Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Ο Θάνατος Είναι Προσωπική Υπόθεση

Τελικά, δεν τρομάζει κανείς, αδερφέ.
Πάντα πίστευα ότι αν είχαμε μιαν ελπίδα να νικήσουμε τον φόβο θα χρειαζόταν προηγουμένως να τρομάξουμε και να θελήσουμε την ελευθερία.
Αλλά δεν τρομάζει κανείς.
Χιλιετίες φρίκης, αργός συσσωρευμένος θάνατος, συντρίμμια και ερείπια, θυσίες, φόνοι, αποκεφαλισμοί, βασανιστήρια, ξεκοιλιασμένα πτώματα, τσιμπούσι όρνιων, στοιχειωμένες κραυγές, εκτοπισμοί και απώλεια, απέραντη παγκόσμια ερημιά και απουσία, θέατρο πεινασμένων κανιβάλων, σερβιρισμένα κορμιά και ματωμένα σαγόνια, ανθρωποφαγία και λαγνεία νεκροταφείου, έρωτες φτήνιας και σαχλά ρομάντζα, χαζό ανύπαρκτο χιούμορ, μελοδράματα και στείρα δράματα, μιζέρια και ηλίθια μελαγχολία, εξυπνάκηδες χαλαροί ευγενείς, υπερήλικες έφηβοι, σκυλιά έρμαια κομμάτων, ιδεών, εκκλησιών κρεοπωλείων, μαύροι και κόκκινοι μακελάρηδες, διεκδικητές διαδηλωτές υπερασπιστές, στημένες φάρσες, μασκαρεμένη χαρά σε ένα σαλόνι κυριών, ψυχολογικές κορδέλες, βαρύγδουπες κενές φανφάρες, άγονη άνυδρη γη, χέρια λεπίδες, βιτριολικά βλέμματα, αναιδής αδιατάρακτη ψυχραιμία, γέλια γκριμάτσες βλακείας, ηλεκτρονικά ανδρείκελα, ψηφία, αριθμοί, λέξεις αυτόχειρες, συλλογικός αυνανισμός οργιώδης, ανόητος, ροζ συννεφάκια και λουλούδια πλαστικά, φιλανθρωπία συρμού, φιλιά σκονάκια τηλεοπτικά, γιορτή που ψεύτισε, ξέφτισε, ξεγελασμένη συνάντηση, συναγωγή παγίδα, ένα γαϊτανάκι από ψεύτες και τώρα ανοίγει η ροζ σαμπάνια να ανάψουν τα βεγγαλικά και τα πυροτεχνήματα –
Μια μαζική αυτοκτονία να ξορκίσουμε τη μοναξιά μας.
Τι αποτυχημένα πειράματα, τι χαραμισμένες δυνατότητες που είμαστε, αδερφέ.
Και δεν τρομάζει κανένας.
Δεν ξέρουμε πόσο αδίσταχτοι πουριτανοί είμαστε, πόσο αμείλικτοι ιεροεξεταστές.
Ζήσαμε πάντα μόνο μόνοι καταβροχθίζοντας ο ένας τον άλλο και τώρα γεράσαμε και γελώντας χαζά συναντιόμαστε να αυτοκτονήσουμε όλοι μαζί γιατί είναι άβολο να πεθαίνεις και θέλουμε λίγη πρόχειρη άψυχη συντροφιά για να μην χάσουμε ούτε στιγμή την αυταπάτη και το ψέμα μας, ούτε καν την τελευταία στιγμή.
Αλλά ο θάνατος είναι προσωπική υπόθεση.
Αλλά η μοναξιά δεν είναι συννεφένια γκόμενα, είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα και νούμερο γερμανικό για τους φαντάρους –θεσπέσια τρελή, τρύπια και μόνη, η Γώγου θα αυτοκτονούσε πάλι λίγο πιο όμορφα από αυτό που πάμε να κάνουμε, λίγο πιο αυθεντικά από αυτό που ήδη κάνουμε.
Έχω έναν τάφο πρόχειρο στα ερείπια και λέω να φεύγω και να μείνω εκεί, να εξαπολύσω τον τρελό μου καμπούρη με ένα χέρι νευρόσπαστο και φαλλικό να πηδήξει το χάος, να φέρει ένα καρναβάλι του Λόγου που δεν φανταστήκαμε στα αστεία, πουριτανικά ξετσίπωτα καλοστημένα όνειρά μας, να προσκομίσει ένα ζωντανό πανηγύρι του ξυπόλητου σταυρωμένου καρνάβαλου που επιστρέφει αναστημένος και μόνος με όλους μαζί τους ζωντανούς να κρατά ανοιχτή τη γιορτή, να κρατά ακόμα ανοιγμένο το θαύμα, το θαύμα –
Όχι αυτή τη σαχλαμάρα, όχι αυτή τη μαζική αυτοκτονία των άφοβων και των ατρόμητων και των γενναίων.
Έχω έναν τάφο ήδη σκαμμένο που περιμένει μαζί με τους δειλούς και με τους τρομαγμένους και σκέφτομαι σιγά-σιγά να πηγαίνω, ένα ρεβόλβερ παλιό θα μου ανοίξει τα βλέφαρα, το κοράκι με το σπασμένο φτερό θα πετάξει πάνω από τα μνήματα και θα θροΐσει ο ευκάλυπτος και το κυπαρίσσι γιατί στον τόπο μου μπορούν και θροΐζουν τα κυπαρίσσια με τις ανάσες των νεκρών και τις καρδιές τους στα κλαδιά κυπαρισσόμηλα.
Υπάρχει ακόμα κάπου αυτή η γιορτή που ζητήσαμε, αδερφέ, το υπόσχομαι ότι υπάρχει αλλά τώρα ίσως έμεινε ο τάφος, τώρα που γκρέμισαν τα είδωλα και οι βασιλιάδες γυμνοί παρελαύνουν ακόμα και οι άφοβοι υπήκοοι επιμένουν και χειροκροτούν και γιορτάζουν ανόητα αυτή την άνοστη φάρσα που οι ψεύτες την είπαμε ζωή –έμεινε ο τάφος να γυρίσουμε σπίτι μας.
Ο θάνατος είναι προσωπική υπόθεση. Θα βρεθούμε ξανά όταν από τις κάσες των νεκρών θα πεταχτούν αληθινά λουλούδια.
Πρώτη των Χαιρετισμών χθες, γυναικείος ψαλμός, την πάσαν ελπίδαν μου εις Σε ανατίθημι –τι πρελούδιο θρήνου, τι προοίμιο τάφου.
Τι προσδοκία μιας ανάστασης.
Θα βρεθούμε την άνοιξη καθώς θα ξεπετάγονται από τα φέρετρα λουλούδια.
Σκόνη και άδεια σύννεφα και ίσως είναι καιρός να κατεβάσω τα ρολά σ’ αυτό τον όροφο γιατί θα με ρωτήσει η άνοιξη τι κάναμε και δεν ξέρω να πω την αλήθεια και φοβάμαι να πω πώς και πόσο πεθάναμε.
Πώς και πόσους σκοτώσαμε.
Και δεν τρομάξαμε.
Ούτε ένας.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Η Καρδιά Δεν Ραγίζει Ποτέ

Ειδάλλως, Φίλοι και Συγγενείς, θα είχαμε όλοι προ πολλού τινάξει τα πέταλα.
Αλλά η καρδιά δεν ραγίζει. Ας μην φοβόμαστε. Ας μην αγχωνόμαστε. Η καρδιά του ανθρώπου είναι πολύ πιο δυνατή από όσο νομίζουμε. Δεν μπορεί να ραγίσει έτσι εύκολα. Ούτε δύσκολα. Με τίποτα δεν μπορεί να ραγίσει η καρδιά.
Άλλα είναι που ραγίζουν, όσα την συγκρατούν κλεισμένη στους πάγους, όσα συσσωρεύτηκαν γύρω και πάνω της και δεν την αφήνουν να νιώσει στ’ αλήθεια τον ίδιο τον εαυτό της. Ραγίζουν τα επικαλύμματα και τα προστατευτικά στεγανά, η φυλακή της καρδιάς. Ραγίζει ο άπειρος θλιβερός παγετώνας του ειδώλου μας.
Έτσι νομίζω ότι μαλακώνει η καρδιά. Και δυναμώνει και φλέγεται. Και ελευθερώνεται η καρδιά από τα ψέματά μας.
Είναι οδυνηρές οι ρωγμές, φυσικά και είναι. Πάντα όταν αφαιρούνται οι χειροπέδες αισθάνεται κανείς ένα οξύ πόνο στους καρπούς –δεν πάει να πει ότι έχουν σπάσει τα χέρια, τα δεσμά έσπασαν. Είναι άβολη η ελευθερία και ποιος θα τολμούσε να βαδίσει στην έρημο αφήνοντας την ασφάλεια της χιλιετούς σκλαβιάς στους Φαραώ; Η φυλακή συνηθίζεται. Η ελευθερία δεν συνηθίζεται ποτέ.
Η ελευθερία κερδίζεται για να χαριστεί –κάθε μέρα.
Κάποτε χρειάζεται να συμβεί η έξοδος στην έρημο, κάποτε πρέπει να ραγίσουν οι πάγοι. Κάποτε πρέπει να συμβεί –έστω από μόνο του, έστω από καταστάσεις και συνθήκες που δεν τις ελέγχουμε. Προτού πεθάνει, η καρδιά χρειάζεται να ζήσει. Εμείς χρειάζεται να ζήσουμε. Οι ρωγμές είναι οδυνηρές αλλά λυτρώνουν.
Η καρδιά πονά –αλλά δεν ραγίζει γι’ αυτό δεν χρειάζεται να φοβόμαστε.
Δεν γίνεται αυτόματα, δεν είναι εύκολο ή απλό. Ποιος είπε ότι είναι εύκολη η Αγάπη; Αν ήταν, θα την λέγαμε κάτι άλλο –μίσος, φιλανθρωπία ή συγκατάβαση. Ανοχή, ηθική συνείδηση ή συναλλαγή.
Ας συνεχίσουμε να την λέμε Αγάπη. Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για ποιο πράγμα μιλάμε –όχι εγώ, τουλάχιστο- αλλά ας επιμείνουμε να την λέμε Αγάπη.
Και ώσπου να ραγίσουν και να σπάσουν, να λιώσουν αυτοί οι πάγοι του μηδενός, ώσπου να επικαλεστούμε και να μάθουμε την ελευθερία μας –λοιπόν, ως τότε, όπως λέει ένας πολύ μεγάλος συμπατριώτης μου ποιητής:

Ας μείνουμε με την υποψία μας,
ας μείνουμε με το «άραγε»,
ας μείνουμε με το «μήπως»,
ας μείνουμε με το πρώτο δισταχτικό άλφα,
με την πρώτη δισταχτική ψιλή.
(Κώστας Μόντης)

Γιατί είναι πολυτονική η Αγάπη και πολύτροπη και σ’ αυτήν γεννηθήκαμε και γι’ αυτήν γεννηθήκαμε και, ίσως-ίσως, κάποια στιγμή να μας δοθεί να την μάθουμε και να την γίνουμε έτσι όπως ταιριάζει σε αυτό που ανεπίγνωστα είμαστε.
Ας μείνουμε με τη σιωπηλή βεβαιότητα αυτού του ίσως.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Κι Έτσι Φοβισμένοι Αυτοκτονούμε Στην Τελειότητα

Έχω κατά νου, Φίλοι και Συγγενείς, τη μαγγανεία του φόβου και τα τέκνα του. Έχω κατά νου την καθολική δική μας τελειομανία. Ευγενές ελάττωμα έτσι όπως το παρουσιάζουμε στην αερολογία της καθημερινότητας. Αλλά η γλώσσα ξέρει καλύτερα από εμάς ακόμα κι όταν δεν την ακούμε, ξέρει καλύτερα και συγκρατεί υπόγεια τις σημασίες για όταν κάπως θα μεγαλώσουμε μαθαίνοντας την όντως ακρόαση.
Να βαφτίζεις ελάττωμα αυτό που αρνείται τα ελαττώματα –ψέμα δεν είναι; Να βαφτίζεις ελάττωμα την ψυχασθένεια που μας αρνείται την ίδια τη ζωή –πώς ψευτίσαμε έτσι τη γλώσσα και πώς ψευτίσαμε έτσι την ύπαρξή μας; Ας είναι. Συγκρατούνται οι σημασίες υπόγεια και σκάβοντας μόνο μπορεί να πλησιάσουμε τον αληθινό Λόγο, σκάβοντας παράφορα ώσπου να αραιώσουν τα ερείπια αυτού του παγκόσμιου μύθου που μας υπαγόρευσε ο φόβος. Που τον πιστέψαμε.
Λοιπόν, ναι: η τελειομανία. Η μανία με την τελειότητα. Η μανία με το τέλος. Η μανία με τον αναθεματισμένο τον θάνατο που τον φέρνουμε στο καθ’ ημέρα και τον υπηρετούμε ασταμάτητα. Η τελειομανία –τι ωραίο όνομα που σκαρφιστήκαμε για να μεταμφιεστεί το ένστικτο θανάτου που αναστέλλει διαρκώς τη δυνατότητά μας, την όντως έσχατη δυνατότητά μας για αληθινή ερωτική κοινωνία, για αυθεντική σχέση –για τη ζωή έτσι όπως μόνο μπορεί να είναι ακέραιη, πραγματική ζωή.
Εγκλωβισμένοι στην τελειομανία μας, έχουμε αστοχήσει κι έχουμε προσλάβει τη ζωή ως εκκρεμότητα, ως κάτι με το οποίο χρειάζεται να τελειώνουμε, να ξεμπερδεύουμε. Οι συναντήσεις μας, οι επαφές μας, οι έρωτες και οι γιορτές μας –εκκρεμότητες που χρειάζεται να διεκπεραιωθούν, να τελειώσουν, να τελειοποιηθούν. Να ξεμπερδεύουμε –για να κάνουμε τι; Για να ξεμπερδέψουμε ξανά, σε αυτή την ακολουθία της κάλπικης απόλαυσης που μας έχει στερήσει την αληθινή χαρά, τη χαρμολύπη μας. Τι μπακαλίστικη νοοτροπία σε αυτή την εκλεπτυσμένη εκδήλωση του πιο σκληρού εγωκεντρισμού, της χρυσής φυλακής στον ατομικό-συλλογικό εγωισμό μας. Τι εμπορικό πνεύμα συναλλαγής που καθορίζει την κίνησή μας προς τον άλλο μέσα στο φοβικό σύνδρομό μας, μέσα στο σύμπλεγμα αυτής της μανίας με το τέλος, της μανίας με την τελειότητα.
Στη θέση της συνέχειας έχουμε ήδη προκρίνει μιαν εύκολη και γρήγορη και πρόχειρη συντέλεια και ανακυκλώνουμε μιαν επιθυμία κενή και μετέωρη, άσαρκη, φασματική. Μιαν επιθυμία τελείως απρόσωπη. Κι έτσι ακριβώς φοβισμένοι αυτοκτονούμε καθημερινά για χάρη της τελειότητας, αυτής της φτηνής φαντασίωσης που έχει υποκαταστήσει το ατέλεστο τέλος της καθ’ ημέρα δημιουργικής χειρονομίας, της καθ’ ημέρα διάνοιξής μας προς τον άλλο άνθρωπο, προς τον ίδιο τον εαυτό μας.
Είναι επικίνδυνη η ελευθερία από τον εγωκεντρισμό μας, η ελευθερία να δοθείς, η ελευθερία να ζεις σε διαρκή κοινωνία –η ελευθερία, ας πούμε, να πλένεις τα πιάτα, η εναγώνια ελευθερία να νοιάζεσαι, να σηκώνεις το βάρος του άλλου.
Η σκέψη της ελεύθερης σχοινοβασίας κουράζει και τρομάζει και ο φόβος γεννά τελειομανία, γεννά όρους και προϋποθέσεις, θέτει όρια, θέλει στέρεα εδάφη, ας είναι ψεύτικα, δεν έχει σημασία, αρκεί να υπάρχουν, αρκεί να υπάρχουν στεγανά, ασφάλεια, αυτό-προστασία. Αρκεί να είναι όλα τέλεια, τελειωμένα, σαφή, προκαθορισμένα και προγραμματισμένα, προσχεδιασμένα. Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς, εδώ και χρόνια το όνειρο του ανθρώπου ήταν να γίνει μηχανή. Φυσικά, για να γίνεις μηχανή πρέπει να μάθεις να φέρεσαι σαν μηχανή και, από αυτή την άποψη, είμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Θα τα καταφέρουμε να τελειοποιηθούμε. Θα τα καταφέρουμε να αυτοκτονήσουμε, ήδη έχουμε κάνει τεράστια πρόοδο.
Έτσι θα σωθούμε από την επισφαλή ελευθερία να είμαστε ζωντανοί. Θα σιγουρευτούμε ότι δεν υπάρχει, πια, κανένα ρίσκο για να πάρουμε, κανένα ελάττωμα, καμιά ατέλεια για να φοβηθούμε. Στη στείρα, νεκρή τελειότητα της μηχανικής ύπαρξής μας, θα είμαστε ασφαλείς, βέβαιοι –μια υπέροχη εγγυημένη επιτυχία.
Ναι. Ναι –αλλά.
Δεν μπορεί να είναι αυτός ο μόνος τρόπος, Φίλοι και Συγγενείς. Είμαστε ο καθένας μια ίδια και ανόμοια θεϊκή δυνατότητα. Δεν μπορεί να είναι τόσο ανίκητη αυτή η δικτατορία του φόβου, αυτή η δικτατορία της τελειότητας. Σκέφτομαι ότι χρειάζεται να αφεθεί μόνος ο Πυγμαλίωνας να λατρεύει το ζωντανεμένο άγαλμά του, την τελειότητα της μορφής –παρεμπιπτόντως: σκεφτήκαμε ποτέ ότι αυτή είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που ο άνθρωπος αρχίζει να ερωτεύεται κούκλες από καουτσούκ; Μετά ήρθε ο φετιχισμός των Ναζί και τώρα φτάσαμε στις διαδικτυακές τσόντες. Όπως είπα: τεράστια πρόοδος.
Τέλος πάντων.
Μου φαίνεται ότι είναι καιρός να γυρίσουμε πίσω –στο παρόν. Είναι καιρός να ελαττωθούμε για να χωρέσουμε όλοι, για να συναντηθούμε όλοι. Η μανία με το τέλος μπορεί να γίνει αυθεντική σκέψη του τέλους, μνήμη θανάτου που θα μας ρίξει πίσω στη ζωή, που δεν θα καταπιέσει αλλά θα ελευθερώσει το μόνο αληθινό μας ένστικτο, το ένστικτο για ζωή, για πραγματική κοινωνία προσώπων. Το εορταστικό ένστικτο. Το εορταστικό πρόσωπό μας. Αντί για τη σπουδή να τελειώνουμε με όλα αυτά, ίσως χρειάζεται η θέληση να αρχίσουμε, η θέληση να συνεχίσουμε. Να καταργήσουμε το μέγα θάνατο του κόσμου. Νομίζω ότι είναι καιρός να επιθυμήσουμε παράφορα αυτή την κατάργηση και για να το κάνουμε χρειάζεται, κάποτε, να σκεφτούμε το τέλος, να σκεφτούμε την τελειότητα ως αυτό που όντως είναι: το ακριβές αντίθετο της πραγματικής ζωής, το αντίθετο αυτής της ερωτικής δημιουργίας που δεν έχει κανένα τέλος και που δεν θα είναι ποτέ τέλεια γιατί δεν μπορεί να είναι, δεν μπορεί να καταλύσει και να εκχωρήσει την ολοζώντανη, δημιουργική ελευθερία της για χάρη καμιάς τελειότητας.
Κάποτε θα πρέπει να διακόψουμε την αυτοκτονία μας και να δοκιμάσουμε κάτι άλλο.
Να ελαττωθούμε. Να θέσουμε σε εφαρμογή ένα άλλο, ένα έλασσον γίγνεσθαι , τέλεια ατέλεστο, διαρκές, αδιάλειπτο.
Να αντιστρέψουμε την κίνηση: από το θάνατο στη Ζωή, με όλο το συναρπαστικό της ρίσκο. Ο φόβος μας μπορεί πάντα να γίνει αυθεντική αγωνία για ζωή και συνάντηση –που είναι το ίδιο πράγμα. Η αυθεντική μνήμη θανάτου μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει πολύς χρόνος κι έτσι χρειάζεται να γίνουμε χρόνος, χρειάζεται να βιώσουμε τον χρόνο και να τον προσφέρουμε ο ένας στον άλλο.
Ό,τι είμαστε, Φίλοι και Συγγενείς –έτσι πιστεύω- βρίσκει το νόημά του, δικαιώνεται και υπάρχει αληθινά στο βαθμό που προσφέρεται, στο βαθμό που υπάρχει ένας άλλος να προσλάβει, να δεχτεί την προσφορά.
Είμαστε και γινόμαστε ο εαυτός μας, το πρόσωπό μας, στο βαθμό που ανοιγόμαστε προς τον άλλο, στο βαθμό που κινούμαστε δοτικά και έξω από όρους και προκαθορισμένα περιγράμματα. Αυτή η κίνηση δεν μπορεί να είναι ποτέ τέλεια, δεν θα τελειοποιηθεί, δεν θα τελειώσει, δεν θα συντελεστεί ποτέ.
Ό,τι υπάρχει βρίσκει το μέτρο του αυθεντικού του νοήματος, τελεσφορεί ατέλεστα και ατελώς για όσο συμμετέχει στην ενότητα του αληθινού Λόγου, για όσο συμμετέχει στην Αγάπη.
Και έξω από την Αγάπη τίποτα, τίποτα απολύτως δεν έχει το παραμικρό νόημα.

Λοιπόν, καλή μας χρονιά, Φίλοι και Συγγενείς. Ίσως-ίσως μπορεί ακόμα να γίνει πραγματικά νέα και καινούρια χρονιά, πέρα από ημερολογιακές μεταμφιέσεις, σε μιαν οντολογική μεταμόρφωση -σε μιαν ενθουσιαστική καινουργεία. Κάθε μέρα ανασαίνει η δυνατότητα για κάτι τέτοιο, κάθε μέρα είναι παραμονή γι' αυτή την ατέλειωτη δυνητική πρωτοχρονιά.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Λογοτεχνία Σημαίνει Να Πλένεις Τα Πιάτα

Φυσικά, Φίλοι και Συγγενείς, φυσικά και σημαίνει ακριβώς αυτό! Και πολλά άλλα.
Λογοτεχνία σημαίνει να πενθείς για τις χαραμισμένες δυνατότητες, για την απουσία που καλλιέργησες, για την έρημο που πολλαπλασίασες, για το κακόγουστο είδωλο που υποκατέστησε το πρόσωπό σου, για την ασφάλεια της αλαζονικής κακομοιριάς που προκρίθηκε αντί για το δόσιμο στην πιο ριψοκίνδυνη ελευθερία να υπάρχεις αληθινά, να υπάρχεις σε αληθινή κοινωνία με τον άλλο.
Λογοτεχνία σημαίνει να πενθείς έτσι δημιουργικά, να πάσχεις κάθε μέρα το πένθος για όλο αυτό τον θάνατο του κόσμου, για την εγκατάλειψη και τον χωρισμό, τις αλλεπάλληλες ήττες, για την Ιστορία της ανθρωπότητας, για τη φτήνια και το ψεύτισμα της αγάπης, για την βαρετή, άνοστη τσόντα που βαφτίσαμε έρωτα, γι’ αυτή την τέλεια ανισορροπία όπου βυθιστήκαμε επειδή φοβηθήκαμε τη σχοινοβασία στην άβυσσο δίχως κανένα ψεύτικο δίχτυ ασφάλειας.
Λογοτεχνία σημαίνει να πενθείς για όλο αυτό τον φόβο που νομίσαμε ότι ξορκίζεται στην έχθρα και τη σύγκρουση, για όλο αυτό τον φόβο που μας έσπρωξε στο απόρθητο κάστρο του εγώ και των πολλών, στην ηθικολογία, την αξιολόγηση, την αισθητική και την ιδεολογία, για όλες αυτές τις εξωφρενικές ανοησίες που συσσωρεύτηκαν βουνό πάνω από τα κεφάλια μας και δεν μας αφήνουν να δούμε λίγο φως –κανένα φως.
Λογοτεχνία σημαίνει να πενθείς με πλήρη, αδίσταχτη επίγνωση για την προσωπική σου απουσία από αυτό εδώ το ζωντανό παρόν. Να πενθείς για τον θάνατό σου. Να πενθείς για την ατομική και συλλογική ιδιωτεία σου.
Κι έτσι πένθιμα, η λογοτεχνία σε μαθαίνει να σκάβεις μέσα σε όλα τα χαλάσματα των εποχών σου, όλων των εποχών του ανθρώπου. Λογοτεχνία σημαίνει πένθιμα να σκάβεις στα ερείπια αναζητώντας λίγη πραγματικότητα.
Γράφω σημαίνει σκάβω, σημαίνει γίνομαι τυφλοπόντικας και έχω τα μάτια στις σπασμένες πατούσες, στις άκρες των δαχτύλων και ψηλαφίζω κάθε μέρα τα ονόματα, τα ονόματα των ανθρώπων, αυτό που είμαστε και αυτό που ακόμα δεν έχουμε γίνει. Γράφω σημαίνει βαφτίζομαι ξανά μέσα στο θάνατο, μέσα στην καρδιά του θανάτου, σκύβω πλάι στα στόματα των νεκρών και γράφω με την ανάσα τους, ζωοποιούμαι εξαρχής με την ανάσα τους, μεταμορφώνομαι και αναποδογυρίζομαι, αυτό-ανατρέπομαι. Γράφω σημαίνει βαδίζω ανάποδα, με το κεφάλι κάτω, με το κεφάλι στην πρώτη ύλη, στη γη και το χώμα και το αίμα του κόσμου, περπατώ αντεστραμμένος και έχω τον ουρανό μιαν άβυσσο κάτω από τα πόδια μου, άλμα θανάτου και άλμα πίστης, ίδιο και ανόμοιο, περπατησιά με το κεφάλι κάτω, έτσι γράφεται η λογοτεχνία, έτσι μόνο μπορεί να πενθεί.
Έτσι γίνεται το πένθος επίκληση, αδίσταχτη, ψιθυριστή, παράφορα επίμονη και υπομονετική, αδιάλειπτη, μια πένθιμη επίκληση νόστου, επίκληση επιστροφής, επίκληση του Λόγου να γίνει σάρκα, να γίνει πάλι σάρκα, αυτό που έγινε μια και μοναδική φορά –προχθές, ναι- θα γίνει πάλι, θα γίνεται πάντα όσο το επικαλείται η λογοτεχνία και η λογοτεχνία αυτό ακριβώς έχει να κάνει και τίποτα άλλο, αυτό είναι το έργο της, αυτός είναι ο αληθινός της εαυτός –η πένθιμη επίκληση του Λόγου να ενσαρκωθεί στον άνθρωπο και να τον κάνει αυτό που είναι, άνθρωπος-λόγος, άνθρωπος-λόγος αγάπης.
Η λογοτεχνία δεν περιγράφει, δεν αναλύει, δεν εξηγεί, δεν ερμηνεύει, δεν αναπαριστά, δεν παρουσιάζει, δεν αναφέρει, δεν νοιάζεται για τις σκέψεις και τις ιδέες, δεν νοιάζεται γι’ αυτό που σκέφτονται οι άλλοι γιατί νοιάζεται για τους άλλους. Δεν διδάσκει, δεν νουθετεί, δεν ηθικολογεί, δεν εκφράζει συναισθήματα, δεν αισθηματολογεί, δεν αερολογεί και δεν κομπορρημονεί.
Η λογοτεχνία μιλά σωστάλαλεί ορθώς. Δεν είναι ορθολογική ή παράλογη. Αλλά μιλά. Μιλά τον ορθό Λόγο. Μιλά τον ζωντανό Λόγο, τη ζωντανή γραφή. Μιλά, αρθρώνει τον λόγο του πνεύματος, της σάρκας και της καρδιάς. Τον λόγο της ζωής.
Την Αγάπη.
Η λογοτεχνία συγγραφεί μετ’ έρωτος το πρόσωπο του ανθρώπου και εκεί επιστρέφουμε, μέσα στη λέξη του νόστου, στη λέξη όπου παίζεται η μοίρα του ανθρώπου, εκεί κατοικούμε, εκεί συναντιόμαστε με τον εαυτό μας και με τον άλλο. Η λογοτεχνία είναι συνάντηση προσώπων, επιστροφή, ο τρόπος να βρούμε ξανά τα χαμένα αγαπημένα μας πρόσωπα, να φτάσουμε εγκαίρως στη γιορτή και επειδή υπάρχει η λογοτεχνία πάντα, πάντα είναι εγκαίρως σε αυτό τον κόσμο για να ζήσουμε αληθινά μαζί, σε αληθινή κοινωνία, για να φάμε και να πιούμε αυτό τον χειροπιαστό Λόγο, αυτές τις λέξεις που είναι σώμα και αίμα και που τις φέρνει η λογοτεχνία, τις επικαλείται, μας συνεπαίρνει και μας συνεφέρνει μέσα σε αυτές να κοινωνήσουμε, να κοινωνήσουμε ο ένας στο μέγα μυστήριο του άλλου, του απώτατου και του εγγύτατου άλλου, του τελείως ίδιου και ανόμοιου –πάντα είναι εγκαίρως για όσο θα γράφεται λογοτεχνία, για όσο θα υπάρχει η αφήγηση.
Είμαστε λογοτεχνία.
Είμαστε άνθρωποι-λόγοι. Όχι ακόμα. Αλλά πάντα ήδη. Θα ζήσουμε, Φίλοι και Συγγενείς. Το υπόσχομαι ότι θα ζήσουμε περπατώντας ανάποδα –από το θάνατο στη ζωή. Κάθε μέρα.
Αυτή είναι η αστραπή και το θάμβος μας, η μυστική βροντή που ξανανάβει τις στάχτες, η πένθιμη επίκληση της λογοτεχνίας να έρθει και να ζήσει εντός μας ο Λόγος, να δούμε, επιτέλους, ο ένας τον άλλο έτσι όπως όντως είμαστε.
Και τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά που σημαίνει η λογοτεχνία;
Για παράδειγμα: να πλένεις τα πιάτα. Χμ. Κι όμως.
Φυσικά και σημαίνει να πλένεις τα πιάτα! Γελάτε, Φίλοι και Συγγενείς; Ακριβώς –η λογοτεχνία πενθεί για να μπορούμε εμείς ακόμα να γελάμε, για να μπορούμε ακόμα να χαιρόμαστε. Δεν μοιράζεται η λύπη της, δεν διαφημίζεται, δεν διαιρείται. Η χαρά –αυτή κοινωνείται. Αυτή είναι η κοινωνία.
Λογοτεχνία σημαίνει ζωή στο πολλαπλάσιο (Κέρτες)
Αλλά δεν χρειάζονται μαθηματικές πράξεις. Δεν χρειάζεται κανένας πολλαπλασιασμός.
Λογοτεχνία σημαίνει ζωή στο ακέραιο.
Λογοτεχνία σημαίνει να πλένεις τα πιάτα επειδή νοιάζεσαι, επειδή δεν θέλεις να αφήσεις τον άλλο -κατά προτίμηση τη γυναίκα της ζωής σου αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση- να το κάνει. Τόσο απλά –για ποιο μυστήριο νόμισες ότι μιλούσα; Μην σκέφτεται ανοιγμένους ουρανούς, επιφοιτήσεις, σημεία και τέρατα. Η λογοτεχνία δεν ασχολείται με ταχυδακτυλουργικά τρικ.
Σκέψου το Θαύμα.
Το μέγα θαύμα αυτού του καθημερινού νοικοκυριού, ας πούμε. Αυτό το νοιάξιμο –τι λέξη!- είναι η λογοτεχνία. Δεν μας μαθαίνει τρόπους συμπεριφοράς, δεν είναι τσελεμεντές για επιτυχημένη ζωή, ευτυχία, κόκκινες καρδούλες και κορδέλες και τα παρόμοια.
Λογοτεχνία είναι τρόπος να υπάρχεις, τρόπος να είσαι στο καθ’ ημέρα βίωμά σου. Να είσαι όλος -νους, καρδιά, σώμα- σε ό,τι κάνεις (παραφράζοντας Pessoa).
Η καρδιά της δεν είναι κόκκινη και χάρτινη και δεν κρύβει σοκολάτες, είναι σάρκινη και αιμάτινη και καίγεται, αναφλέγεται διαρκώς και μαγνητίζει σώμα και πνεύμα και ολοκληρώνει τον άνθρωπο, τον φέρνει όλο στην καρδιά, στην έδρα του είναι του και εκεί, εκεί ακριβώς γράφεται η Λέξη, εκεί γράφεται η λογοτεχνία του νόστου, της πιο μεγάλη επιστροφής, από εκεί εκφέρεται, με το στόμα της καρδιάς, το μέγα σύνθημα που καταστρέφει τα τείχη –
Schibboleth! (Celan)
Και βέβαια, Φίλοι και Συγγενείς, η λογοτεχνία δεν είναι εκφορά λόγου, δεν προφέρονται οι λέξεις της, δεν εκφωνούνται.
Η λογοτεχνία είναι ο Λόγος που προσφέρεται για να κοινωνηθεί, για να χορτάσει την άπειρη πείνα του ανθρώπου για Ζωή, η λογοτεχνία προσφέρεται για να ζήσει ο κόσμος. Η λογοτεχνία λογοδοτεί μέσα στη σιωπηλότητα της πένθιμης επίκλησής της και μας αφήνει να υπάρχουμε, μας ελευθερώνει να υπάρχουμε επιστρέφοντας ο ένας στον άλλο.
Η λογοτεχνία είναι προσευχή για όλο τον κόσμο.
Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Ο Λόγος έγινε σάρκα.
Στο υπόσχομαι ότι θα ζήσουμε.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Νόστιμα Έργα

Έτσι επιστρέφουμε, Φίλοι και Συγγενείς. Έτσι ίσως μπορούμε μόνο να επιστρέφουμε συνέχεια.
Ως έργα.
Και όχι ως εργάτες –
Χειμέριοι και ασπρόμαυροι, ερμητικοί, εγκαταλειμμένοι στην απουσία αυτής της στολισμένης με λαμπιόνια ερημιάς. Αποκλεισμένοι, απορριμμένοι εθελοντές στην παρατεταμένη εξορία ενός ανόητου κάποτε, δοσμένοι φανατικά στην υπηρεσία μιας απουσίας αδιάκοπης, ασυνεχούς. Κατακερματισμένοι όπως τα κουρελιασμένα προσωπεία της παραμόρφωσης, άμορφα όπως θροΐζουν τα δερμάτινα φύλλα στα κρανία μας –η φρίκη του άσαρκου, το ερωτικό αλυσιτελές του άσαρκου υπέρ-κόσμου μας, του φασματικού σύμπαντός μας. Ανέγγιχτοι από τη ζωή, αμέθυστα πέτρινοι δίχως αξία άλλη από της συναλλαγής και της μεταπρατικής ευστροφίας μας, αποίητοι, θωρακισμένοι και στείροι.
Ανεπίδοτοι, αφηρημένοι οργασμοί. Στρατιές από τέρατα τέκνα. Ένα τεράστιο μαγεμένο μηδέν που μας έπεισε ότι είναι το σπίτι και η πατρίδα, ο νόστος μας, ο τόπος που μπορεί να κατοικηθεί πάντα μόνο από έναν, χωρίς τον άλλο, χωρίς κανένα πρόσωπο, χωρίς εσένα. Αποκριάτικη φάρσα.
Γι’ αυτό χρειαζόμαστε τους καρνάβαλους. Μπλεγμένους φιτίλια, τιναγμένους στα σύννεφα, κάτι αέρινα κομφετί από πολύχρωμο καπνό, κάτι αστραπές που δεν διαπραγματεύονται τον εαυτό τους, δεν τον διαχειρίζονται, δεν τον επινοούν –μα τον προσφέρουν άνευ όρων. Τον δίνουν. Τον σαρκώνουν στο φως και στο λόγο τους, η ουρά ενός παγκόσμιου χαρταετού φτιαγμένη από τσαλακωμένες λέξεις, κεντημένο με γράμματα ένα αράχνινο διάστημα να χορέψεις με οχτώ ανείδωτα πόδια, να ζαλιστείς και να ησυχάσεις με μάτια κλειστά που μαθαίνουν να βλέπουν. Η ιπτάμενη βόλτα ενός έργου που συντίθεται συνέχεια, κάθε μέρα, μια μεθυσμένη αστραπή, ερωτευμένη και ντυμένη με ανθρώπινη σάρκα, μαρτυρία γυμνή στην άκρη του όρους, σε μια σπηλιά, στις οπές της γης, η συνουσία του φωτός και της λάσπης, ο οργασμός της πνοής και του χώματος.
Η δημιουργία. Η παρουσία. Η επιστροφή στο παρόν. Η επιστροφή στην ύπαρξή μας.
Επιστροφή πάντα μόνο σε εσένα.
Ο γνήσιος νόστος μας, η απομάγευση του μηδενός. Τσακισμένα τα τέρατα, προσωπεία-κουκούλια που απ’ το φλοιό τους βλασταίνουν τα πρόσωπα, ανοιξιάτικοι και ανοιγμένοι, όλοι εμείς, περιπατητικοί μιμητές των καρνάβαλων που τινάζονται και τινάζονται, ψιθυριστές της σιωπής που καταργεί τη Βαβέλ, κομιστές της γραπτής μας σιωπής που δικαιώνει τα χείλη να φιλούν, τα μάτια να υποδέχονται, τα πρόσωπα να φιλοξενούν, τα σώματα να συναντούν και να εκρήγνυνται ήχοι και χρώματα. Νόστιμοι όλοι σε μια ημέρα που δεν τελειώνει ποτέ. Η Πεντηκοστή που επιστρέφει με πόδια λιγωμένης αράχνης, φλόγες πάνω από τα κρανία μας και μέσα σ’ αυτά, οι γλώσσες της αστραπής, η αποκατεστημένη ομιλία, επιτέλους η γλώσσα που λύθηκε, ο λυγμός της ένα αιθέριο τελικό τραύλισμα και μετά όλα τα παλιά τραγούδια τραγουδισμένα από την αρχή, τραγουδισμένα από την καρδιά.
Στην καρδιά. Στην πατρίδα, στο σπίτι μας. Σ’ εκείνη τη γιορτή που λέγαμε, που δεν άρχισε και που δεν έπαψε ούτε για μια στιγμή.
Έργα των έργων των καρνάβαλων, έργα των έργων μας, έργα του Λόγου. Έτσι επιστρέφουμε, σιωπηλοί, σκυμμένοι στις λέξεις, αφημένοι εκεί, παραδομένοι, δοσμένοι στα έργα που μας δημιουργούν και μας γεννούν και που μας γίνονται –χειρονομία λυτρωτική, μεταμορφωτική της εξορίας που γίνεται οίκος και βασιλεία εντός μας, μεταμορφωτική του μηδενός που ακυρώνεται, της απουσίας που καταργείται, τελειώνει, εξανεμίζεται καθώς έρχεσαι. Ελεύθερα έργα, ριγμένα στο χώμα και στο διάστημα, αστροναύτες περιπατητές στο γαλαξία του άλλου προσώπου, επισκέπτες στο συμπάν του άλλου –
Στο σύμπαν σου, στο σύμπαν που είσαι, στο σύμπαν που σε είναι.
Έτσι μόνο ίσως επιστρέφουμε. Έτσι μόνο γεννιόμαστε. Η γέννησή μας –καμιά προϋπόθεση για κανέναν θάνατο, Φίλοι και Συγγενείς.
Η γέννα: προϋπόθεση μόνο της Ανάστασης. Προϋπόθεση της Αγάπης. Λυτρωτικά παράδοξη, η γέννα: έργο της Αγάπης.
Να γεννήσουμε τους γονείς μας, να γεννήσουμε τον Θεό. Για να γεννηθούμε. Για να γίνουμε.
Για να γινόμαστε.
Έργα πάντα των έργων μας. Έργα νόστιμα.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Μια Παρτίδα Ακόμα

Λοιπόν, Φίλοι και Συγγενείς –λοιπόν, καλησπέρα. Ακολουθεί μια παραλλαγή στις πολλές ποιητικές παραλλαγές του ίδιου θέματος από έναν μεγάλο Αμερικάνο ποιητή. Μια παραλλαγή φερμένη στα δικά μου μέτρα. Λοιπόν, ναι, κάτι τέτοιο. Αποσπασματικό, βεβαίως. Ελλιπές, βεβαίως. Που πάει κάπως έτσι:
Ο Ξενόπουλος να ανάβει τσιγάρο με σπίρτο από το χέρι του πατέρα του κι ένα μπαστούνι γερμένο στο γραφείο –ποιανού; Ενδεχομένως του Βλάχου, αδημονία κριτικής και αγωνία συγγραφικής επικύρωσης, διαγωνισμοί, παιδική αφέλεια, από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς.
Ο Καζαντζάκης: εισαγωγές-εξαγωγές ιδεών, ξαπλωμένος στην Αίγινα μασώντας βότσαλα, αδυνατώντας να υπερβεί το δίλημμα του εαυτού του –η εφηβεία του κόσμου μας.
Ο Καρυωτάκης βρεγμένος, γερμένος στον κορμό και μέσα από ρεβόλβερ η υπογραφή του πιο ωραίου και φρικτού ποιήματός του –να μην τον ξεχνάμε γιατί οι ευκάλυπτοι δεν έχουν σταματήσει από τότε να θροΐζουν στις αλέες, γιατί αυτό που ήθελε –
ήταν τόσο τέλειο που μόνο ο θάνατος μπορούσε να του το δώσει (Τσαρούχης)
Ο Σεφέρης να λύνει τη διπλωματική γραβάτα γεμίζοντας μάταια πουκάμισα με το πιο ακριβό του τραγούδι, ναυάγια και χαραγμένα καταστρώματα, ανεπίδοτα σε έναν ημερολογιακό καταποντισμό –τον υποψιαστήκαμε; Ίσως, ίσως.
Ο Κούντερα εξόριστος από κακό αστείο, εξορισμένος και μετανάστης στη γλώσσα, μια ερωτική πολιτεία δοκιμίων και δοκιμών σε ανεξιχνίαστα σώματα που η ζωή τους δεν ήταν πουθενά.
Ο Μπουκόβσκι να ουρλιάζει στο μπαλκόνι, ακροδάχτυλα που τρεκλίζουν στη γραφομηχανή –κάθε φορά που λυγίζουν τα καπάκια της μπίρας η δυτική ακτή φτύνει αστέρια στο διάστημα. Hangover. Αλλά hang on. Το άλογο θα τερματίσει.
Ο Τσάντλερ να κρατά αγκαλιά τα γόνατά του, στα πλακάκια του μπάνιου ένα ρεβόλβερ και τρύπες από σφαίρες στους τοίχους, εδουρδιανός αποτυχημένος αυτόχειρας, εδουρδιανός ντετέκτιβ –οι ατάκες σιγανό νανούρισμα στην απουσία της νεκρής.
Ο Τζόις να βάζει στοιχήματα –μαντέψτε το όνομα, κανείς δεν μπορεί- και η αγρύπνια θα κρατήσει για πάντα μέσα σε όλες τις γλώσσες και μέσα στη μη-γλώσσα, στη σιωπηλότητα της κατάφασης. Γυναικείο χάδι, η απτική μετάφραση της πιο νόστιμης μέρας. Ξημερώνει.
Ο Μπέκετ κουλουριασμένος στο πιθάρι, ακατονόμαστος και πολυώνυμος, ένας Οδυσσέας με αναποδογυρισμένα εντόσθια, γραφή της γραφής και μόνο συνέχεια –ευτυχώς που την γλίτωσε από εκείνο το μαχαίρι.
Ο Ντοστογιέφσκι να αναγεννιέται βαφτισμένος συγγραφέας στον θάνατο, από τον Θάνατο στη Ζωή, η ρουλέτα ήταν μόνο ρώσικη, μαύρο ή κόκκινο, είτε / είτε αλλά ούτε / ούτε, τα ρέστα κερδισμένα, υπαγορευμένα στην πανσέληνο.
Ο Μπαλζάκ με το τρίχινο ράσο και το καραβόσκοινο να παχαίνει στους τόμους του, μια γαμήλια υπόσχεση, μια τελετή και μετά να πεθαίνει για να γίνει άγαλμα –θα φτάσω σκοτωμένος. Έφτασε. Η κωμωδία μας.
Ο Λεσάζ και καμιά δεκαριά ακόμα υπέροχοι πανάρχαιοι πίκαροι –περπατώ σημαίνει λέω ιστορίες. Ο περίπατος είναι αφήγηση.
Ο Σαρτρ με τις άκρες των δαχτύλων μαυρισμένες από μελάνι και τρύπιες, στάζουν κοκαΐνη και μέχρι να το καλοσκεφτείς είναι όλος θαμμένος κάτω από έναν βλαμμένο κάστορα.
Ο Μαρκήσιος ασελγώντας στο κρανίο του, το μαστίγιο ματώνει τον δερμάτινο χιτώνα του ψέματος. Άλλη μια προσπάθεια, άνθρωποι, για να γίνετε ερωτικοί.
Ο Βαν Γκογκ τρωγλοδύτης με τους ανθρακωρύχους, μίμηση Χριστού και αργή βύθιση σε ένα μεθυσμένο ηλιοτρόπιο –περιμένω το αυτί σου για να ακούσω στ’ αλήθεια. Για ν’ ακούσω την αλήθεια.
Ο Σαίξπηρ, ένας μόνο και, μάλιστα, άντρας –φαντάσου- να χαϊδεύει το Κρανίο του σύμπαντος χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για τη μελαγχολία της εξόριστης βασιλείας του.
Ο Μπαχ να γκαστρώνει δυο γυναίκες κι ένα κλειδοκύμβαλο, η μανία του Λούθηρου δικαιώνεται στο κονσέρτο.
Ο Μότσαρτ μεθυσμένος και μικρός, σαχλά αστεία, τρόμος και παραλήρημα, θεία αφέλεια και γιορτή –η ιδιοσυστασία της ευφρόσυνης μελωδίας του. Ρέκβιεμ.
Ο Μαν αμήχανος κοιτώντας την πατρίδα του από κάπου πολύ μακριά, η γη τον φτάνει χοροπηδώντας χαρούμενα –μαγγανεία του έπους.
Ο Μπελ να τοποθετεί δυναμίτες και στις εννιά και μισή η ανατίναξη σημαίνει λύτρωση, πατροκτονία και συμφιλίωση. Μπιλιάρδο ξανά και ξανά. Όλες οι μπάλες ήταν μαύρες.
Ο Γκρας να κονταίνει για να παίζει το ταμπούρλο και το κρεμμύδι χορεύει στριπτίζ –φαρισαϊκά δάκρυα σε όλη τη Δύση, κάποιοι του είπαν να επιστρέψει το βραβείο. Και λοιπόν;
Ο Νίτσε καθισμένος στην ακτή κλείνει τα μάτια και υποψιάζεται τον Ζαρατούστρα του. Όταν ανοίγει τα μάτια είναι ήδη τρελός. Και ποιητής.
Ο Κίργκεγκωρ να περιφέρεται κατασκοπικά στην πολιτεία, να κοιτάζει εκείνη και να την αποχαιρετά μυστικά –η Ρεγγίνα γεννά τη φιλοσοφία, η Ρεγγίνα είναι η φιλοσοφία. Αρραβώνας με την αγωνία. Και χορός έως τέλους. Με την αγωνία.
Ο Ζιράρ ως αστραπή να κοιτάζει τον διάολο και να τον ξεμπροστιάζει στους οπαδούς της διαπόμπευσης. Η πτώση των τράγων. Το άλμα του αρνιού. Το χαμένο στοίχημα που κερδίζεται κάθε μέρα.
Ο Σοπενάουερ ενοχλημένος από τον εξεγερμένο όχλο να δανείζει τα κιάλια στον λοχαγό του πυροβολικού –σκοτώστε τους όλους. Ο φιλόσοφος του οίκτου. Κληρονομιά στα σκυλιά. Και το πιο λυπημένο γέλιο της Ευρώπης.
Ο Κέρτες μεταφράζοντας τον εαυτό του εξαερωμένο στην κόλαση να ψάλλει το καντίς για μιαν ανεπίτευκτη επιστροφή στους ζωντανούς –οι Εβραίοι είναι η ερμηνεία των ανθρώπων. Μέγα σκάνδαλο.
Ο Χάιντεγκερ στην καλύβα που πλαταίνει και γίνεται ξέφωτο, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη καρφώνει οδοδείκτες από το μηδέν ως το Είναι –μυστικός βασιλιάς. Μυστικός –σκέτο. Σε μαθαίνει να ζεις. Σε μαθαίνει να είσαι αυθεντικός. Διαβάζοντας Χαίλντερλιν: Pallaksh!
Ο Τσέλαν να βαδίζει στο Σηκουάνα ανάποδα, η Σουλαμίτις τον τυλίγει στα μαλλιά της και αυτός ο τάφος σκάβεται ακόμα στα σύννεφα. Φούγκα και περιπλανώμενη μνήμη. Στον τάφο του Ανθρώπου ένα ρόδο του κανενός.
Ο Κάφκα δεμένος σε μιαν φρικτή μηχανή σωφρονισμού, λιωμένη κατσαρίδα στη γωνιά του πλανήτη, ψιθυρισμοί στον Θεό –τι άλλο είμαι εγώ παρά λογοτεχνία;
Ο Παπαδιαμάντης με λεκιασμένο πουκάμισο αγκαλιά με το γυναικείο νησί του, μια μελέτη θανάτου που ακόμα δεν γράφτηκε, ύμνοι του Δαβίδ, αναγνώστης σε εκκλησία της Πλάκας. Ιερουργεί ένας Άγιος. Ο παπά-Πλανάς.
Ο Πεντζίκης να γραπώνει τη μύτη της κυρίας Έρσης, η σκόρπια ζωή συγκεφαλαιώνεται στην ερημιά του φωτός, όλη όλο νόημα, όλη όλο ήθος –αμαρτία η απουσία από το παρόν.
Όλοι αυτοί –και τόσοι ακόμα– οι μάρτυρές μας, Φίλοι και Συγγενείς. Οι μαρτυρίες μας. Ζωντανές, σάρκινες μαρτυρίες. Σαρκωμένοι λόγοι. Τι ζητούν; Αυτοί οι υπέροχοι, νηφάλια μεθυσμένοι καρνάβαλοι, τι ζητούν;
Μια παρτίδα ακόμα. Μια παρτίδα ακόμα, παιδιά.
Εντάξει, εντάξει.
Έτσι κι αλλιώς, αυτό τον καιρό δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω. Αλλά δώστε ένα χεράκι. Το χρειαζόμαστε.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Η Ευφορία της Ερήμου

Καλλιεργημένη στην απουσία. Μια σιωπή που ανασταίνει τις κομμένες μας γλώσσες και επιστρέφει ως νόημα. Η ευλαλία ενός διακεκομμένου ψιθύρου στη μέση της νύχτας. Το κερί όπως σε μανουάλι και οι φλόγες-άνθρωποι, οι φλόγες-πρόσωπα που γνέφουν και περιμένουν, περιμένουν συνέχεια. Σιγανό σφύριγμα που θυμίζει τη φούγκα και ανεβαίνει στα σύννεφα. Ο περίπατος με τα πόδια να βουλιάζουν στην άμμο καμιάς, καμιάς παραλίας, στην έκταση που ελευθέρωσε ο θάνατος του περιττού, στον τόπο της οικειότητας με τον ίδιο ανόμοιο Άλλο που φανερώνεται στη λάμψη της αστραπής. Οι ρωγμές στο ταβάνι επικαλούνται τη λύτρωση και αργά περπατώντας επιστρέφουμε σπίτι μας.
Επιστρέφουμε στο μόνο μας σπίτι, Φίλοι και Συγγενείς. Στον έρημο τόπο της μεγάλης γιορτής.
Η πυξίδα σπάει και αν-οικειώνεται την πολλαπλότητα των δρόμων, την πολλαπλότητα των επιλογών και των κατευθύνσεων και των εναλλακτικών διαδρομών. Σπασμένη, η πυξίδα δείχνει για πρώτη φορά την αυθεντική της πορεία, το κάλεσμά της. Το παντού της Ενότητας –η έρημος. Ελευθερωμένη από τον αμφιταλαντευόμενο εαυτό της, η ζαλισμένη νηφάλια πυξίδα ελευθερώνει τον καθένα και επιτρέπει, επιτέλους, τον αδιάλλακτο ερωτικό μας περίπατο. Χωρίς σταυροδρόμια ή στενά ή παρόδους. Χωρίς φόβο, από το βυθό ως τ’ άστρα. Στο βυθό και τ’ άστρα.
Ελεύθερος όποιος δεν χρειάζεται να διαλέξει.
Η κλεψύδρα θρυμματίζεται όταν το αιώνιο χτυπά και σταματά την ανοησία του σκαμπανεβάσματος. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω –ποτέ πια. Η κλεψύδρα δεν θα αναποδογυρίσει ποτέ ξανά για κανέναν και η άμμος δεν θα στερέψει. Η Ιστορία γιορτάζει τους γάμους με το Αιώνιο και ο χρόνος είναι όλος τώρα, είναι όλος πάντα, αδίστακτα και λυτρωτικά, οριακά, η βόλτα στην άμμο που ρέει αδιάκοπα γλιστρώντας από τη ρωγμή του σπασμένου γυαλιού. Που γεννά την έρημο, ερημώνει τη σύμβαση και τελειώνει για καλά την παράσταση, θραύει τη μάσκα, κλείνει το θέατρο, συντρίβει το τσίρκο.
Σιγά-σιγά, αποκλείει τις αν-αυθεντικές πραγματικότητες της πιο φρικτής εξουσίας, αποτάσσει τις παγίδες-επιλογές του ανελεύθερου, τυραννικού δικαιώματος.
Ελεύθερος όποιος καταφάσκει στο αναπόφευκτο.
Στο αναπόφευκτο της Αγάπης.
Απόψε, κάποιος θα κλείσει μια φωτιά στο μπουκάλι και θα την στείλει στο πέλαγος να μαζέψει όλους τους ναυαγούς και να τους φέρει πίσω στο σπίτι μας.
Απόψε, κάποιος θα βαδίσει με το νου του στον Άδη και σφυρίζοντας θα καταργήσει τον Θάνατο αποκαθιστώντας την παρουσία στην ομορφιά του παρόντος.
Απόψε, κάποιος θα σκάψει έναν τάφο στην έρημο και θα βάλει εκεί την Αγάπη να φυτρώσει νεκράνθεμο η Ζωή.
Απόψε θα βρέξει.
Καλό φθινόπωρο, Φίλοι και Συγγενείς. Καλό μας φθινόπωρο.