Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

Το Σταμάτημα

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλωσορίσατε στο 2009! Κι εσείς εδώ, ε; Κι εγώ επίσης. Δεν ξέρω αν το πιστεύαμε πραγματικά αλλά η νέα χρονιά τα κατάφερε. Ήρθε στην ώρα της. Πάρτε μιαν ανάσα ανακούφισης –διότι, αντίθετα με ό,τι ακούγεται δεξιά κι αριστερά, τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Εντάξει. Τώρα υποθέτω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε. Ξεπερνώντας την έκπληξη της άφιξης. Θεωρητικά, τουλάχιστο. Είναι απομεσήμερο Σαββάτου –και το επισημαίνω μόνο και μόνο επειδή ο πράσινος ανθρωπάκος μέσα στον υπολογιστή μου λέει απίστευτες βλακείες σχετικά με τη χρονική στιγμή των καταχωρήσεων. Των σημειώσεων του πέμπτου ορόφου. Ο οποίος, μετά και από την επιτυχημένη έλευση του 2009, παραμένει πέμπτος. Και παραμένει όροφος. Μερικές αξίες είναι σταθερές, όπως και να το κάνουμε.
Ο πέμπτος όροφος είναι μια από αυτές.
Οι υπέροχοι αστυνομικοί και οι συγκινητικοί διαδηλωτές είναι μια ακόμα.
Το Ισραήλ και η Παλαιστίνη, επίσης –για να μην ξεχνιόμαστε.
Η οικονομική κρίση δεν ήταν και ο ορισμός της σταθερής αξίας. Θα γίνει, όμως. Λίγη καλή θέληση χρειάζεται, τίποτα παραπάνω.
Το βέβαιο είναι ότι δεν θα χάσουμε καμιά αίσθηση οικειότητας με τον κόσμο και με τον χρόνο. Ούτε φέτος. Ούτε τώρα. Άλλη μια ανάσα ανακούφισης. Αφού φτάσαμε ως εδώ, την αξίζουμε.
Χμ.
Φίλοι και Συγγενείς: κομμένη η ειρωνεία. Παρασύρθηκα από τον οίστρο –απολογούμαι γι’ αυτό. Δεν είναι ώρα να γινόμαστε πικρόχολοι ή κακόπιστοι. Πώς αλλιώς; Μεσημέρι είναι ακόμα. Έρχομαι στην ουσία –προς το παρόν μπορεί να μην φαίνεται αλλά, πιστέψτε με, υπάρχει. Όπως όλες οι καθώς πρέπει ντίβες, προετοιμάζει τον εαυτό της. Μιλώντας για κάτι φαινομενικά άλλο. Μιλώντας, εν προκειμένω, για τον χρόνο. Για την έλευση –πιο σωστά: για τη διέλευση. Και για την παρέλευση. Κυρίως γι’ αυτή. Η προέλευση δεν μας νοιάζει. Ανήκει σε άλλη ιστορία, κατά προτίμηση νυχτερινή. Επειδή δεν υπάρχει κανένας λόγο να νυχτώσουμε εδώ, όμως, ας περιορίσουμε λίγο το λόγο περί χρόνου. Ας τον συντομεύσουμε. Για να γλιτώσουμε χρόνο –θα έλεγε κάποιος ο οποίος, αντίθετα με μένα, πιστεύει ότι ο χρόνος κινδυνεύει από κάτι και, ως εκ τούτου, μας έχει διορίσει σωτήρες του. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Πάντα ήταν. Απλώς, δεν είχαμε διάθεση να την κοιτάξουμε.
Δεν είχαμε χρόνο. Ή έτσι νομίζαμε.
Αυτή είναι και η φράση-κλειδί, Φίλοι και Συγγενείς –τουλάχιστο για τη σημερινή καταχώρηση. Η φαντασιακή ανεπάρκεια του χρόνου. Πιο απλά: αυτό που μας κάνει να βιαζόμαστε. Να τρέχουμε για να προλάβουμε. Με αναπόφευκτο κόστος να προσπερνούμε την αυθεντική πραγματικότητα. Να προσπερνούμε την ουσία –τσα! Σας το είπα ότι κάπου εδώ γύρω ήταν και ότι θα φανερωνόταν, αργά ή γρήγορα. Συνεχίζω. Ο χρόνος, λοιπόν. Και η τραγελαφική μας προσπάθεια να τον γλιτώσουμε από τον εαυτό του. Να γλιτώσουμε εμείς οι ίδιοι από τον χρόνο. Να τον ξεπεράσουμε. Να του ξεφύγουμε. Μια έξοχη εκδήλωση αυτού που ονομάσαμε τραγικότητα για να νιώθουμε κάπως ηρωικοί, κάπως σημαντικοί –κάπως μυθιστορηματικοί. Για να μην νιώθουμε, απλώς, γελοίοι καθώς ματαιοπονούμε να καταργήσουμε τον χρόνο σε έναν αγώνα δρόμου με τη σκιά μας –ο ήλιος είναι πάντα πίσω μας αλλά κανείς δεν φαίνεται να προβληματίζεται γι’ αυτό. Ερχόμαστε πάντα δεύτεροι αλλά η απόγνωση μεταμφιέζεται σε πιθανότητα ενός γραφείου στοιχημάτων –και εξάπαντος όχι σε ελπίδα!- και μας προτρέπει σε μια φρικτή επανάληψη. Σε μιαν ακόμα καρικατούρα μαραθωνίου. Ενάντια στο χρόνο. Ενάντια στη σκιά μας. Ενάντια στον εαυτό μας. Και σε όλους τους άλλους.
Για κάποιους οι οποίοι είναι τόσο ασφυκτικά δεσμευμένοι στην κατάλυση του χρόνου, για κάποιους οι οποίοι είναι τόσο εξουθενωτικά αφοσιωμένοι στη βιασύνη και το τρέξιμο εναντίον του χρόνου, το γεγονός ότι στήνουμε τέτοιες φιέστες για να γιορτάσουμε την έλευση κάθε νέας χρονιάς συνιστά μιαν εξωφρενική παραδοξότητα –η οποία, και πάλι, δεν φαίνεται να μας απασχολεί γιατί περνά γρήγορα, ξημερώνει η καινούρια μέρα και η κούρσα ξαναρχίζει. Ο αφέτης, στην προκειμένη περίπτωση, δεν κρατά κανένα πιστόλι. Κρατά μυδραλιοβόλο. Και τα μπατζάκια παίρνουν φωτιά –όπως θα το έθετε κανείς φιλοσοφικά μιλώντας. Πώς ξεσκίζουμε, αλήθεια, τις σάρκες μας αγωνιώντας να προλάβουμε τον χρόνο, Φίλοι και Συγγενείς –είναι εντυπωσιακά θλιβερό. Πώς δεν ζούμε αγωνιώντας να προλάβουμε να ζήσουμε.
Κάπως έτσι, αυτός ο αγώνας δρόμου μεταλλάσσεται και παρουσιάζεται, πια, ως ομηρία. Ομηρία στον χρόνο. Αλλά και ο χρόνος ο ίδιος παρουσιάζεται ως ομηρία. Ως μια συνθήκη φρικτής ομηρίας, παραλυτική και κλειστοφοβικά ασφυκτική. Πόσα τεχνάσματα για να ξεγελαστεί αυτός ο αόρατος εχθρός –και πόση φθορά. Χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Χωρίς τέλος. Το καλύτερο και το περισσότερο που καταφέρνουμε είναι να ξεγελάμε τον εαυτό μας με έντεχνη μέθη, καρναβαλική και ψευδό-εορταστική η οποία, μόλις ξεθυμάνει, μας αφήνει εμβρόντητους να παραμιλούμε για: τον χρόνο που χάσαμε. Κρίμα δεν είναι; Είμαστε όμηροι σε αυτή την φαύλη ανακύκλωση ενός ουδέτερου και εξουδετερωμένου χρόνου που περιστρέφεται ιλιγγιωδώς γύρω από τον εαυτό του, που επιστρέφει, που επαναφέρει και εγγράφει εκ νέου τον εαυτό του πάνω μας –εις βάρος μας. Η ανθρώπινη ύπαρξη ως ημερολόγιο καταστρώματος, ως κουπαστή, ας πούμε, που έχει γεμίσει χαρακιές / μέρες, που έχει ήδη πριονιστεί και έχει βουλιάξει. Στη δίνη του χρόνου και όχι, βέβαια, σε κάποιο γαλήνιο βυθό –έστω θανάτου. Με άλλα και, ίσως-ίσως, πιο απλά λόγια, είμαστε τα ζόμπι του χρόνου και κάθε μας επίμονη, εναγώνια προσπάθεια να τον προφτάσουμε και, αν είναι δυνατόν, να τον ξεπεράσουμε κιόλας, μας καθιστά ακόμα πιο απέθαντους –άρα: ακόμα λιγότερο ζωντανούς.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα –δηλαδή επίσης αυτά και όχι κάποια άλλα, σχήμα λόγου είναι- να με απασχολούν, τις προηγούμενες ημέρες, Φίλοι και Συγγενείς, καθισμένος σε μιαν αθηναϊκή καφετέρια, είχα μια φαεινή ιδέα γύρω από εμάς και την πολυδιαφημισμένη σχέση μας με το χρόνο. Όπως όλες οι μεγάλες ιδέες, είναι απερίγραπτα κοινότοπη. Αλλά ποιος κρατά λογαριασμό για τις κοινοτοπίες και τις πρωτοτυπίες που ξεστομίζει ο καθένας μας; Όχι εγώ, πάντως. Λοιπόν, ιδού:
Τι θα λέγατε για ένα σταμάτημα;
Συνταρακτική δήλωση. Όχι παίζουμε, όπως λέω πάντα. Πίσω στο θέμα, όμως. Που δεν είναι, πια, μόνο ο χρόνος. Που είναι και το σταμάτημα. Όχι, όμως, το σταμάτημα του χρόνου –αυτό ανήκει στα μυθιστορήματα και, ενίοτε, όχι στα καλύτερα από αυτά. Μιλάω για το δικό μας σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς. Για τη διακριτική μας αποχώρηση από την κούρσα. Για την αποβίβαση από το πλοίο που βυθίζεται. Για το ένα και μόνο μικρό βήμα που χρειάζεται για να γλιστρήσουμε έξω από το φαύλο κύκλο του ανακυκλωμένου χρόνου. Μιλάω για τη δική μας, αποφασιστική εκ-στατική στάση εντός του αυθεντικού χρόνου –και όχι πια πίσω ή ξοπίσω του. Πρόκειται για την αεικίνητο στάση μας σε έναν αιωνίως παροντικό, μεταμορφωμένο, διευρυμένο και ευρύχωρο χρόνο –σε έναν «κενό» χρόνο. Έτσι μόνο κερδίζονται οι κούρσες με το χρόνο, τη σκιά και τον εαυτό μας. Έτσι μόνο λύεται η ομηρία και γινόμαστε ξανά, πάντα ήδη και για πρώτη-πρώτη φορά αυθεντικά ελεύθεροι. Παύοντας να καταδιώκουμε τον χρόνο. Καταδυόμενοι ήσυχα μέσα του, σταματώντας και αφήνοντάς τον να προπορευτεί και να μας φέρει ό,τι χρειαζόμαστε. Εξηγούμαι.
Το σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι μια στιγμιαία ενέργεια ή μια πράξη που αρχίζει και τελειώνει. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο αυτό. Το σταμάτημα, πρωτίστως, είναι ένας τρόπος της ύπαρξης. Κατά τη γνώμη μου, είναι ο μόνος γνήσια οικείος τρόπος να υπάρχουμε. Ο μόνος προσωπικός τρόπος –που ανανεώνεται καθημερινά. Όπως επισημάνθηκε νωρίτερα, είναι αυτή η εκ-στατική στάση εντός του αυθεντικού, προσωπικού χρόνου που συμπυκνώνει τα πάντα στο εδώ και στο τώρα και που μεταμορφώνεται σε πάντοτε, στην αιωνιότητα της κάθε μέρας. Είναι η ανησυχαστικά και ενθουσιαστικά ήσυχη έκστασή μας στην καρδιά του χρόνου καθώς παύει η μετάθεση των πραγμάτων και των συμβάντων σε ένα φανταστικό επέκεινα. Το σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς, επιτρέπει την εκ νέου διάνοιξη του ορίζοντα των δυνατοτήτων μας, τη διεύρυνση των προοπτικών. Τρέχοντας βιαστικά για να φτάσουμε τον χρονικό ορίζοντα, δεν του επιτρέπουμε να ανοίξει για να μπορέσουμε να τον δούμε. Δεν τον βλέπουμε καν. Γινόμαστε όμηροι της δικής μας αστοχίας. Της αφελούς μας παρόρμησης. Νομίζουμε ότι δεν έχουμε χρόνο.
Αλλά δεν είναι έτσι. Έχουμε. Όπως θα έλεγε κάποιος: μερικές φορές, ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε.
Για να επανέλθω στο σταμάτημα, ό,τι μας προσκομίζει είναι η νηφάλια μέθη της θεωρίας, της θέασης των γεγονότων και των ανθρώπων και των πραγμάτων. Η θεωρία του κόσμου. Ό,τι μας επιτρέπει είναι το αυθεντικό βίωμα της καθημερινής αναφοράς στην πηγή και, τελικά, στην κατάληξη του χρόνου –στην αιωνιότητα. Να που, θέλοντας και μη, προέκυψε και η προέλευση του χρόνου. Γιατί όχι; Έτσι όπως έχει συννεφιάσει έξω, είναι λες και έφτασε ήδη το δειλινό. Λες και νυχτώνει. Νομίζω, λοιπόν, ότι, σταματώντας, ο άνθρωπος εκχερσώνει μιαν περιοχή του χρόνου, ένα πεδίο του χρόνου –το εκκενώνει. Και μέσα εκεί, στην παντεπόπτρια τυφλότητα αυτού του κενού χρονικού σημείου, θεμελιώνεται στο Αιώνιο, θεμελιώνεται στο αθεμελίωτο. Ιδού τα μόνα θεμέλια που δεν θα σκουριάσουν ποτέ, που αντέχουν σε όλους τους καθημερινούς σεισμούς της ύπαρξής μας. Ξαναγεννιέται κανείς εκεί και μεταμορφώνεται. Παύει να αγκομαχά κυνηγώντας τα γεγονότα και εγκαταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια του όντως χρόνου ο οποίος του παρουσιάζει τα γεγονότα, του τα επιστρέφει –του τα προσφέρει. Ησυχάζει μέσα στην πιο συναρπαστική ησυχία, αυτήν που δεν έχουμε ποτέ καταφέρει να επινοήσουμε ή να φανταστούμε. Αυτήν που υπάρχει στο σταμάτημα. Αυτήν που μπορούμε, που είμαστε ελεύθεροι να την κοιτάξουμε, να την βρούμε και να την οικειοποιηθούμε. Έτσι κι αλλιώς, είναι η μόνη που μας είναι όντως οικεία –αντίθετα με ό,τι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε. Αντίθετα με ό,τι έχουμε συνηθίσει, γενικά.
Για να μην παρεξηγηθώ, επιτρέψτε μου ακόμα να επισημάνω ότι το σταμάτημα δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, αδράνεια ή απραξία –κάθε άλλο! Είναι η όντως δράση καθώς, όσο σερνόμαστε πίσω από τον χρόνο που νομίζουμε ότι χάνεται, δεν κάνουμε παρά να αντιδρούμε και, μάλιστα, να αντιδρούμε σπασμωδικά. Φίλοι και Συγγενείς, ας σκεφτούμε τις λέξεις: βιαζόμαστε. Προσπερνώντας –για ευνόητους λόγους- τις όποιες πιθανές διαστροφές, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να αρέσκεται πραγματικά στο να τον βιάζουν, έτσι δεν είναι; Πάμε παρακάτω. Το σταμάτημα δεν σημαίνει, επίσης, ούτε την όποια συμφιλίωση της κυρίας Τάδε με τις ρυτίδες της. Δεν σημαίνει την καλοκαιρινή άδεια του υπαλλήλου Δείνα απ’ το γραφείο για να ξεγελάσει τον χρόνο και να δει τα παιδιά του ή τη γυναίκα του. Το σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι διακοπή, παρένθεση ή ανάπαυλα.
Το σταμάτημα είναι η εγκατάστασή μας σε ένα κενό σημείο του χρόνου εντός του οποίου μπορούμε να ανασάνουμε και να δούμε και να ακούσουμε. Εντός του οποίου μπορούμε να ακουστούμε. Εντός του οποίου, κυρίως, μπορούμε να συναντηθούμε πραγματικά με τους άλλους. Το σταμάτημα επιτρέπει, τελικά, την αποκατάσταση, τη γνήσια αποκατάσταση της συνέχειας του χρόνου. Καταργεί την αποσπασματικότητα και τον κατακερματισμό μιας πολλαπλότητας στιγμών, μεταστοιχειώνει το αύριο σε ένα διαρκές εδώ και τώρα και μας απαλλάσσει από την αναμονή, την προσμονή και την ανυπομονησία. Μας μαθαίνει την υπομονή –που, από μια άποψη, είναι και το άλλο όνομα που έχω κατά νου για το σταμάτημα. Μας υπενθυμίζει και μας αναθέτει την ευθύνη. Μας επιτρέπει την σκέψη. Μας αφαιρεί τα άλλοθι.
Το ηθικό δίδαγμα, Φίλοι και Συγγενείς, είναι ότι έχουμε χρόνο. 2009 –είναι τρομακτικό νούμερο! Είναι τεράστιο νούμερο. Μην γελιόμαστε, έχουμε όλο το χρόνο που χρειαζόμαστε. Αρκεί να σταματήσουμε να τον κυνηγάμε και, μοιραία, να τον χάνουμε. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, επιβάλλεται το σταμάτημα. Η άφεσή μας, η εγκατάλειψή μας με εμπιστοσύνη στον χρόνο. Με εμπιστοσύνη στην ύπαρξη. Στη ζωή. Κι έπειτα, είναι και το άλλο: 2009 χρόνια με τις σταθερές μας αξίες. Από τη Ρώμη ως την Παλαιστίνη και πάει λέγοντας. 2009 χρόνια επιτυχίες. Ας το παραδεχτούμε. Κάποια στιγμή, ακόμα κι εμείς οι ζηλωτές της αναζήτησης του μελλοντικά πάντα ήδη χαμένου χρόνου, πρέπει να βαρεθούμε. Πρέπει να σταματήσουμε. Να πιούμε ένα τσάι. Ή έναν καφέ –δεν θα μαλώσουμε γι’ αυτό. Αρκεί να σταματήσουμε. Να κουβεντιάσουμε. Να σκεφτούμε. Να συναντηθούμε. Αρκεί να μην το κατά-διώξουμε κακήν κακώς το 2009 και να συνειδητοποιήσουμε ότι το χάσαμε μόλις μεταλλαχτεί σε 2010. Βέβαια, αν αναλογιστεί κανείς τις γνωστές και σταθερές βόμβες, θα πει ότι δεν αρχίσαμε καθόλου καλά –και θα έχει δίκιο.
Αλλά υπάρχει ελπίδα. Πάει μαζί με τον χρόνο. Με τον αυθεντικό χρόνο. Αναδύεται με το σταμάτημα. Όχι ως παραμύθι και αμέριμνη παρηγοριά. Παρά ως υπαρξιακή συνθήκη -μια μεγάλη ιστορία που δεν ανήκει σ' αυτή την καταχώρηση.
Στην οποία, Φίλοι και Συγγενείς, ομολογουμένως απρόθυμα, λέω να βάλω μια τελεία. Θα βρούμε χρόνο για περισσότερη φλυαρία μιαν άλλη φορά. Πάντα θα βρίσκουμε.

Υ.Γ. Παρεμπιπτόντως: όποιος κατάλαβε ότι η σημερινή καταχώρηση αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα στην καταχώρηση για το Τυφλό Σημείο Χ δεν κερδίζει, δυστυχώς, ένα δωρεάν σταμάτημα αλλά την βαθύτατη ευγνωμοσύνη μου –τι να κάνουμε; Ο καθένας δίνει ό,τι διαθέτει και ό,τι μπορεί.