Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Η Κατάμαυρη Χρυσή Μας Ευκαιρία

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας. Είναι ήδη τρεις, απομεσήμερο με συννεφιά και ελαφρό αεράκι, με ζεστό καφέ και τσιγάρο και εγώ έχω αφήσει μια χαραμάδα ανοιχτή στην μπαλκονόπορτα του πέμπτου ορόφου για να φυσάω από εκεί τον καπνό, να φαντάζομαι τζάκια, καμινάδες και νιφάδες και να περιμένω τα φαντάσματα του Ντίκενς να περάσουν από το μπαλκόνι για τον απολογισμό μιας ακόμα χρονιάς, μιας ακόμα ζωής. Μιας ακόμα μέρας. Για την ακρίβεια, μόνο μιας ακόμα μέρας. Αυτό είναι ό,τι έχουμε, άλλωστε. Αυτό είναι ό,τι έχουμε όλοι, κάθε στιγμή, το μόνο βέβαιο, το μόνο χειροπιαστό, πραγματικό και δυνητικά αυθεντικό.
Μια ακόμα μέρα. Το αιώνιο παρόν μας. Το εδώ και το τώρα. Αναβαπτισμένα στην αιωνιότητα όπου αντηχούν –και απηχούν. Καθημερινά. Έτσι νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς. Κι έτσι φαίνεται, εδώ που τα λέμε. Η μόνη μας περιουσία. Η ημέρα μας. Μια ακόμα –και βλέπουμε.
Μια ακόμα χρυσή ευκαιρία. Όχι για να είμαστε καλά. Αλλά για να είμαστε καλοί. Για να γίνουμε καλοί. Τόσο απλά. Ωστόσο, αποκλείουμε την ευκαιρία, την περιφρονούμε και την χλευάζουμε. Την αναβάλλουμε. Για ένα ξένο μετά. Για ένα ανοίκειο επέκεινα του εδώ και του τώρα μας. Χαραμίζουμε την ευκαιρία και την τοποθετούμε στο ανύπαρκτο, στο μηδενικό, στο αλλότριο –που είναι το μέλλον. Εδώ και δεκατρείς ημέρες, Φίλοι και Συγγενείς, η πόλη καίγεται. Ξηλώνεται και καταρρέει. Οι άνθρωποι έχουμε γίνει όλοι ορδές. Κρανοφόροι, κουκουλοφόροι, ντουντουκοφόροι, σημαιοφόροι, ροπαλοφόροι. Και λοιπά. Οι δρόμοι τρέμουν στο πέρασμά μας. Η γη τρέμει –τι ανατριχιαστική έκφραση και σε πόσα ανατριχιαστικά παραπέμπει. Δεν περπατάμε, όχι πια. Οι περίπατοι εκφυλίστηκαν σε πορείες. Παρελαύνουμε. Δεν ακούμε ούτε μιλάμε ούτε χαμογελάμε ούτε λυπόμαστε. Φωνάζουμε –τι λέω; Ουρλιάζουμε. Διεκδικούμε, απαιτούμε. Και δεν σκεφτόμαστε. Απλώς, δρούμε.
Με άλλα λόγια: εναγκαλιζόμαστε το (αναυθεντικό) Πραγματικό, το τροφοδοτούμε, το αναπαράγουμε και το ανακυκλώνουμε. Και είμαστε, γινόμαστε η πρώτη του ύλη, η άθλια εύπεπτη τροφή του. Ο Προκρούστης του μεταμοντέρνου μας καπιταλισμού έχει καθίσει σταυροπόδι και βλέπει όλες εμάς τις μαριονέτες να συγκρουόμαστε και χαριεντίζεται και τρώει, τρώει συνέχεια. Διασκεδάζει με αυτή την κατακερματισμένη, θλιβερή ομοιομορφία μας, γλεντά με αυτή την αποσπασματική, πολυμορφική ομοιογένεια των δεκάδων υπό-κουλτουρών –μπάτσοι, αναρχικοί, γονείς, μαθητές, καθηγητές, εργάτες, συνδικαλιστές κ.ο.κ.- που νομίζουμε ότι αντιπαρατίθενται ενώ, στην ουσία, συμπληρώνουν όλες μαζί, ακριβώς επειδή ξεσκίζουν τις σάρκες τους, απαρτίζουν όλες μαζί το μωσαϊκό της ασχήμιας. Το κραταιό, εξουσιαστικό μωσαϊκό της ασχήμιας. Έχουν εκλείψει οι ειδοποιοί διαφορές. Έχουν αρθεί σαρωτικά, έχουν ισοπεδωθεί και, πιο πολύ από τα κτήρια, αυτή είναι η ισοπέδωση που θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Έχουν καλυφτεί όλα τα χάσματα.
Τώρα τελευταία, καλύφτηκε και η τελευταία απόσταση ασφαλείας –αυτή που υποτίθεται ότι την απολάμβαναν οι έφηβοι. Τώρα τελευταία, τους είδαμε να παρελαύνουν κι αυτοί, αγέρωχοι, βλοσυροί και αμείλικτοι –κατ’ ευθείαν στην κρεατομηχανή. Και, για κάποιο λόγο, καμαρώνουμε, είμαστε περήφανοι. Θλιβερό δεν είναι; Παίζουμε όλοι σε ένα παρωχημένο μοντερνιστικό σενάριο και αγνοούμε ότι ο μεταμοντέρνος μας σκηνοθέτης δεν σκοτίζεται, δεν πλήττεται, δεν μπορεί να πάθει απολύτως τίποτα από τα καπρίτσια μας. Διότι, ακριβώς, ο παροξυσμός μας περί κινημάτων και εξεγέρσεων, διυλισμένος, φιλτραρισμένος και μεταλλαγμένος από το μαγικό ραβδί του μεταμοντέρνου αποδεικνύεται ως αυτό που στ’ αλήθεια είναι: φρικτό καπρίτσιο, ατελέσφορο, ανεπαρκές, α-νόητο.
Κρίμα.
Σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή την άρση των αποστάσεων, αυτή την κάλυψη των χασμάτων. Πώς να ανασάνει κανείς; Σε έναν τόπο χωρίς κενά, η ασφυξία είναι το φυσιολογικό επόμενο και αυτό είναι που βιώνουμε. Ο αθηναϊκός μας Δεκέμβρης έχει εξαλείψει το Τυφλό Σημείο Χ. Έχει εισβάλει σ’ αυτό και μας έχει εξορίσει, μας έχει κάνει μιαν εξαιρετικά βίαιη έξωση. Τον αφήσαμε. Τον βοηθήσαμε. Δεν θα έπρεπε, όμως. Ο καθένας μας θα έπρεπε να είναι και να γίνεται και να φέρεται ως το κενό σημείο αυτής της εικόνας του μακελειού και της φρίκης. Το τυφλό της σημείο. Το ζητούμενο δεν είναι «να κάνουμε τη διαφορά», αυτό το σύνθημα του συρμού σε μια εποχή που τα συνθήματα έχουν αντικαταστήσει τη γλώσσα και τη σκέψη. Το ζητούμενο είναι να είμαστε η διαφορά. Να είμαστε το χάσμα που απορροφά τους κραδασμούς. Που επιτρέπει την άρθρωση και την ανάδυση της χρυσής ευκαιρίας.
Της δυνατότητας.
Φίλοι και Συγγενείς, δεν έχει νόημα να σκέφτεται κανείς αν έπρεπε ή όχι να γίνει ό,τι έγινε. Έγινε. Το αιώνιο παρόν μας επιβάλλει να σκεφτούμε τι γίνεται τώρα. Τι γίνεται εδώ και τώρα. Η Αθήνα πήρε φωτιά, θυσιάστηκε για να μας ξυπνήσει. Η Αθήνα έγινε στάχτη γιατί η χρυσή ευκαιρία είναι πάντα, εξ ορισμού, κατάμαυρη. Η πραγματικότητα κάηκε για να ελευθερωθεί η, πάντα ήδη εγγεγραμμένη σ’ αυτήν, δυνατότητα. Για να διανοιχτεί η εξαίσια δυνατότητά μας. Όχι για μιαν επανάσταση. Όχι για μιαν άλλη κυβέρνηση. Όχι για μιαν άλλη υγεία, οικονομία, κοινωνία, εκπαίδευση, αστυνομία. Όχι για ένα άλλο κράτος. Αν θέλουμε να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά σε μια χώρα όπου η πολιτική, ως έννοια, έπαψε να υφίσταται εδώ και χιλιετίες, είμαστε αναγκασμένοι, Φίλοι και Συγγενείς, να σκεφτούμε πρωτίστως και κατ’ εξοχήν –υπαρξιακά.
Η δυνατότητα που αναδύεται στα ερείπια της πραγματικότητάς μας θεμελιώνει και συνιστά την –και συνίσταται στην- αδιαπραγμάτευτη, άμεση, αποφασιστική, δυναμική, διαρκή και καθημερινή ανάληψη της ευθύνης. Για το τράβηγμα κάθε σκανδάλης, για τη ρίψη κάθε μολότοφ, για την καύση κάθε βιβλίου. Για όλους και για όλα. Ενώπιον όλων των άλλων. Δεν πρόκειται για καμιά συλλογική ευθύνη. Ούτε για μια κάποια ατομική ευθύνη. Η ευθύνη που καλούμαστε να αναλάβουμε, η ενοχή που είμαστε ελεύθεροι να οικειοποιηθούμε, Φίλοι και Συγγενείς, είναι εξόχως προσωπική. Ακριβώς έτσι. Και είμαστε όλοι ελεύθεροι, ελεύθερα υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Χωρίς αναβολές. Χωρίς μεσσιανικές μεταθέσεις σε ένα κάποιο επέκεινα. Εδώ και τώρα. Αυθεντικά και αναμφίλεκτα. Είναι η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία να αναγνωρίσουμε το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης που δεν αφορά σε δεκατρείς ή εκατόν-τρεις συγκεκριμένες ημέρες του ιστορικού χρόνου αλλά στην κάθε ημέρα του αιώνιου χρόνου –του προσωπικού μας χρόνου. Της αυθεντικής ύπαρξής μας.
Το κυνήγι των ενόχων, Φίλοι και Συγγενείς, ήταν και θα είναι πάντα κυνήγι μαγισσών. Κυνήγι φαντασμάτων. Αντίθετα με ό,τι έχουμε μάθει να νομίζουμε, τα φαντάσματα μας επιτίθενται και μας στοιχειώνουν ερχόμενα πάντα από το μέλλον. Δεν τα φτάνουμε ποτέ. Δεν τα πιάνουμε ποτέ. Απλώς, τα είμαστε. Για όσο θα κυνηγούμε φαντάσματα, θα είμαστε φαντάσματα, οικτρές σκιές, ομοιώματα. Για όσο θα κυνηγούμε ενόχους, ας το καταλάβουμε, θα είμαστε ένοχοι. Δίχως άλλοθι. Δίχως κανένα άλλοθι. Μπορούμε, λοιπόν, να εξακολουθήσουμε αυτό το αθηναϊκό καρναβάλι του τρόμου και να αναβάλλουμε την αξιοποίηση της ευκαιρίας, την πραγμάτωση της δυνατότητας –φοβάμαι ότι είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε. Από την άλλη, όμως, μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή και κάθε στιγμή, διαρκώς.
Μπορούμε να δικαιώσουμε ετεροχρονισμένα την καταστροφή. Μπορούμε να δικαιώσουμε το αθηναϊκό μας μακελειό. Μπορούμε να δικαιώσουμε τον ίδιο τον Θάνατο, Φίλοι και Συγγενείς. Μπορούμε –αν πάψουμε να δικαιολογούμαστε. Η επανάσταση δικαιολογεί τον Θάνατο. Δικαιολογεί κάθε θάνατο και χαιρέκακα πατά πάνω στα πτώματα. Η ανάσταση, όμως, αυτή είναι που δικαιώνει τον Θάνατο. Και αυτή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση, ένα ζήτημα κοινωνίας προσώπων και όχι πολιτών, έξω από τυφλωμένες συλλογικότητες, εκτρωματικούς ατομικισμούς, μαζικές ψευδό-εξεγέρσεις ηδυπαθούς αυταρέσκειας. Έξω από το αδιαφοροποίητο του προκρούστειου καπιταλισμού που μας συντηρεί και μας εκτρέφει για να μας καταναλώνει την ώρα που εμείς καταναλώνουμε τα καλύτερα προϊόντα του: τις ιδεολογίες, τα συνθήματα, τις αντιστασιακές αυταπάτες, τις παρακρούσεις και τις μελλοντικές, φασματικές, στοιχειωμένες ουτοπίες μας.
Έχουμε πάντα ήδη αυτή τη δυνατότητα για μιαν Πράξη δικαίωσης, Φίλοι και Συγγενείς. Έχουμε πάντα ήδη αυτή την ευκαιρία. Αντίθετα με τις χοντροκομμένες και απλουστευμένες θεωρήσεις τύπου «έργα και όχι λόγια» -ο εύσχημος τρόπος για να εξαπολύσεις ένα συρφετό έξαλλων φανατικών ηλιθίων σταυροφόρων- αυτή η Πράξη δεν διαχωρίζεται από τον Λόγο, δεν είναι κάτι που έπεται ή που προηγείται της σκέψης. Είναι η Σκέψη ως Πράξη και το αντίστροφο. Είναι μια ευθεία, αποφασιστική χειρονομία δικαίωσης που αρθρώνεται στα ερείπια και τα μεταμορφώνει εκ των υστέρων, δημιουργώντας τις αιτίες για τα παρελθόντα στο αιώνιο παρόν, συλλαμβάνοντας τη χρονικότητα του είναι ως το καθ’ ημέρα και διατηρώντας, έτσι, ανοιχτό, ελεύθερο το πεδίο για μια Νέα Αρχή.
Για να γίνουμε, επιτέλους, λίγο καλοί. Τόσο απλά. Διότι ήμασταν τόσο κακοί ώστε, όλοι μαζί και ο καθένας προσωπικά, σκοτώσαμε ένα παιδί. Πυροβολήσαμε ένα άλλο. Κάψαμε την Αθήνα. Κάψαμε τα βιβλία. Αποσυνθέσαμε τη γλώσσα. Καταργήσαμε τη σκέψη. Εφεύραμε τα συνθήματα. Συμμεριστήκαμε τη θανατολαγνεία των δημοσιογράφων. Ακολουθήσαμε και ακολουθούμε πιστά, κατά γράμμα, τις μαγικές οδηγίες του μεταμοντέρνου σκηνοθέτη μας. Δεν θα μας σώσει ένας άλλος σκηνοθέτης. Ούτε ένα άλλο σενάριο. Εξ ορισμού, αυτά θα παραμείνουν αρνητικά –θα παραμείνουν άσχημα. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα να μην τα ακολουθούμε, τα σενάρια και τις σκηνοθετικές οδηγίες της α-σκεψίας. Έχουμε τη δυνατότητα να σκεφτούμε και να πράξουμε. Εδώ και τώρα.
Έχουμε τη δυνατότητα να συγχωρέσουμε. Έχουμε τη δυνατότητα να αγαπήσουμε. Να ελπίσουμε και να πιστέψουμε. Να είμαστε καλοί. Στην κάθε στιγμή της κάθε μας μέρας. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο περίπτερο, στην καφετέρια, στη δουλειά, στο γραφείο, στο σπίτι. Ναι. Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει αυτή τη δυνατότητα αφού αυτή η ίδια αρθρώνει τον εαυτό της στις στερήσεις του πραγματικού ψεύτικου κόσμου μας. Στη στέρηση της ομορφιάς. Της αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αυτό, Φίλοι και Συγγενείς. Η δυνατότητα είναι πάντα ήδη παρούσα. Νικά μέσα στις ήττες μας. Θριαμβεύει μέσα στις προδοσίες μας. Δυναμώνει μέσα στις αδυναμίες και στα σφάλματά μας. Γεννιέται στους θανάτους μας. Σκέφτομαι ότι, εδώ που έχουμε φτάσει, είναι κρίμα να την αφήσουμε για μιαν ακόμα φορά να πάει χαμένη, είναι κρίμα να την αποκλείσουμε πάλι.
Είναι κρίμα να μην κάνουμε ούτε τώρα μια προσπάθεια να είμαστε καλοί. Ας μην παρεξηγηθώ. Δεν μιλάω εδώ για κανέναν μελιστάλακτο ανθρωπισμό ή για ροζ τηλεοπτικούς συναισθηματισμούς με καρδούλες και κορδελάκια. Όπως έχετε καταλάβει, Φίλοι και Συγγενείς, έχουμε να κάνουμε με την πραγμάτωση μιας υπαρξιακής δυνατότητας, της μόνης αυθεντικής. Το ζητούμενο είναι η ίδια η εκ θεμελίων μεταμόρφωσή μας σε αγαπητικά, συγχωρητικά πρόσωπα. Σε αυθεντικά πρόσωπα. Έχω φλυαρήσει πολύ –συγγνώμη γι’ αυτό. Θα κλείσω αμέσως. Υποθέτω ότι το αθηναϊκό μας μακελειό μπορεί να πάρει εξαιρετικά συμβολικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς τη διόλου τυχαία χρονική στιγμή. Κι επειδή τα σύμβολα μπορούν να φωτίσουν και να υποδείξουν, αξίζει να το σκεφτούμε. Εξηγούμαι.
Σε μερικές μέρες, γεννιέται πάλι, επαναλαμβάνει τον εαυτό Του στο αιώνιο παρόν ενός μη-ημερολογιακού χρόνου, ο μόνος Αθώος. Και η δικαίωση της γέννησης αρθρώνεται στις ανοιξιάτικες επαναλήψεις που έπονται και που είναι πάντα ήδη παρούσες. Εκεί όπου κατ’ εξοχήν ανασαίνει η δυνατότητα –η δική μας, η προσωπικής μας δυνατότητα- της ολοκληρωτικής λύτρωσης –στο Κάλλος που δεν δύει. Που αναδύεται. Πάνω στον μόνο πραγματικό θάνατο που υπήρξε ποτέ, Φίλοι και Συγγενείς.
Στον θάνατο του Θανάτου.
Ιδού η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία. Η συνταρακτική, συναρπαστική μας ευκαιρία.
Να ζήσουμε, Φίλοι και Συγγενείς. Τόσο απλά.

Υ.Γ. Εύχομαι σε όλους καλές γιορτές και, φυσικά, μιαν πιο όμορφη, υγιή και δημιουργική –σε όλα τα επίπεδα- καινούρια χρονιά. Ας ελπίσουμε ότι θα είμαστε εδώ για να την δούμε. Για να την ζήσουμε.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Για Το Όργιο της Οργής

Φίλοι και Συγγενείς,

Αυτή τη στιγμή, εννιά η ώρα το βράδυ της Δευτέρας, η ασχήμια που, προχθές, σκότωσε μιαν ακόμα δυνατότητα, μιαν ακόμα ενσάρκωση της Ομορφιάς, αυτή η ίδια ασχήμια με τα δεκάδες διαφορετικά πρόσωπα και προσωπεία, οργιάζει ακόμα θριαμβεύοντας πανηγυρικά. Προτού αρχίσουμε όλοι, πιστοί στην καθιερωμένη μας συνήθεια, να εκφράζουμε τον αποτροπιασμό και την έκπληξη και την οργή μας, προτού εξοργιστούμε με όλους και με όλα εκτός από τους εαυτούς μας, προτού σπεύσουμε να τροφοδοτήσουμε κι άλλο την πανταχού παρούσα ασχήμια, σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, ότι θα έπρεπε, ίσως, να αναλογιστούμε αυτό που είπε κάποιος πολύ, πάρα-πάρα πολύ καλύτερος από εμάς.

"Καθένας από μας είναι ένοχος ενώπιον όλων, για όλους και για όλα."

-Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοβ.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Το Τυφλό Σημείο Χ

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σε όλους! Καλό χειμώνα, καλό Σαββατοκύριακο και άλλα καλά πράγματα. Σκέφτηκα ότι, αφού η κανονικότητα των Σαββατιάτικων εγγραφών στον πέμπτο όροφο πήγε περίπατο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιχειρήσω να την επαναφέρω στην τάξη. Άλλωστε, κάθε μέρα μπορεί να είναι μια καλή μέρα για να βγει κανείς στον πέμπτο όροφο και να κοιτάξει την πόλη, τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Με δεδομένο, βέβαια, τον φόβο για τα ύψη που παίρνω μαζί μου όπου κι αν πάω από τότε που γεννήθηκα, αυτό ίσως να μην είναι και τόσο καλή ιδέα. Μπα. Ο πέμπτος όροφος ξέρει να προστατεύει τους ενοίκους του. Τους ταλαιπωρεί συχνά –η αλήθεια να λέγεται. Αλλά, στο τέλος, τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Και κάτι παραπάνω από αυτό. Στη δική μου περίπτωση, ο πέμπτος όροφος λειτουργεί περίπου ως αυτό το τυφλό σημείο Χ για το οποίο σκέφτηκα να πω, σήμερα, δυο λόγια. Εντάξει. Ίσως και κάτι τις περισσότερο από δυο σκέτα λόγια. Όπως έχετε ήδη ανακαλύψει, η αυτοπειθαρχία που προϋποθέτουν αυτά τα δυο λόγια δεν είναι και το πιο δυνατό μου σημείο. Δεν βαριέσαι. Όπως είπε, κάποτε, ένας μεγάλος συγγραφέας, όταν νιώθεις ότι βρίσκεται στην καρδιά της αβύσσου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κουβεντιάζεις. Μην φανταστείτε καμιά τρομερή άβυσσο, έτσι; Καμιά φορά, όμως, ένα αθηναϊκό δυάρι δεν έχει να ζηλέψει πολλά από τις αβύσσους του Ουγκώ και οποιουδήποτε άλλου –πιστέψτε με. Το ζείτε και οι ίδιοι.
Λοιπόν, στην ουσία. Έλεγα ότι, για μένα, ο πέμπτος όροφος λειτουργεί ως το τυφλό σημείο Χ, το κομμάτι εκείνο του ζωτικού χώρου το οποίο, εντός του συνολικού χώρου, εντός του χώρου της ανθρώπινης κατάστασης, παρουσιάζεται ως η τελευταία σταθερή νησίδα γης για να πατήσει κανείς, κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω, να σταματήσει –συνεχίζοντας να περπατά, στην αεικίνητο στάση του- και να κοιτάξει γύρω του. Να κοιτάξει τη ρευστότητα του χώρου γύρω του. Ο πέμπτος όροφος, Φίλοι και Συγγενείς, ο οποίος μπορεί να πάρει αμέτρητα ονόματα ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιπτώσεις του καθενός από μας, είναι το χωρικό καταφύγιο στο κέντρο των γεγονότων, των καταστάσεων, των ανθρώπων και των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, ο πέμπτος όροφος, το τυφλό σημείο Χ, δεν είναι παρά το μάτι του κυκλώνα. Και για να φανεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η σημασία αυτής της συνθήκης, κλέβω το λογοπαίγνιο ενός σπουδαίου στοχαστή του καιρού μας, του Slavoj Zizek, ο οποίος, παίζοντας με την ηχητική μορφή της αγγλικής γλώσσας, αναβάπτισε αυτό το μάτι του κυκλώνα και το είπε –
I of the storm.
Τα ζηλεύω κάτι τέτοια. Γι’ αυτό και τα κλέβω. Όπως κάνουμε όλοι –ευτυχώς. Ώστε, Φίλοι και Συγγενείς, το εγώ εντός του πέμπτου ορόφου ή, πιο σωστά, το εγώ ως ήδη ο πέμπτος όροφος. Το εγώ ως το μάτι του κυκλώνα. Το τελευταίο σημείο όπου μπορεί κανείς να σταθεί αποφεύγοντας να παρασυρθεί και να διασυρθεί εντός του διαρκούς στροβιλισμού της αν-αυθεντικής ζωής, αυτής που ζούμε καθημερινά. Δηλαδή: της πραγματικής, πλην: αν-αυθεντικής ύπαρξής μας. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πιο ταιριαστή εικόνα γι’ αυτή την καθημερινή μας ζωή από εκείνη των υπέροχων καρτούν άλλων εποχών, με τον τρομερό ανεμοστρόβιλο να πλησιάζει το χωριό των ποντικών ή άλλων εξίσου συμπαθών αηδιαστικών τρωκτικών και να παρασέρνει στέγες σπιτιών, καρέκλες, φράκτες, τραπέζια, λάμπες πετρελαίου, χαρτιά, πένες, απλωμένες μπουγάδες –και λοιπά. Ο κυκλώνα της πραγματικής και πραγματικά ψεύτικης καθημερινότητάς μας λειτουργεί κατά έναν εξαιρετικά παρόμοιο τρόπο δημιουργώντας αυτό το ρεύμα, αυτό τον «περιδινισμό» των ανθρώπων και των πραγμάτων, αυτή την φρικτή καλειδοσκοπική φαντασμαγορία που, στην καλύτερη περίπτωση, μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό σε μια παιδιάστικη έκπληξη, περίπου όπως θα έδειξε ένα Γιαπωνεζάκι το κύμα του τρόμου του μανιταριού λίγο προτού γίνει στάχτη. Στη χειρότερη περίπτωση, βέβαια, μας αφήνει με την ξένη, την αλαζονική μελαγχολία του ηλίθιου που θρηνεί εκ των προτέρων, διπλασιασμένα, τον εαυτό του να περιφέρεται δίχως νόημα σ’ αυτό τον τρελό, καρναβαλικό και κανιβαλικό χορό του α-νόητου.
Ευτυχώς, δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα διότι, η πραγματική και πραγματικά αυθεντική ζωή δεν έχει χώρο για διλήμματα, αντιφάσεις, δίπολα, αντινομίες. Νομίζω ότι αυτά είναι ήδη καλά γνωστά, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω εδώ. Η αυθεντική ύπαρξη –η καθημερινά δυνητική αυθεντική ύπαρξη- δεν είναι μυθολογική και δεν βρίσκεται ποτέ στη θέση του αρσιβαρίστα Ηρακλή που έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στην αρετή και την κακία. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα επιλογής ανάμεσα στο παιδάκι που χειροκροτεί το θάνατό του και τον ηλίθιο που μελαγχολεί εκ των προτέρων, βυθίζοντας το καράβι όπως οι πειρατές του Αστερίξ, μόνο και μόνο για να μην αφήσει τον αόρατο εχθρό να του το βυθίσει νωρίτερα και να πλήξει τον εγωισμό του. Με άλλα λόγια, ο χαζοχαρούμενος και ο μελαγχολικός δεν είναι το δικό μας δίλημμα, Φίλοι και Συγγενείς. Ευτυχώς. Υπάρχει η αναγκαία πολυτέλεια του πέμπτου ορόφου. Του τυφλού σημείου Χ. Που μας καλεί να κάνουμε ένα διακριτικό βήμα έξω από τη φαυλότητα του ανεμοστρόβιλου. Ένα εκ-στατικό βήμα.
Σε αυτή τη διαρκή, καθημερινή εκ-στάση μας, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να συναντήσουμε, επιτέλους, τον προσωπικό μας Άλλο, απαλλάσσοντάς τον από το φορτίο του κυκλώνα, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας και τον Άλλο από την μάταιη, βλακώδη και ανούσια περιφορά του κυκλώνα. Αφήνοντας τον Άλλο να μας απελευθερώσει από την παραζάλη, τη ναυτία του υποτιθέμενου παραλόγου και την πανούκλα της αλαζονικής απελπισίας που θεμελιώνεται μόνο σε αυτή τη συνθήκη του ηλίθιου μελαγχολικού ή του αφελούς χαζοχαρούμενου, των δυο πιο δημοφιλών θυμάτων –και ήδη θυτών και συνεργών- της στροβιλικής ψευδό-πραγματικότητάς μας. Το τυφλό σημείο Χ, με όρους χωρικούς, είναι το πεδίο εκείνο όπου μπορεί να ανασάνει λίγο πιο ελεύθερα το ανέστιο, παραζαλισμένο και υπερφίαλο εγώ μας, το σπίτι στο οποίο πάντα επιστρέφουμε αφήνοντας το εγώ στο κατώφλι και έτοιμοι να υποδεχτούμε και να δεξιωθούμε τον Άλλο –ανακαινίζοντας και λυτρώνοντας το εγώ από τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το τυφλό σημείο είναι που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε, για μιαν πάντα ήδη πρώτη φορά στη ζωή μας, από τη χρόνια εγωτιστική, εγωμανή και εγωκεντρική τύφλωσή μας. Το πρόσωπό μας αναδύεται εντός του τυφλού σημείου και είναι το πρόσωπο που δεν είχαμε δει ποτέ για όσο καιρό το αφήναμε να σκορπίζεται, να διασκεδάζεται στο τρομώδες ντελίριο του υπαρξιακού μας ανεμοστρόβιλου.
Το τυφλό σημείο Χ επιτρέπει στο εκ-στατικό μας βλέμμα να διακρίνει, επιτέλους, αυτό που ήταν πάντοτε παρόν, να διακρίνει Αυτόν ο οποίος ήταν πάντοτε, ως πρόσωπο, παρών. Παρών στο πρόσωπο του Άλλου. Το τυφλό σημείο Χ μας επιτρέπει να δούμε στα πρόσωπα των φίλων και των συγγενών μας, Φίλοι και Συγγενείς –
τον Θεό.
Από αυτή την άποψη, το τυφλό σημείο Χ είναι ο κόσμος. Η πατρίδα και το σπίτι μας. Το τυφλό σημείο Χ είναι η δυνητικά αυθεντική καθημερινή μας ζωή και, ταυτόχρονα, η αφετηρία απ’ όπου μπορούμε να πραγματώσουμε αυτή την έξοχη δυνατότητα για αυθεντική καθημερινή ζωή. Όχι χαζοχαρούμενα. Όχι μελαγχολικά. Αλλά εκ-στατικά. Πάει να πει: χαρούμενα και λυπημένα. Χαρούμενα: για την διάνοιξη της δυνατότητας, αυτής που ανασαίνει εντός του τυφλού σημείου, αυτής που χρειάζεται το ζωτικό χώρο για να αρθρώσει τον εαυτό της και να μας υπενθυμίσει την παρουσία της. Και λυπημένα: για την όχι-ακόμα πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας, για τη διαρκή αναβολή, για τα εγνωσμένα σκαμπανεβάσματα, το πηγαινέλα μας από το τυφλό σημείο Χ στο παρανοϊκό σώμα του κυκλώνα, μπρος-πίσω, για τις ήττες και τις ματαιώσεις και τις απώλειες, για τις μικρές προδοσίες μας.
Αυτό είναι γνωστό και ως χαρμολύπη. Πρόκειται, πολύ απλά, για την υψηλότερη εσωτερική κατάσταση -και όχι συναίσθημα- στην οποία μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Μακάρι να τα καταφέρουμε. Πιστεύω, πάντως, ότι χρειαζόμαστε το τυφλό σημείο Χ για να έχουμε μιαν ακόμα σημαντική ελπίδα να το καταφέρουμε αυτό. Και, βέβαια, οι μορφές του, οι διαστάσεις αυτού ακριβώς του σημείου, ποικίλλουν. Επειδή, όμως, Φίλοι και Συγγενείς, ξέρω ότι έχω ήδη φλυαρήσει αρκετά, επιφυλάσσομαι για μιαν άλλη, μελλοντική εγγραφή. Για μιαν άλλη διάσταση του τυφλού σημείου Χ –χρονική αυτή τη φορά. Με μιαν άλλη προσέγγιση, από μια διαφορετική οπτική γωνία που, για μένα προσωπικά, έχει τεράστια, ζωτική σημασία. Θα δούμε. Μέχρι τότε, σας χαιρετώ -ακριβώς στις τέσσερις και είκοσι-πέντε το απόγευμα αυτής της Παρασκευής που, αν προλάβω, θα το δω να γίνεται σούρουπο από κάποια γωνιά στο κέντρο της Αθήνας. Και από τον πέμπτο όροφο, ταυτόχρονα. Όπως όλοι ξέρουμε, άλλωστε, ο πέμπτος όροφος -με όλες τις εναλλακτικές του εκδοχές- μας ακολουθεί παντού.
Τι σόι τυφλό σημείο Χ θα ήταν αν δεν το έκανε;

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Η Επανάληψη Και Η Έκπληξη

Φίλοι και Συγγενείς,

Πολύ καλησπέρα σας! Σκοτείνιασε νωρίς –είναι μόλις πέντε και μισή- και έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει. Επιτέλους. Μια Κυριακή που σέβεται τον εαυτό της. Από αυτή την άποψη, δικαιολογεί και την σημερινή μου καταχώρηση σ’ αυτό το ηλεκτρονικό σημειωματάριο. Ξέρω ότι οι πολυάριθμοι φανατικοί οπαδοί οι οποίοι κυριολεκτικά κρέμονται από τον πέμπτο όροφο περίμεναν ότι θα φανώ συνεπής στο αρχικό πλάνο –να γράφω το κάτι τις μου κάθε δεύτερο Σάββατο. Τι να πω; Τα πλάνα είναι για να αλλάζουν. Ακόμα και για όχι και τόσο κολακευτικούς λόγους. Χθες, ας πούμε, ήμουν κι εγώ κρεμασμένος. Το λένε και hangover –οι πιο κακόπιστοι. Εγώ δεν το λέω. Σιωπώ και περιμένω να ξεθυμάνει. Δουλεύω όσο αντέχω και μετά καταρρέω στον καναπέ. Χθες, ας πούμε, άντεξα να φτιάξω ένα κεφάλαιο για ένα κείμενο των ημερών. Μετά, ο υπολογιστής άρχισε να σαλεύει και αποφάσισα να τον κλείσω για να σωθώ. Τα κατάφερα.
Και τώρα είμαι πάλι εδώ. Γιούπι –αλλά ας είμαστε ψύχραιμοι. Στα απέναντι μπαλκόνια βλέπω φως και μερικές φιγούρες να κινούνται πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες. Λίγο ακόμα και θα κατηγορηθώ για ηδονοβλεψίας. Πίσω στην οθόνη. Δεν χρειάζεται να δει κανείς και πολλά περισσότερα. Η φαντασία μπορεί να κάνει την υπόλοιπη δουλειά. Μπορεί να ακούσει τις φωνές, τις οικογενειακές συνομιλίες, τους καυγάδες και τις συμφιλιώσεις, τις συμβουλές και τις αντιρρήσεις –και λοιπά και λοιπά. Μπορεί να ακούσει και τα αστεία –κυρίως αυτά. Μπορεί να χαμογελάει, ειδικά ένα τέτοιο σκοτεινό και βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ηθικό δίδαγμα: η μελαγχολία της Κυριακής είναι ένας ανόητος, ανώφελος μύθος. Αδικεί τις Κυριακές. Ας τον ξεχάσουμε –έτσι εύκολα μπορεί να ξεμπερδεύει κανείς με τους μύθους, κατά τη γνώμη μου. Και ας ευθυμήσουμε.
Λοιπόν, στο θέμα μας. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Νωρίτερα σήμερα, λίγο μετά το μεσημέρι, είχα τελειώσει ενάμιση ακόμα κεφάλαιο για εκείνο το κειμενάκι που λέγαμε. Μια παιδική αστυνομική ιστορία. Τέλος πάντων. Η δουλειά πήγε καλά, ένιωσα καλά απέναντι στον ήρωα-αφηγητή και στις λέξεις και, καθώς η Αθήνα ήταν ακόμα στεγνή, ξεκίνησα για τον καθιερωμένο μου περίπατο προς το κέντρο. Δεν έφτασα μέχρι εκεί. Δεν χρειάστηκε. Κάθισα σε ένα από τα λίγα, εκλεκτά και τυχερά στέκια που με φιλοξενούν κατά καιρούς, μια καφετέρια κοντά στην περιοχή του Caravel. Μόλις κυκλοφορήσει το best-seller που περιμένει η οικουμένη, θα αρχίσω να πηγαίνω και στο ίδιο το Caravel και σε πολλά άλλα μέρη τα οποία υποψιάζομαι ότι με σνομπάρουν. Μέχρι τότε, προτιμώ τα περίχωρα. Και προλαβαίνω να σνομπάρω εγώ αυτά τα πολλά άλλα απάτητα μέρη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη αστεία ιστορία. Για μιαν άλλη φορά.
Κάθισα στο καφενεδάκι για δυο ώρες, ήπια τον τρίτο καφέ της ημέρας και, γύρω στις πέντε παρά τέταρτο πήρα τα μάτια και όλο το υπόλοιπο σώμα μου, συν την τσάντα με τα βιβλία και τα τετράδια, τον αναπτήρα, τα κλειδιά του σπιτιού και μερικά ακόμα περιουσιακά στοιχεία και διέσχισα την οδό Μιχαλακοπούλου για να γυρίσω στη βάση μου. Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Η βροχή είχε ήδη αρχίσει και είχε σηκωθεί αέρας. Κοντολογίς: ξεπάγιασα. Ωραίοι οι περίπατοι αλλά ο καιρός παίζει έναν καθοριστικό ρόλο. Αυτή είναι η δική μου κατάθεση στο διάσημο εγχειρίδιο του περιπατητή που το συνθέτουμε όλοι μαζί, Φίλοι και Συγγενείς, προχωρώντας κυριολεκτικά βήμα-βήμα σε πεζοδρόμια, λεωφόρους, σκάλες και άλλα τινά.
Ναι.
Μόλις έφτασα σώος στο σπίτι και έκλεισα πίσω μου την πόρτα του σαλονιού, χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα για να ανάψω το φως –έχει καεί μια λάμπα, αναβάλλω εδώ και πέντε ή έξι μήνες να την αλλάξω και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να βάζω στοιχήματα σχετικά με το κατά πόσο θα βρω το σωστό διακόπτη. Οι μικρές απολαύσεις της ζωής. Σε εκείνο το ελάχιστο διάστημα της αναζήτησης με ψηλαφητά παράλληλα του κατάλληλου διακόπτη, λοιπόν, κι ενώ αναρωτιόμουν τι ακριβώς θα ξεφούρνιζα σήμερα εδώ πέρα, αναρωτήθηκα πόσες φορές έχω επαναλάβει αυτό τον αθηναϊκό περίπατο, μια παράδοση που κρατάει εφτά χρόνια τώρα –και χωρίς ποτέ να με έχει πιάσει φαγούρα, σας το ορκίζομαι. Φυσικά, η απάντηση είναι εξωφρενικά κοινότοπη, αυτονόητη και ξέρω ότι όλοι το έχουμε σκεφτεί δεκάδες φορές. Δεν είναι αυτό το θέμα μου. Αλλά έχει σχέση με το θέμα μου. Η μόνη απάντηση, λοιπόν, είναι ότι δεν έχω επαναλάβει ούτε μια φορά αυτό τον περίπατο.
Πώς αλλιώς;
Η επανάληψη, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Επιτρέψτε μου την ανάπτυξη της κοινοτοπίας για μερικές αράδες ακόμα –εδώ που τα λέμε, σπάνια μια κοινοτοπία έβλαψε κάποιον, αντίθετα με δεκάδες πρωτοτυπίες που αποδείχτηκαν απίστευτα βλαβερές. Η επανάληψη, λοιπόν, αυτό το κυκλικό σχήμα της διαρκούς επαναφοράς των ανθρώπων και των πραγμάτων, δεν υπάρχει παρά στο βαθμό που της το επιτρέπουμε πιστώνοντάς την με αυτό ακριβώς –με την ύπαρξη. Μ’ άλλα λόγια, η επανάληψη είναι, αν έτσι νομίζουμε. Ο βαρετός επαναληπτικός κύκλος υπάρχει, τροφοδοτείται και ανακυκλώνει τον εαυτό του όσο εμείς οι ίδιοι γυρίζουμε τη σβούρα, όσο εμείς οι ίδιοι σπρώχνουμε βαριεστημένοι, όσο –νομίζουμε ότι- γυρνάμε γύρω από τον ίδιο άξονα, ζαλισμένοι, υπνωτισμένοι και ελαφρώς αηδιασμένοι. Ξανά και ξανά. Χωρίς τέλος και χωρίς ένα ασφαλές σημείο για να σκύψουμε το κεφάλι και να απαλλαγούμε από τη ναυτία με τον παλιό καλό τρόπο.
Όχι και τόσο ευχάριστη σκέψη. Μιλάω, φυσικά, για αυτό που θα αποκαλούσαμε φαύλο κύκλο. Η φαυλότητα έγκειται, βέβαια, στη συνθήκη της επανάληψης.
Όπως είπα, επιστρέφοντας σήμερα από την καφετέρια, συνειδητοποίησα για μιαν ακόμα φορά που ήταν ήδη εντελώς πρώτη, καινούρια και διαφορετική από όλες τις άλλες, ότι η επανάληψη, πράγματι, δεν υπάρχει. Είναι προϊόν μιας από τις πολλές παρεξηγήσεις που, με έναν εξαιρετικά ύπουλο τρόπο, μας διέφυγε σε κάποια αν-ιστορική στιγμή της Ιστορίας και παγιώθηκε και εγκαταστάθηκε για τα καλά στα πολυάσχολα μυαλά μας. Κακώς. Και ξέρω ότι συμφωνούμε όλοι σ’ αυτό. Το ότι η επανάληψη δεν υπάρχει, αυτό οφείλεται και στο επίσης αυτονόητο γεγονός ότι κανείς μας δεν είναι ο ίδιος όταν «επαναλαμβάνει» μια κάποια διαδικασία καθώς και στο εξίσου αυτονόητο γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν «επαναλαμβάνει» επακριβώς μια διαδικασία. Ας μην προχωρήσουμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα διαδικασιών και καταστάσεων γιατί ο πέμπτος όροφος είναι εκτεθειμένος και σε θέα ανηλίκων και οι ανατριχιαστικές ή όχι και τόσο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες είναι, έτσι κι αλλιώς, περιττές.
Εντάξει. Ώστε η επανάληψη δεν υπάρχει. Σπουδαία ανακάλυψη. Προτού βαρεθούμε όλοι λέγοντας τα ίδια και τα ίδια, καλό είναι να τσακιστώ να αρθρώσω και κάτι όχι και τόσο κοινότοπο –ούτε και πρωτότυπο, βέβαια αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Αφού είναι τόσο σαφές ότι η επανάληψη δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί έχουμε εφεύρει λέξεις όπως ρουτίνα, ανία και βαρεμάρα; Κυρίως, γιατί έχουμε εφεύρει την εφιαλτική λέξη πλήξη; Κατ’ αρχάς, για να τις αποφεύγουμε. Για να το στρίβουμε δι’ άλλων λέξεων και να γλιτώνουμε τις κακοτοπιές. Για να φυλαγόμαστε, για να προστατευόμαστε από τις κακοτοπιές. Για να σωθούμε. Πιο σωστά: για να σωζόμαστε. Τώρα και πάντα. Ξανά και ξανά. Για πρώτη και τελευταία φορά και για κάθε φορά, κάθε μέρα.
Φίλοι και Συγγενείς, ακούω τα τύμπανα και τις σάλπιγγες και με μια εξόχως θεατρική χειρονομία, ιδού που ετοιμάζομαι να ανάψω τα φώτα του πέμπτου ορόφου. Και να επικαλεστώ την εκ-πλήξη του καθ’ ημέραν. Του καθημερινού. Την επαναλαμβανόμενη και ποτέ ίδια αλλά πάντα διαφορετική, εξίσου συναρπαστική και διαρκή έκπληξη. Που υπάρχει ακόμα και αν δεν την πιστώνουμε με καμιά ύπαρξη, ακόμα και αν δεν της αναγνωρίζουμε καμιά υπόσταση. Αντίθετα με τη βαρετή, ψυχοφθόρα επανάληψη που υπάρχει μόνο στο βαθμό που εμείς το νομίζουμε, η έκπληξη υπάρχει γύρω μας καθημερινά ακόμα και –ή ειδικά- όταν δεν το νομίζουμε, όταν δεν το πιστεύουμε. Νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς, ότι, στην εμμονή με την οποία αγωνιούμε και προσπαθούμε όλοι να «σπάσουμε τη ρουτίνα» κάναμε το λάθος, όχι να αποκλείσουμε την έκπληξη –δεν μπορείς να αποκλείσεις την έκπληξη- αλλά να την παραγνωρίσουμε. Να την προσπεράσουμε. Να την αγνοήσουμε.
Η ίδια η ζωή μας είναι μια τέτοια διαρκής, προκλητική, ανακαινιστική και αναζωογονητική έκπληξη και δεν μιλάω καν για τυχόν αλλόκοτα ή συγκινητικά ή μελοδραματικά περιστατικά που μπορεί να δούμε ή να συναντήσουμε σε έναν περίπατο όπως ο δικός μου σημερινός αθηναϊκός στην οδό Μιχαλακοπούλου. Όχι. Δεν μιλάω για τον άνθρωπο με τις παντόφλες που προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο στη βροχή ή για τη γριά που σκόρπιζε ψίχουλα και αναρωτιόταν πού έχουν χαθεί τα περιστέρια. Δεν μιλάω ούτε για την κοπέλα που είχε τυλίξει το πολύχρωμο κασκόλ γύρω από το στόμα της και δάκρυζε για κάποιο λόγο που κανείς ποτέ δεν θα μάθει. Δεν μιλάω γι’ αυτά ή δεν μιλάω μόνο γι’ αυτά.
Η έκπληξη του καθ’ ημέραν συνίσταται σ’ αυτή τη στιγμιαία και αποφασιστική ρωγμή, σ’ αυτό το έξοχο και πάντα ήδη υπάρχον ρήγμα που καταφέρνει η πραγματική ζωή στο συμβατικό μας χρόνο, γι’ αυτή τη χαραμάδα που ανοίγουμε ακόμα και χωρίς να το θέλουμε στο στεγανό του ιστορικού και του ημερολογιακού ή του ωρολογιακού μας χρόνου και που, μέσα απ’ αυτήν, διεισδύει η αιωνιότητα στη στιγμή μας, διαχέεται το Αιώνιο συμπυκνωμένο σε ένα διαρκές και παραμόνιμο εδώ και τώρα –και πάντα, ναι. Είναι αυτή η εκπληκτική συνέχεια των ημερών μας, δεμένη αξεχώριστα με την αυτοτέλεια, το όλο και το επιμέρους, χωρίς διακριτικά, χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς αποσπασματικές κατατμήσεις. Το τώρα και το πάντα, σε μια ακόμα αθηναϊκή μέρα, στη διάρκεια ενός περιπάτου που μπορεί να χρονομετρηθεί αλλά που είναι αδύνατο να χρονομετρηθεί γιατί, πολύ απλά, ενώνει –στη δική μου περίπτωση, ας πούμε- το 1982 και το 2008, την 13η Ιούλη και αυτήν εδώ την 23η Νοέμβρη. Πιστέψτε με, το κάνει.
Οι ημέρες μας, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι τα αυτοτελή διηγήματα μιας συλλογής αλλά τα πλήρη κεφάλαια ενός μυθιστορήματος-ποταμού που κλείνουν για να ανοίξουν πάλι στην επόμενη σελίδα, που διαχέονται το ένα στο άλλο, που διαπλέκονται, συμπλέκονται, διαρρηγνύουν τη χρονική ανεπάρκειά μας και την αναζωογονούν, την ανασταίνουν, την μεταμορφώνουν σε αιωνιότητα και καθρεφτίζονται στο μυθιστορηματικό μας επίλογο-θάνατο μόνο και μόνο για να νοηματοδοτηθούν. Για να αναστραφούν και να αναδιπλωθούν στον εαυτό τους και να διαβαστούν πάλι και πάλι, με ολοένα και νέο, πιο πλήρες, πιο εντελές νόημα. Με άλλα λόγια, ο κύκλος δεν είναι ποτέ φαύλος γιατί δεν είναι κλεισμένος στον εαυτό του, γιατί κάπου, σε κάποιο σημείο του, υπάρχει αυτή η εκπληκτική καθημερινή ρωγμή, η παρουσία μας και τα αθροίσματα των απουσιών, των δικών μας και των άλλων ανθρώπων, και, αυτή η ρωγμή υφίσταται ως ένα είδος αγωγού, ένα καλώδιο, ας πούμε, μια ακτίνα ή μια αντένα που μας επιτρέπει βρισκόμαστε σε επαφή, να πιάνουμε επαφή με το αιώνιο. Με το άπειρο. Και με το απόλυτο.
Τελικά, η έκπληξη συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μας έχει ένα υπέροχο νόημα που αναδύεται καθημερινά και εμπλουτίζεται και πληθαίνει, πλαταίνει και διευρύνεται χωρίς ποτέ να κομματιάζεται και να ξεχειλώνει, επαρκές και αδιαπραγμάτευτο. Η έκπληξη συνίσταται σ’ αυτό το νόημα που βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη και, ταυτόχρονα, τελεσφορεί καθημερινά. Η έκπληξη είναι η αιωνιότητα της κάθε μέρας. Η προβολή του αιώνιου σε ένα εικοσιτετράωρο, καθόλου συμβολικά, καθόλου αλληγορικά ή μεταφορικά παρά εξόχως κυριολεκτικά, πρακτικά. Πραγματικά και χειροπιαστά. Οι διαχωρισμοί, τα δίπολα, οι αντινομίες της ζωής μας, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι παρά προϊόντα αυτής της παρεξήγησης που λέγαμε. Μας επιβάλλουν ένα εντελώς ατελές παρόν, αποκομμένο και ριγμένο στο πουθενά, ασυνάρτητο, καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, το παρελθόν του και το μέλλον του. Και η επανάληψη είναι η α-ανοησία που δεν υπάρχει παρά στο βαθμό που της το επιτρέπουμε, που την προβάλλουμε φαντασιακά και την αφήνουμε να λεκιάζει, να ασχημαίνει τις μέρες μας. Τη ζωή μας.
Η επανάληψη –η ίδια η πλήξη, δηλαδή- χρειάζεται το συμβατικό χρόνο και τον ιστορικό χρόνο και η αλήθεια είναι ότι θα εξακολουθήσει να υπάρχει και να κυριαρχεί, θα εξακολουθήσει να επαναλαμβάνεται όσο εμείς αγνοούμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο και, ωστόσο, διαρκές και καθημερινό μέγα Συμβάν –την έκπληξη της αιώνιας μεταμόρφωσης του στιγμιαίου σε αιώνιο. Ας το πούμε αλλιώς: το αιώνιο δεν καταργεί, δεν είναι αντίθετο, δεν χωρίζεται από το στιγμιαίο. Χρειάζεται το στιγμιαίο όπως –για να το θέσω πολύ χοντρικά- η έννοια χρειάζεται τη λέξη για να εκφραστεί. Ας καταργήσουμε αυτό το ξεροκέφαλο, κοντόφθαλμο είτε / είτε. Δεν υπάρχει διαλεκτική, Φίλοι και Συγγενείς. Το ξέρουμε αυτό. Δεν υπάρχει η θέση και η αντίθεση και η σύνθεση, αυτή η φιλοσοφική εκδοχή του κατασκευασμένου, αποστειρωμένου και τεχνητού σύμπαντος των εξισώσεων, που τις συμβιβάζει. Όχι.
Υπάρχει μόνο η παραμόνιμη καθημερινή υπέρβαση που είναι η ίδια μας η ζωής κι αν τα φιλοσοφικά συστήματα την αγνοούν τούτο συμβαίνει, πολύ απλά, επειδή μόνο η επανάληψη μπορεί να είναι συστηματική –και όχι η έκπληξη. Αυτή δεν υπάγεται σε κανένα σύστημα, είναι εξόχως α-συστηματική, αυθεντικά ελεύθερη και ενθουσιαστικά μεταμορφωτική.
Ξέρετε, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή η καφετέρια που επισκέφθηκα σήμερα, κοντά στο Caravel, αυτό το γαλλικού τύπου μπιστρό όπου κάθισα για κανένα δίωρο, έχει ένα όμορφο γαλλικό όνομα που σε ελεύθερη ελληνική απόδοση σημαίνει περίπου το σταμάτημα του χρόνου. Καθόλου τυχαίο –φυσικά. Διότι αυτή ακριβώς η αεικίνητη ακινησία του αιώνιου χρόνου μας, αυτή η πολυμορφική, πολυπρόσωπη ομοιογένεια, αυτή η πολλαπλότητα του ενός και απόλυτου νοήματος της ζωής μας, αυτή ακριβώς είναι η Έκπληξη που συνταιριάζει τα διεστώτα, που ξεπερνά τις αντιφάσεις, που αναδημιουργεί τον κόσμο ξεκινώντας κάθε πρωί και τελειώνοντας τη δουλειά της κάθε βράδυ. Και μπορούμε όλοι να σκεφτούμε ένα σωρό ακόμα πολυσύλλαβες και εντυπωσιακές λέξεις προσπαθώντας να το περιγράψουμε και, κατά πάσα πιθανότητα, θα τα καταφέρουμε όλοι εξίσου καλά. Το ζητούμενο, όμως, είναι το αυθεντικό καθημερινό βίωμα αυτής της έκπληξης. Η αποδοχή της. Το κοίταγμα και η κατάφαση στη ρωγμή που δεν διασπά αλλά μεταμορφώνει τον φαύλο κύκλο και τον μετατρέπει –σε τι άλλο; Στον κύκλο της κατανόησης και της πραγματικής, της όντως αυθεντικής ζωής.
Ναι.
Φλύαρο το σημερινό κείμενο. Απολογούμαι γι’ αυτό και σπεύδω να βάλω μια τελεία. Δεν το είχα υπολογίσει σωστά. Και να σκεφτείτε ότι όλα αυτά προέκυψαν εξαιτίας ενός συνηθισμένου κυριακάτικου αθηναϊκού περιπάτου. Εξαιτίας της δικής μου ρουτίνας. Κοίτα να δεις.
Εκπληκτικό δεν είναι;

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Ανακαίνιση

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας! Η μέρα ξεκίνησε όπως οι περισσότερες, με καφέ και διάβασμα στο σαλόνι, το φόντο είναι, επιτέλους, φθινοπωρινό και έτσι είπα να αναβάλω το ταξίδι στα βόρεια του κόσμου για κάποια άλλη μέρα ενώ η συννεφιά μεταμορφώνει το μεσημέρι, το κάνει να μοιάζει με δειλινό και κάνει εμένα να αισθάνομαι λες και μου έχουν μόλις προσφέρει ένα απροσδόκητο δώρο. Ένα επιπλέον δώρο, για την ακρίβεια. Η ευφορία είναι όση χρειάζομαι ώστε να νιώθω ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για ένα ακόμα πέρασμα από το ψηφιακό προσκήνιο της γιορτής. Η ευφορία καθώς και το γεγονός ότι, μετά το όμικρον, τώρα έχει χαλαρώσει και το πλήκτρο του άλφα –απίστευτο αλλά αληθινό. Μόλις εξαντληθούν τα φωνήεντα και πάμε στα σύμφωνα, θα αρχίσω να φτιάχνω λέξεις με τα ξεχαρβαλωμένα μου πλήκτρα, ένα είδος scrabble ή κάτι τέτοιο, και θα γράψω ένα μυθιστόρημα συνωμοσίας, με μεταφυσικούς κωδικούς που υποβάλλει στον ήρωα ο στοιχειωμένος υπολογιστής του. Μέχρι τότε, θα γράφω κάτι άλλο. Κάτι σαν αυτό εδώ, ίσως. Θα δούμε.
Αυτές τις μέρες, όπως και πολλές ακόμα, παλιότερες μέρες, σκεφτόμουν την αγωνία του ανθρώπου, την αγωνία μας, Φίλοι και Συγγενείς, για το καινούριο. Για την καινούρια αρχή. Στη λογοτεχνία. Στην τέχνη, γενικά. Σκεφτόμουν την αγωνία για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή. Η σκέψη μας κινείται συχνά μ’ αυτό τον τρόπο, έτσι δεν είναι; Από τη λογοτεχνία στη ζωή. Προσωπικά, είναι η αγαπημένη μου κίνηση, ο πιο ωραίος, ουσιαστικός περίπατος. Ο δεύτερος στην αξιολογική κλίμακα των περιπάτων που προτιμώ είναι, φυσικά, ο ακριβώς αντίστροφος. Από τη ζωή στη λογοτεχνία. Και πάει λέγοντας. Σημασία, όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει, δεν έχει ο περίπατος. Αλλά ο προορισμός. Σκέφτομαι συχνά ότι όποιος θεωρεί στ’ αλήθεια ότι είναι το ταξίδι και όχι ο προορισμός που μετράει, ότι είναι η διαδρομή που αξίζει και όχι η Ιθάκη, λοιπόν, καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Ας ρωτήσουμε και τον ταλαιπωρημένο τον Οδυσσέα. Νομίζω ότι αυτό θα ήταν αρκετό για να μας πείσει. Εκείνους από εμάς που δεν είμαστε φίλοι των extreme sports, εν πάση περιπτώσει. Έτσι είναι. Η πραγματική περιπέτεια, η αυθεντική περιπέτεια αρχίζει όταν ανοίγει κανείς τα μάτια στην ακτή της Ιθάκης. Παρενθετικά, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι έχει παραγίνει αυτός ο συμβολισμός με την Ιθάκη. Ως Κύπριος, νιώθω ριγμένος, θιγμένος και διάφορα άλλα πράγματα. Τι μας λείπει εμάς, δηλαδή; Ας είναι, όμως. Δεν θα το λύσουμε τώρα. Χάριν ευφωνίας και σαφήνειας, εμμένω στην Ιθάκη. Πάμε παρακάτω.
Στην ανακαίνιση. Αυτό δεν είναι που προτάθηκε ως αίτημα, ως στόχος, τόσες και τόσες φορές, από καταβολής κόσμου; Μια ανακαίνιση στη λογοτεχνία. Και μια ανακαίνιση στη ζωή του καθενός και όλων μας, όπως νομίζω ότι αξίζει να συμπληρώσει κανείς –αλλιώς δεν θα είχε και πολύ νόημα. Ζητάμε πάντα να πάμε, να γυρίσουμε, να επιστρέψουμε και να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Σε νέα θεμέλια, σε νέες συνθήκες και σε νέες αντιλήψεις, θεωρήσεις, ερμηνείες, αποφάνσεις. Σε νέες λέξεις. Και προσπαθούμε σκληρά για αυτό το καινούριο ξεκίνημα. Τις περισσότερες φορές, είμαστε τόσο σίγουροι ότι πρωτοπορούμε ώστε, όταν φτάνουμε και βλέπουμε ένα ολόκληρο πλήθος να είναι ήδη εκεί, ίσως για χρόνια ολόκληρα, και να μας περιμένει χαζεύοντας αδιάφορα δεξιά κι αριστερά, απογοητευόμαστε, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι πιάσαμε λάθος λιμάνι και φεύγουμε πάλι, για –ω, ναι- ένα καινούριο ξεκίνημα, μια νέα αρχή, μιαν κάποια πρωτοτυπία. Και λοιπά. Τελικά, ερωτευόμαστε το ταξίδι, δεσμευόμαστε, εγκλωβιζόμαστε σ’ αυτό και με το έξυπνο κόλπο της υποτιθέμενα ασήμαντης Ιθάκης, προσπερνούμε τα περισσότερα λιμάνια βολοδέρνοντας χωρίς ιδιαίτερο λόγο και πρωτοτυπώντας με Σκύλες και Κύκλωπες και όλα τα άλλα υπέροχα πλάσματα του ωκεανού και του δάσους. Είναι κρίμα αλλά είναι και εξαιρετικά ευεξήγητο, σχεδόν λογικό.
Απαξιώνουμε την Ιθάκη για χάρη του ταξιδιού.
Μ’ άλλα λόγια: απαξιώνουμε την ανακαίνιση για χάρη της ανακαίνισης. Παράξενη πρόταση. Αλλά έχει τη σημασία της. Δώστε μου λίγες αράδες ακόμα –μιας και θα τις καταχραστώ έτσι κι αλλιώς.
Στην πραγματικότητα, Φίλοι και Συγγενείς, η ανακαίνιση έχει ήδη γίνει. Η λογοτεχνία και η τέχνη, γενικά, έχουν ανακαινιστεί τόσες και τόσες φορές ώστε οι περισσότεροι από εμάς δεν τις αναγνωρίζουμε πια. Ούτε οι ίδιες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, για να είμαστε ειλικρινείς. Φταίει αυτή η απαξίωση της αυθεντικής, μοναδικής ανακαίνισης που –το λέω ξανά- έχει ήδη γίνει. Φταίει αυτή η απαξίωση που μας κάνει να στοιβάζουμε, να σωρεύουμε «ανακαίνιση στην ανακαίνιση» και να εθελοτυφλούμε στο προφανές του προορισμού που είναι η αφετηρία. Η αυθεντική απαρχή της ζωής. Ώστε η λογοτεχνία και η τέχνη είναι πλήρως ανακαινισμένες. Μαζί τους, κυρίως, πλήρως ανακαινισμένη είναι και η ζωή. Όλα έχουν ειπωθεί ήδη, Φίλοι και Συγγενείς, και γι’ αυτό ακριβώς καλά θα κάνουμε να συνεχίσουμε να μιλάμε, να συνεχίσουμε να γράφουμε και να συνεχίσουμε να ζούμε. Η αλήθεια είναι ότι ουδέν κρυπτόν και ουδέν καινό υπό τον ήλιο –τρελαίνομαι για τέτοιες αρχαΐζουσες ατάκες. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι όσο εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε και δεν έχουμε γίνει ακόμα ήλιοι –εντάξει, το ξέρω ότι ακούγεται κάπως μελό αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω- τότε τα πάντα είναι πάντα ήδη κρυπτά και όχι ακόμα καινά. Όχι ακόμα καινούρια. Η ανακαίνιση είναι μια καταπληκτική, πλήρως συντελεσμένη πραγματικότητα αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία όσο εμείς δεν έχουμε μάτια ανοιχτά για να την δούμε, όσο εμείς είμαστε υπερβολικά τυφλωμένοι και απασχολημένοι να κατεργαζόμαστε μια φαντασιακή, δική μας, υποτίθεται, ανακαίνιση –εξαιτίας της οποίας απαξιώνουμε τον ήδη ανακαινισμένο κόσμο, την Ιθάκη στην οποία ήδη πάντα και, ταυτόχρονα, όχι ακόμα –
Είμαστε.
Κοντολογίς: η ανακαίνιση είναι ήδη αλλά εμείς είμαστε όχι ακόμα σε σχέση με αυτήν. Ας πούμε ότι το σπίτι μας έχει ήδη ανακαινιστεί και μας περιμένει αλλά εμείς αρνούμαστε να περάσουμε το κατώφλι και κόβουμε βόλτες στον κήπο και στην αυλή και στους διπλανούς δρόμους προσπαθώντας να σκεφτούμε ποιος από μας θα καταφέρει πρώτος να κάνει μια δική του, φανταστική ανακαίνιση σε ένα σπίτι ξένο, αόρατο. Ή ας πούμε ότι το σπίτι έχει ήδη ανακαινιστεί αλλά εμείς έχουμε κουρνιάσει και κοιτάμε έξω από το παράθυρο, εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα απολύτως για να δούμε. Δεν ξέρω γιατί δεν ανοίγουμε τα μάτια για να συνειδητοποιήσουμε αυτό που, βαθιά μέσα μας, ο καθένας και όλοι μας, ήδη ξέρουμε –ότι είμαστε ήδη εκεί, εδώ και κάπου αλλού, στην Ιθάκη και στην Εδέμ και στον όντως αυθεντικό κόσμο. Ίσως μας τρομάζει η προοπτική γιατί, μάλλον κατά λάθος, επειδή το παρεξηγήσαμε ή επειδή δεν προσέχαμε όταν ανακαινιζόταν η κατάσταση, ταυτίσαμε την άφιξη με το τέλος. Για μιαν ακόμα φορά, ο γέρο-Οδυσσέας θα είχε να μας πει μερικά ενδιαφέροντα πράγματα αν βρίσκαμε το κουράγιο να τον ρωτήσουμε. Μήπως η περιπέτεια τέλειωσε όταν έφτασε στην Ιθάκη; Εντάξει, ας μην παίζουμε με τον πόνο ενός ήρωα. Το έχουμε κάνει και είναι πάντα το ίδιο οδυνηρό.
Ο προορισμός είναι η αφετηρία της ανακαίνισής μας, Φίλοι και Συγγενείς. Ώσπου να ανακαινιστούμε εμείς οι ίδιοι, ώσπου να επιτρέψουμε και να δεξιωθούμε μέσα μας αυτή την εντελώς προσωπική –κάτι που σημαίνει, ταυτόχρονα, γνήσια οικουμενική- ανακαίνιση, το πιθανότερο είναι ότι θα εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε γύρω μας ανύπαρκτες βραχονησίδες, νησιά, ακτές και ηπείρους. Θα συνεχίσουμε να σκαρφιζόμαστε απίθανες παρεκκλίσεις και παρακάμψεις και θα πανηγυρίζουμε τις συναντήσεις μας με τα πλάσματα του δάσους και της θάλασσας σαν να ήταν αυτές η ανακαίνιση που ζητούσαμε. Σαν να ήταν αυτές η ανακαίνιση που πάντα ζητάμε. Αν είναι κάτι που μας ψιθυρίζουν οι ιστορίες, Φίλοι και Συγγενείς, αν είναι κάτι για το οποίο μας βάζουν σε υποψίες όλες οι ιστορίες που έχουν ήδη όλες ειπωθεί, είναι ότι είμαστε ελεύθεροι και υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να τις διηγούμαστε, με όλους τους τρόπους, όπως και όσο μπορεί ο καθένας, όχι για να φτάσουμε κάποτε στην Ιθάκη αλλά για να ξυπνήσουμε επιτέλους στην ακτή της και να υποδεχθούμε, να αφομοιώσουμε την Ιθάκη μέσα μας, να δεξιωθούμε την ανακαίνιση μέσα μας.
Είμαι σίγουρος ότι αυτή θα είναι μια δεξίωση που δεν θα ξεχάσει κανείς. Και είμαι αρκετά αισιόδοξος ότι αυτή είναι, επίσης, μια δεξίωση από την οποία δεν θα λείψει κανείς γιατί, πολύ απλά, δεν μπορεί να λείψει, δεν είναι δυνατόν να λείψει –πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Είσαι και είμαι και είμαστε όλοι ήδη εκεί / εδώ / αλλού περιμένοντας το σύνθημα, την έκρηξη των πυροτεχνημάτων ή το φελλό της σαμπάνιας ή κάτι παρόμοιο και, ίσως-ίσως, λιγότερο εντυπωσιακό, για να δούμε να ανάβουν τα φώτα. Και να γνωριστούμε από την αρχή. Μεταμορφωμένοι, προσωπικοί και ανακαινισμένοι. Όχι πια και, επιτέλους, ήδη όντως εμείς. Κάτι τέτοια μου λέει, σήμερα, ο λογισμός, το όνειρο και μια πολύ πιο απλή, καθημερινή σκέψη, την ώρα που η συννεφιά κάνει ώστε να αναδυθεί η ευκρίνεια των περιγραμμάτων στις απέναντι πολυκατοικίες και ο πέμπτος όροφος μοιάζει στο μυαλό μου σαν το κατάρτι ή τον ιστό αυτού του ιστολογίου ή ιστότοπου ή όπως αλλιώς το λένε, χωρίς σημαία ή λάβαρο ή κάποιο άλλο έμβλημα παρά μόνο με τη μεγαλοπρεπέστατη μπουγάδα, τη δική μου και των γειτόνων, να σαλεύει θριαμβευτικά και να διακηρύσσει ότι οι προσωπικοί άνθρωποι, όλα τα πρόσωπα, όλοι εμείς, Φίλοι και Συγγενείς, είμαστε, δυνητικά πάντα ήδη και αυθεντικά όχι ακόμα, μεταμορφωμένοι, ανακαινισμένοι και καινοί.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Οικογενειακή Γιορτή

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σε όλους! Άργησα αλλά ήρθα –αν και ούτε εγώ δεν περίμενα ότι θα συνέβαινε ποτέ αυτό. Να βρίσκομαι εδώ. Ή εκεί, εν πάση περιπτώσει, αφού, στην πραγματικότητα, βρίσκομαι πάντα εδώ, στο γραφείο μου από ξύλο, σκόνη, καπνό και άλλα υλικά, στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας του Ζωγράφου. Ήδη από τη σημερινή, πρώτη ηρωική μου προσπάθεια να εγγραφώ σ’ αυτή την ψηφιακή οικογενειακή γιορτή, ξεκόλλησε το πλήκτρο του όμικρον από τον υπολογιστή μου. Οποιοσδήποτε άλλος θα καταλάβαινε τον κάκιστο οιωνό, θα προβληματιζόταν και θα τα παρατούσε –όχι εγώ, όμως. Έτσι, ελπίζω ότι δεν θα δικαιωθεί η αποστασία του όμικρον αλλά η επιμονή μου να λάβω μέρος στο πανηγύρι. Λογικά, θα είμαστε εδώ για να το δούμε.
Υπάρχει μια σχετική αμηχανία, προς το παρόν, και αυτό οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι οι περισσότεροι από σας δεν με ξέρετε. Αλλά θα σπάσει ο πάγος. Σε όλες τις οικογενειακές γιορτές αυτό γίνεται, άλλωστε. Σιγά-σιγά. Έπειτα, στην πραγματικότητα, έχουμε ήδη συναντηθεί. Πολλές φορές. Έχουμε βρει ο ένας τον άλλο στις σελίδες των αγαπημένων μας συγγραφέων, στις σελίδες των βιβλίων που ξεχωρίσαμε και, φυσικά, των βιβλίων που ευχηθήκαμε να μην είχαμε διαβάσει ποτέ. Συναντηθήκαμε σε τόσες σελίδες, τόσες πολλές φορές ώστε είναι μάλλον αναμενόμενο το οικογενειακό κλίμα που αισθάνομαι, έστω και επιφορτισμένο ακόμα με την αναμενόμενη αμηχανία της πρώτης εξωλογοτεχνικής γνωριμίας. Είμαστε όπως τα μακρινά ξαδέρφια που, σχεδόν εγκυκλοπαιδικά, γνωρίζουν το ένα την ύπαρξη του άλλου αλλά, κάποτε, όταν έρχεται η στιγμή που οι χοντρές θείες –δεν ξέρω γιατί οι θείες συνηθίζουν να είναι χοντρές αλλά αυτό δεν έχει σημασία- κάνουν τις επίσημες συστάσεις, αυτά κοιτάζονται βουβά, επιφυλακτικά και ελαφρώς καχύποπτα.
Φταίει το ανοίκειο νέο περιβάλλον. Η απουσία των σελίδων. Η απουσία της μοναχικής πολυπληθέστατης γιορτής μας. Κάτι τέτοιο.
Αλλά είναι παροδικό και το ξέρουμε. Οι θείες αποσύρονται και τα ξαδέρφια τα βρίσκουν για να ανάψει το γλέντι. Τα βιβλία κλείνουν και μας μένουν τα πρόσωπα για να σιγουρευτούμε ότι όντως βρήκαμε αυτό που ψάχναμε στις σελίδες. Που δεν ήταν οι ιδέες και οι λέξεις αλλά οι ολοζώντανοι Φίλοι και οι Συγγενείς. Όλοι εμείς, που συναντιόμαστε σε όλες τις ώρες της ημέρας, σε όλες τις χώρες του κόσμου, χωρίς την απαραίτητη μεσολάβηση του υπολογιστή και, φυσικά, χωρίς κανένα συμφωνημένο ραντεβού –αυτά είναι περιττές τυπικότητες στο σόι μας. Νομίζω ότι συμφωνείτε. Αλλιώς γιατί να είστε εδώ, εκεί ή οπουδήποτε αλλού, σ’ αυτή την αχανή έκταση της αγίας οικουμενικής μας οικογένειας;
Γι’ αυτό, Φίλοι και Συγγενείς, επιτρέψτε μου να μην συστηθώ, όχι αναλυτικά, τουλάχιστο –η χοντρή θεία δεν είναι ποτέ παρούσα όταν την χρειάζεσαι για να σε βγάλει από τη δύσκολη θέση. Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι πεθαίνετε από αγωνία να με γνωρίσετε αλλά θα σας κάνω το χατίρι να μην σας απαλλάξω εντελώς από αυτή την αγωνία. Ονομάζομαι Κυριάκος Μαργαρίτης, κατάγομαι από την Κύπρο και ζω σ’ αυτό τον θαυμάσιο πέμπτο όροφο εδώ και εφτά χρόνια. Όπως και οι περισσότεροι από εσάς, τους Φίλους και Συγγενείς μου, όταν δεν είμαι απασχολημένος να γνωρίζω κόσμο στις σελίδες που λέγαμε, γνωρίζω κι άλλο κόσμο στις σελίδες που δεν είπαμε ακόμα, σ’ αυτές που γράφω εγώ. Συμφωνώ ότι η οικογένειά μας έχει τρελαθεί να βγάζει συγγραφείς αλλά, εντάξει, στις μέρες μας, ποτέ δεν είναι αρκετοί, όπως όλοι ελπίζουμε.
Φέτος έχω συμπληρώσει τα 10+1 χρόνια που δηλώνω ότι είμαι συγγραφέας –ξεκίνησα μάλλον νωρίς- και όλο και περισσότεροι φαίνεται να πείθονται και να συμφωνούν μαζί μου. Αντίθετα με το πλήκτρο του όμικρον, αυτός είναι ένας καθώς πρέπει άριστος οιωνός. Σκέφτομαι την άγνωστη φίλη μου Λεμονιά Παλασσοπούλου, για παράδειγμα, που είπε, κάποτε, ότι έγραψα ένα καταπληκτικό αστυνομικό μυθιστόρημα και που, αν και δεν το ξέρει, έχει ήδη γίνει νονά της ηρωίδας μου Λεμονιάς που θα γεννηθεί σε ένα-δυο χρόνια. Ή ο άγνωστος φίλος –αλλά γνωστότατος συγγραφέας και στενός συγγενής μου από τη μεριά της γαλλογερμανικής γραμμής του σογιού- Αύγουστος Κορτώ που είπε ότι ένα κείμενό μου το βρήκε αριστούργημα. Τους ευχαριστώ και τους δυο με καθυστέρηση μηνών, τώρα που έχω αρχίσει να ξεμουδιάζω και να μπαίνω στο κλίμα του πάρτι.
Ναι.
Όπως είδατε, δεν χρειάζεται πάντα η παρουσία της χοντρής θείας για να παινέψει κανείς τον εαυτό του. Συγγνώμη γι’ αυτό –αλλά τώρα νιώθω λιγότερο άβολα. Επανέρχομαι, λοιπόν, στην εορταστική ατμόσφαιρα για να απαντήσω στο φλέγον ερώτημα που, υπό άλλες συνθήκες, θα μας έκανε όλους να χάσουμε τον ύπνο μας. Αναφέρομαι στο πανάρχαιο ενοχλητικό γιατί;
Γιατί εγώ;
Γιατί σ’ εσάς;
Γιατί εδώ / εκεί / αλλού;
Γιατί τώρα;
Λοιπόν, Φίλοι και Συγγενείς, όπως σε όλα τα παρόμοια πανάρχαια και εξίσου ενοχλητικά ερωτήματα, όπως κάθε φορά που παίρνουμε αποφάσεις προσπερνώντας λιγότερο ή περισσότερο διακριτικά την πληθώρα των διλημμάτων μας, η αδιαπραγμάτευτη, γενναία απάντηση είναι –
Γιατί όχι;
Βλέπετε, ανήκουμε σ’ αυτή την οικογένεια των προσωπικών σελίδων, σ’ αυτή την πατρίδα ή τη μητρίδα που είναι η βιβλιοθήκη μας των ζωντανών, αγαπημένων προσώπων και ξέρουμε καλά ότι, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζεται με σθένος σε διάφορες επιστημονικές θεωρίες, εντούτοις, στη δική μας ζωή, στην πραγματική και ουδόλως εικονική ή φασματική μας ζωή, τα αποτελέσματα προηγούνται. Τις αιτίες θα τις βρούμε μετά και θα τις βρούμε έτσι οικογενειακά, όλοι μαζί. Γιατί, πολύ απλά, δεν γίνεται αλλιώς. Γιατί κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε κάτι τέτοιο όσο είναι μόνος του. Γιατί τα διλήμματα δεν υπερβαίνονται ποτέ αν αυτοί που θα επιχειρήσουν την υπέρβαση δεν είναι τουλάχιστο τρεις.
Μαγικός αριθμός, έτσι δεν είναι; Υπερβατικός. Και νομίζω ότι είναι κατάλληλος για την περίσταση –για κάθε περίσταση. Κανείς δεν σώζεται μόνος. Είναι ευτύχημα, λοιπόν, που η οικογένειά μας, με όλες τις παιδικές της ασθένειες, πάντως δεν πάσχει από υπογεννητικότητα. Πληθαίνουμε ως πρόσωπα μαζί με τις λέξεις και, ώρες-ώρες, το φλέγον ερώτημα που λέγαμε αντιστρέφεται και τίθεται στο μυαλό μου περίπου ως:
Γιατί άργησες τόσο;
Βέβαια, είναι ρητορικό και είναι αποκλειστικά εις εαυτόν, το εν λόγω ερώτημα. Ας το προσπεράσουμε. Στην οικογένειά μας, Φίλοι και Συγγενείς, κανείς δεν αργεί. Και κανείς δεν λείπει. Απλώς, έρχεται, εμφανίζεται κάποια στιγμή και χτυπά το κουδούνι. Και όσοι είναι ήδη εκεί του ανοίγουν και τον υποδέχονται. Κάπως έτσι. Η γιορτή δεν περιμένει κανέναν για να ξεκινήσει και δεν σταματά, ευτυχώς, όποιος κι αν αποφασίσει να φύγει. Απλώς, όσο πιο πολλοί, τόσο πιο καλά γιατί, όπως και να το κάνουμε, αλλιώς γιορτάζουν οι γονείς με τα δυο παιδιά τους κι αλλιώς το σόι που χρειάζεται την πλατεία ενός μικρού χωριού για να στρατοπεδεύσει. Έτσι είναι.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, νομίζω ότι είναι καιρός να βάλω μια τελεία. Θα τα πούμε ξανά, όλοι μαζί ή ο καθένας στις δικές του σελίδες καθώς η γιορτή θα διαρκεί. Δεν σας ασπάζομαι, Φίλοι και Συγγενείς, διότι –πάλι καλά- οι ασπασμοί δεν ψηφιοποιούνται. Είπαμε να ενταχθούμε στο θαυμαστό καινούριο κόσμο του Internet αλλά υπάρχουν και μερικά πράγματα που επιμένουν να μην αλλάζουν. Τα φιλιά είναι από τα πρώτα στη δική μου λίστα. Ας τα κρατήσουμε για τις άλλες σελίδες, τις πραγματικές και, οι πιο τυχεροί από μας, ας τα ξοδέψουν στις ακόμα καλύτερες, στα αγαπημένα πρόσωπα που βρίσκονται στην ευεργετική απόσταση της μοναχικής μας ανασφάλειας για να την καταργούν και να διευκολύνουν την καθημερινή, ήσυχη, μικρή μας υπέρβαση, αυτήν που με πολύ πιο όμορφα λόγια κάποιοι καλύτεροι από εμάς την είπαν Ζωή.
Και το εννοούσαν.
Σας χαιρετώ όλους από τον πέμπτο όροφο που μου επιτρέπει να διακρίνω όσο ουρανό χρειάζομαι για να πανηγυρίζω το δειλινό σ’ αυτό το εύθυμο οικογενειακό μας κλίμα εδώ, εκεί και, βέβαια, πάντα, μα πάντα κάπου αλλού.