκίνησα μάλλον νωρίς- και όλο και περισσότεροι φαίνεται να πείθονται και να συμφωνούν μαζί μου. Αντίθετα με το πλήκτρο του όμικρον, αυτός είναι ένας καθώς πρέπει άριστος οιωνός. Σκέφτομαι την άγνωστη φίλη μου Λεμονιά Παλασσοπούλου, για παράδειγμα, που είπε, κάποτε, ότι έγραψα ένα καταπληκτικό αστυνομικό μυθιστόρημα και που, αν και δεν το ξέρει, έχει ήδη γίνει νονά της ηρωίδας μου Λεμονιάς που θα γεννηθεί σε ένα-δυο χρόνια. Ή ο άγνωστος φίλος –αλλά γνωστότατος συγγραφέας και στενός συγγενής μου από τη μεριά της γαλλογερμανικής γραμμής του σογιού- Αύγουστος Κορτώ που είπε ότι ένα κείμενό μου το βρήκε αριστούργημα. Τους ευχαριστώ και τους δυο με καθυστέρηση μηνών, τώρα που έχω αρχίσει να ξεμουδιάζω και να μπαίνω στο κλίμα του πάρτι.
Ναι.
Όπως είδατε, δεν χρειάζεται πάντα η παρουσία της χοντρής θείας για να παινέψει κανείς τον εαυτό του. Συγγνώμη γι’ αυτό –αλλά τώρα νιώθω λιγότερο άβολα. Επανέρχομαι, λοιπόν, στην εορταστική ατμόσφαιρα για να απαντήσω στο φλέγον ερώτημα που, υπό άλλες συνθήκες, θα μας έκανε όλους να χάσουμε τον ύπνο μας. Αναφέρομαι στο πανάρχαιο ενοχλητικό γιατί;
Γιατί εγώ;
Γιατί σ’ εσάς;
Γιατί εδώ / εκεί / αλλού;
Γιατί τώρα;
Λοιπόν, Φίλοι και Συγγενείς, όπως σε όλα τα παρόμοια πανάρχαια και εξίσου ενοχλητικά ερωτήματα, όπως κάθε φορά που παίρνουμε αποφάσεις προσπερνώντας λιγότερο ή περισσότερο διακριτικά την πληθώρα των διλημμάτων μας, η αδιαπραγμάτευτη, γενναία απάντηση είναι –
Γιατί όχι;
Βλέπετε, ανήκουμε σ’ αυτή την οικογένεια των προσωπικών σελίδων, σ’ αυτή την πατρίδα ή τη μητρίδα που είναι η βιβλιοθήκη μας των ζωντανών, αγαπημένων προσώπων και ξέρουμε καλά ότι, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζεται με σθένος σε διάφορες επιστημονικές θεωρίες, εντούτοις, στη δική μας ζωή, στην πραγματική και ουδόλως εικονική ή φασματική μας ζωή, τα αποτελέσματα προηγούνται. Τις αιτίες θα τις βρούμε μετά και θα τις βρούμε έτσι οικογενειακά, όλοι μαζί. Γιατί, πολύ απλά, δεν γίνεται αλλιώς. Γιατί κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε κάτι τέτοιο όσο είναι μόνος του. Γιατί τα διλήμματα δεν υπερβαίνονται ποτέ αν αυτοί που θα επιχειρήσουν την υπέρβαση δεν είναι τουλάχιστο τρεις.
Μαγικός αριθμός, έτσι δεν είναι; Υπερβατικός. Και νομίζω ότι είναι κατάλληλος για την περίσταση –για κάθε περίσταση. Κανείς δεν σώζεται μόνος. Είναι ευτύχημα, λοιπόν, που η οικογένειά μας, με όλες τις παιδικές της ασθένειες, πάντως δεν πάσχει από υπογεννητικότητα. Πληθαίνουμε ως πρόσωπα μαζί με τις λέξεις και, ώρες-ώρες, το φλέγον ερώτημα που λέγαμε αντιστρέφεται και τίθεται στο μυαλό μου περίπου ως:
Γιατί άργησες τόσο;
Βέβαια, είναι ρητορικό και είναι αποκλειστικά εις εαυτόν, το εν λόγω ερώτημα. Ας το προσπεράσουμε. Στην οικογένειά μας, Φίλοι και Συγγενείς, κανείς δεν αργεί. Και κανείς δεν λείπει. Απλώς, έρχεται, εμφανίζεται κάποια στιγμή και χτυπά το κουδούνι. Και όσοι είναι ήδη εκεί του ανοίγουν και τον υποδέχονται. Κάπως έτσι. Η γιορτή δεν περιμένει κανέναν για να ξεκινήσει και δεν σταματά, ευτυχώς, όποιος κι αν αποφασίσει να φύγει. Απλώς, όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά γιατί, όπως και να το κάνουμε, αλλιώς γιορτάζουν οι γονείς με τα δυο παιδιά τους κι αλλιώς το σόι που χρειάζεται την πλατεία ενός μικρού χωριού για να στρατοπεδεύσει. Έτσι είναι.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, νομίζω ότι είναι καιρός να βάλω μια τελεία. Θα τα πούμε ξανά, όλοι μαζί ή ο καθένας στις δικές του σελίδες καθώς η γιορτή θα διαρκεί. Δεν σας ασπάζομαι, Φίλοι και Συγγενείς, διότι –πάλι καλά- οι ασπασμοί δεν ψηφιοποιούνται. Είπαμε να ενταχθούμε στο θαυμαστό καινούριο κόσμο του Internet αλλά υπάρχουν και μερικά πράγματα που επιμένουν να μην αλλάζουν. Τα φιλιά είναι από τα πρώτα στη δική μου λίστα. Ας τα κρατήσουμε για τις άλλες σελίδες, τις πραγματικές και, οι πιο τυχεροί από μας, ας τα ξοδέψουν στις ακόμα καλύτερες, στα αγαπημένα πρόσωπα που βρίσκονται στην ευεργετική απόσταση της μοναχικής μας ανασφάλειας για να την καταργούν και να διευκολύνουν την καθημερινή, ήσυχη, μικρή μας υπέρβαση, αυτήν που με πολύ πιο όμορφα λόγια κάποιοι καλύτεροι από εμάς την είπαν Ζωή.
Και το εννοούσαν.
Σας χαιρετώ όλους από τον πέμπτο όροφο που μου επιτρέπει να διακρίνω όσο ουρανό χρειάζομαι για να πανηγυρίζω το δειλινό σ’ αυτό το εύθυμο οικογενειακό μας κλίμα εδώ, εκεί και, βέβαια, πάντα, μα πάντα κάπου αλλού.