Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Μικρό Εγχειρίδιο Του Καλού Περιπατητή

1. Να μην σφυρίζεις ποτέ όταν περπατάς –να ανασαίνεις ρυθμικά και να κάνεις οικονομία στο οξυγόνο. Αν είσαι καπνιστής, προτίμησε να κάνεις μια τζούρα κάθε εκατό ή εκατό πενήντα μέτρα. Θα καταρρεύσεις μια ώρα αργότερα. Για να τα καταφέρεις, προτίμησε το στριφτό τσιγάρο. Διαρκεί περισσότερο.
2. Να έχεις τα χέρια στις τσέπες την περισσότερη ώρα –αυτό επιφέρει μια αναγκαστική επιβράδυνση και επιτρέπει να παραμένεις περιπατητής και να μην γίνεσαι δρομέας. Ούτε να κάνεις παρέλαση. Αν φοράς τζιν, φρόντισε ώστε οι τσέπες να είναι κομματάκι χαμηλά. Οι αγκώνες σου δεν θα πάθουν αγκύλωση. Ούτε θα στραμπουλίξεις τις παλάμες.
3. Να προτιμάς τις ευθείες. Έτσι συγκεντρώνεσαι στα θεάματα και στο βήμα σου χωρίς να κινδυνεύεις να βρεθείς στη μέση του πουθενά. Είναι η μαγεία του να πηγαίνεις μαζί με το ρεύμα.
4. Να αποφεύγεις τις ανηφόρες. Είναι για τους ορειβάτες. Εσύ είσαι περιπατητής. Είσαι φτιαγμένος για τα επίπεδα. Οι αθηναϊκοί λόφοι υπάρχουν για να τους χαζεύεις από χαμηλά.
5. Να μην σκέφτεσαι τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς, να περπατάς. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το μυαλό σου. Δώσε του λίγο χρόνο και χώρο. Ξέρει αυτό.
6. Να μην μετράς τις πλάκες του πεζοδρομίου –ούτε να προσπαθείς να πατάς εντός των ορίων τους. Στην Αθήνα, αυτό είναι μια εξωφρενική και επικίνδυνη πολυτέλεια. Χώρια που θα καταλήξεις να χοροπηδάς. Δεν χρειάζεται.
7. Να επιλέγεις, κατά προτίμηση, δρόμους με φανταχτερά ονόματα. Βασιλίσσης Σοφίας. Βασιλέως Αλεξάνδρου, Κωνσταντίνου και Σόι. Ηρώδου του Αττικού. Όπως και να το κάνουμε, ο περίπατος αναβαθμίζεται όταν πατάς σε κάτι τέτοιους τύπους.
8. Να διασταυρώνεις σε διαβάσεις ακόμα και όταν δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος. Σου επιτρέπει να αναθεωρήσεις το ρυθμό ή την κατεύθυνσή σου. Επίσης, σε κοινωνικοποιεί. Ο περίπατος είναι μια εξόχως κοινωνική υπόθεση. Απλώς, εκτελείται μοναχικά.
9. Να μην σταματάς ποτέ για να σημειώσεις κάτι που σκέφτηκες. Αν αξίζει τον κόπο, θα το θυμηθείς κάποια άλλη στιγμή. Αν όχι, άσε το να ομορφύνει το δρόμο. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ιστορίες που δεν τέλειωσαν ποτέ τον περίπατό τους. Γεμάτοι από λέξεις. Ευτυχώς.
10. Να μην κάνεις γκριμάτσες όταν τύχει να ανταλλάξεις βλέμματα με περαστικούς -και προσοχή: ο περίπατος δεν προσφέρεται για φλερτάρισμα. Μείνε συγκεντρωμένος.
11. Να μην ψιθυρίζεις συνθήματα που άκουσες δεξιά κι αριστερά. Προτού το καταλάβεις, μπορείς να βρεθείς μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία και να χτυπιέσαι για κάποιο λόγο που ξέχασες. Περίπατο κάνεις –όχι πορεία.
12. Να μην περπατάς ποτέ για περισσότερο από μια ώρα. Δεν κάνεις προπόνηση για ολυμπιακούς. Μην ξεχνάς ότι έχεις να πας κάπου. Ο περίπατος έχει νόημα επειδή οδηγεί κάπου. Ο περίπατος έχει νόημα επειδή οδηγεί παντού.
13. Να φτάνεις. Αυτό έχει σημασία. Όταν αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε αδιέξοδο, πήγαινε για έναν καλό περίπατο. Θα φτάσεις και θα αναθεωρήσεις τα περί αδιεξόδου. Θα αναθαρρήσεις. Ο περίπατος είναι η απάντηση στα υπαρξιακά αδιέξοδα του ανθρώπου. Ο περίπατος είναι όπως η αφήγηση. Πάντα κάπου φτάνεις. Αλλιώς δεν θα ήταν περίπατος.

Αυτές οι 13 μικρές εισηγήσεις, Φίλοι και Συγγενείς, είναι το απόσταγμα περιπατητικής σοφίας έξι-εφτά χρόνων. Δεν είναι μεγάλο διάστημα. Γι’ αυτό και δεν είναι πολύ καλά αποσταγμένη η σοφία. Δεχόμαστε προσθήκες, φυσικά.
Κάπου εδώ κλείνω. Πρώτα, όμως, για να μην το ξεχάσω, το σύνθημα κάθε καλού, στεριανού περιπατητή: σκάσε και κολύμπα.
Έτσι ακριβώς.
Καλό σαββατιάτικο μεσημέρι σε όλους.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Τρεις Βαθύτατα Υπαρξιακοί Λόγοι Για Τους Οποίους Γράφω Τόσο Μακροσκελή / Φλύαρα Κείμενα Στο Πλαίσιο Των Σημειώσεων Από Τον Πέμπτο Όροφο

1. Διότι το λακωνίζειν είναι το ακριβές αντίθετο του φιλοσοφείν –απόδειξη η Αρχαία Σπάρτη.
2. Διότι, συνήθως, φτάνει κανείς στον πυρήνα του θέματός του μιλώντας για κάτι άλλο –παραφρασμένο νιτσεϊκό τσιτάτο. Απόδειξη ο Ντοστογιέφσκι.
3. Διότι όταν βρίσκεσαι στην καρδιά της αβύσσου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κουβεντιάζεις –απόφθεγμα του Ουγκώ. Απόδειξη όλοι εμείς.

Αυτά, Φίλοι και Συγγενείς, διότι ήμουν βέβαιος ότι σας είχε φάει η περιέργεια. Και διότι μ’ έπιασε μια εντελώς αιφνιδιαστική αυτοκριτική διάθεση –νοθευμένη με ευεργετική ευθυμία. Λοιπόν, μιαν άλλη φορά, μπορεί να ασχοληθούμε με το ερωτηματολόγιο του Προυστ. Μετά, ίσως το ρίξουμε στα σταυρόλεξα. Και πάει λέγοντας.
Καλή μας νύχτα!

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Τοπολογία

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας! Είναι η πιο ωραία ώρα της ημέρας, λίγο πριν από τις έξι –και το δειλινό κυριαρχεί με το γκρίζο και γαλάζιο φως, τον κομιστή της ευκρίνειας. Και της διαύγειας. Είναι η μέρα που μεγαλώνει –από τι άλλο θα μπορούσε να τραφεί αν όχι από σκοτάδι; Γι’ αυτό προτίμησα να ακυρώσω την καθορισμένη για το Σαββατοκύριακο επίσκεψη στον –και από τον- πέμπτο όροφο και να βγω στο μπαλκόνι αυτή την Τετάρτη. Φαινομενικά, έχουν αραιώσει οι καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου. Φαινομενικά, όμως. Διότι, εκτός από μπαλκόνι, ο πέμπτος όροφος διαθέτει και ένα σωρό μικροσκοπικές κάμαρες –σημειωματάρια, τετράδια, σχεδιάσματα και επιστολές. Διαθέτει και ένα κεντρικό σαλόνι που δεν προλαβαίνει να φιλοξενήσει πρόσωπα –ναι, ακριβώς: μυθιστορήματα. Από αυτή την άποψη, οι καταχωρήσεις στον πέμπτο όροφο έχουν πυκνώσει. Και η περιφορά στο μπαλκόνι που έχει θέα όλο αυτό το ψηφιακό σύμπαν ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πολυτέλεια. Παραμένει πολυτέλεια. Αλλά έτσι όπως έχει η μέρα αυξήσει τον εαυτό της, η πολυτέλεια, πάντοτε αναγκαία άλλωστε, επιτρέπεται.
Αυτές τις μέρες, Φίλοι και Συγγενείς, με απασχόλησε αρκετά η γεωγραφία του πέμπτου ορόφου. Μια διαρκής περιπλάνηση σε νοερές κάμαρες, σαλόνια, αίθουσες, κατακόμβες και τύμβους –κυρίως σ’ αυτούς. Με απασχόλησε η γεωλογία, η εξόρυξη. Η γεωγραφία του κόσμου. Των τόπων της ύπαρξής μας. Κοντολογίς: η τοπολογία μας. Θέλω να την χαρτογραφήσω κάπως συμβατικά. Εδώ που τα λέμε, μόνο συμβατικά μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει οτιδήποτε. Θα μας διαφεύγουν πάντα οι λεπτές ακτογραμμές, τα κρυφά περιγράμματα, τα καινούρια έργα της παλίρροιας, ό,τι δημιουργεί η γλυπτική μεγαλοφυΐα της θάλασσας. Θα μας διαφεύγει πάντα η ακρίβεια των ειδοποιών διαφορών –των μόνων που υπάρχουν. Διότι δεν θα εφευρεθεί –ευτυχώς- ποτέ κανένας δορυφόρος για να πάρουμε σχετικές φωτογραφίες. Η χαρτογράφηση και η περιγραφή θα παραμένει συμβατική. Σχηματική –ελπίζοντας ότι δεν θα είναι και χοντροκομμένη. Ελπίζοντας ότι θα είναι αρκούντως ενδεικτική. Και τα υπόλοιπα, Φίλοι και Συγγενείς, τα υπόλοιπα ευρήματα, τα υπόλοιπα στοιχεία και σημεία των τόπων μας, όλα αυτά είναι υπόθεση του καθενός.
Είναι ακροβασία του καθενός από μας. Περίπατος, εξισορρόπηση και στάση εκστατική στα όρια της ακτής, του γκρεμού και της θαυμάσιας αβύσσου των ημερών και των έργων μας. Και όταν κουραζόμαστε ή ζαλιζόμαστε –λοιπόν: ένα μικρό βήμα προς τα πίσω και ένα φλιτζάνι τσάι ή καφές είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται.
Η τοπολογία της ύπαρξης, λοιπόν. Η ιστορία, η εικόνα, η περιγραφή και η όντως θέαση των τόπων μας. Των δυο αχανών τόπων μας. Αυτής της διπλής έκτασης όπου έχουμε ριφθεί. Ας πούμε δυο λόγια γι’ αυτές τις δυο μας πατρίδες. Οι οποίες, για την ακρίβεια, είναι τρεις –αλλά η τρίτη θα πρέπει να περιμένει ώσπου να μεγαλώσω λιγάκι. Τέλος πάντων. Ας αρχίσουμε.
Όσοι από εσάς, Φίλοι και Συγγενείς, μου έχετε κάνει τη χάρη να ρίξετε μια ματιά στις προηγούμενες καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου, θα έχετε καταλάβει ότι η διαλεκτική σκέψη δεν είναι ακριβώς το χόμπι μου –προτιμώ τα βελάκια και το σκάκι, ας πούμε. Η θέση και η αντίθεση και τα συναφή δεν αποτελούν σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μου –τα επισκιάζουν οι καφέδες. Οι αντινομίες, τα διλήμματα και οι διχοτομίες μπορεί να είναι ένας καθώς πρέπει τρόπος για να περάσεις προφορικά την ώρα σου και να την σκοτώσεις δίχως έλεος αλλά όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις χωρίς, απαραίτητα, να υποχρεώσεις σε αυτοκτονία τον χρόνο. Το ηθικό δίδαγμα αυτής της παροιμιώδους εισαγωγής είναι ότι οι δυο τόποι αποτελούν ένα εξαιρετικά συμβατικό σχήμα λόγου, απαραίτητο για να συνεννοούμαστε. Ουσιαστικά, ο καθένας από μας είναι ένας τόπος. Αλλά ούτε καν το ψηφιακό μου μπαλκόνι δεν είναι τόοοοσο μεγάλο. Και αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, συνεχίζω ακάθεκτος.
Οι δυο μας τόποι είναι, φυσικά, όμοροι. Τους χωρίζει μια λεπτή γραμμή. Η οποία, στην πραγματικότητα, τους ενώνει. Τους επιτρέπει να επικοινωνούν. Να βρίσκονται σε διαρκή επαφή. Να συγκοινωνούν –έχετε την άδειά μου να σκεφτείτε και δοχεία, ο μόνος λόγος που δεν χρησιμοποιώ μια τέτοια εικόνα είναι η κλειστοφοβία μου. Προτιμώ τους τόπους. Είναι πιο ευάεροι. Χάριν συνεννόησης και πάλι, σπεύδω να βαφτίσω αυτούς τους δυο τόπους για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο σαφές. Πρόκειται για το Δυνητικό και το Πραγματικό –εντάξει, δεν έχω καμιά πρόθεση να εντυπωσιάσω κανέναν. Ιδού οι τόποι μας, λοιπόν. Η διπλή επικράτεια της ύπαρξής μας. Οι περισσότεροι από εμάς, Φίλοι και Συγγενείς, διατελούμε εντός του Πραγματικού για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Δεν θέλω να επαναλάβω κοινοτοπίες που τις έχω ήδη σημειώσει σε παλιότερες καταχωρήσεις. Υπενθυμίζω, απλώς, τη γνώριμη εικόνα αυτού του πρωταρχικού μας τόπου.
Είναι ο κόσμος των αντικειμένων και των παραστάσεων. Το σύμπαν των φαινομένων και των συμβάντων. Είναι η Ιστορία των ανθρώπων, επίσημη και υπόγεια, η ιστορία των ιδεών και της σκέψης, η ιστορία της πολιτικής και των πολέμων. Η ιστορία του Θανάτου –στην προκείμενη περίπτωση, η γενική είναι υποκειμενική. Είναι η ιστορία που γράφει ο Θάνατος. Ή που υπογράφει ο Θάνατος. Αρκετά ευθυμήσαμε. Συνεχίζω: ο πρωταρχικός μας τόπος, Φίλοι και Συγγενείς, είναι ο εντελώς ψεύτικος πραγματικός κόσμος. Καλώς ή κακώς, είναι ο μόνος που έχουμε, για την ώρα. Είναι ο μόνος χειροπιαστός και προσιτός. Ο μόνος απτός. Με άλλα λόγια, είναι η πιο κοντινή και πρόχειρη πρώτη μας ύλη.
Οι οπαδοί των διλημμάτων, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν διαπρεπείς ποιητές, φιλόσοφοι και επιστήμονες, θα πρόβαλλαν αμέσως την αδιαπραγμάτευτη αξίωση: ή έξω από ή μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Θα μας προκαλούσαν να διαλέξουμε και να ποντάρουμε το Είναι μας είτε όλο εδώ είτε όλο εκεί. Κι επειδή οι οπαδοί των διλημμάτων τρελαίνονται για φιλοσοφικούς όρους, θα το διατύπωναν περίπου ως εξής: ιδεαλισμός ή θετικισμός, μεταφυσική ή φαινομενολογία και οντολογία και λοιπά και λοιπά. Βεβαίως, τώρα τελευταία, οι οπαδοί των διλημμάτων πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά και κατήργησαν και το εδώ και το εκεί. Εντούτοις, δεν μας έκαναν το χατίρι να εγκαταλείψουν τα διλήμματα –κι ας ισχυρίζονται ότι το έκαναν.
Στον μεταμοντέρνο μετά-τόπο, το καταργημένο εδώ και το καταργημένο εκεί έδωσαν τη θέση τους σε ένα πλήθος από αλλού. Θα ήταν αποκαρδιωτικό αν δεν έδινε τροφή σε ένα σωρό καλά αστεία. Τα οποία θα κρατήσω για μιαν άλλη φορά. Επιστρέφω στους τόπους μας.
Στο εδώ, στο εκεί και σε όλα τα χρυσοποίκιλτα αλλού μας. Τα οποία δεν αλλοιώνουν το απλουστευτικό σχήμα Δυνητικό-Πραγματικό καθώς το μεταμοντέρνο πολλαπλασίασε τον πραγματικό ψεύτικο κόσμο μας, τον κατακερμάτισε αποκλείοντας ακόμα περισσότερο τις ήδη κλειστές δυνατότητές μας. Το μεταμοντέρνο έφτιαξε μια πληθώρα συλλογικών υπό-διαιρέσεων του Πραγματικού. Στενεύοντας κι άλλο τον ορίζοντα. Στενεύοντάς τον τόσο ώστε είναι ευχής έργον που ακόμα μπορούμε να ανασαίνουμε. Που δεν έχουμε αλληθωρίσει. Αφού μπορούμε και βλέπουμε, λοιπόν, ας εξακολουθήσουμε την περιήγηση. Την τοπολογία.
Όπως έλεγα, ο δεύτερός μας τόπος είναι το Δυνητικό. Είναι αυτός ο τόπος που, συνήθως, διατηρείται ανοιχτός από τα έργα τέχνης –από τα περισσότερα, εν πάση περιπτώσει. Εδώ κατοικεί ό,τι ένας πολύ ωραίος τύπος, ο Heidegger, ονόμαζε σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Αυτός ο δεύτερος τόπος μας συνορεύει με το Πραγματικό –πλην: δεν βρίσκεται πλάι του αλλά μέσα του. Είναι εγκατεστημένος, εγκαθιδρυμένος μέσα και γύρω από το Πραγματικό. Ώστε –για τους οπαδούς των διλημμάτων το λέω- οι δυο τόποι μας χρειάζονται ο ένας τον άλλο. Δεν συνορεύουν, απλώς. Συνδέονται οργανικά. Συμπληρώνονται. Το Πραγματικό μπορεί να αναπνέει και να μην αλληθωρίζει μέσα από το Δυνητικό. Και το Δυνητικό μπορεί ξεφεύγει από την ολική αφαίρεση και την εξαφάνιση επειδή, πολύ απλά, υπάρχει το απτό και χειροπιαστό θεμέλιο του Πραγματικού στο οποίο θα στερεωθεί.
Το αυτονόητο συμπέρασμα όλης αυτής της –ελπίζω όχι και τόσο δυσάρεστης- φλυαρίας είναι αυτό που ένας εξαιρετικά αγαπητός τραγουδοποιός, ο Σαββόπουλος, ομολογεί χωρίς δισταγμούς:
Μην πετάξεις τίποτα.
Ακριβώς έτσι. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πετάξουμε τίποτα, Φίλοι και Συγγενείς. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε ή να αποκλείσουμε τίποτα. Ας μην παρεξηγηθώ: θα ήταν θαυμάσια αν έλειπαν όλα αυτά τα συμβάντα και τα φαινόμενα και τα αντικείμενα τα οποία καθιστούν εντελώς ψεύτικο τον πρωταρχικό, πραγματικό κόσμο μας –δεν χρειάζεται καν να τα αναφέρω, οι τελευταίοι μήνες ήταν γεμάτοι από αυτά. Ωστόσο, εφόσον αυτά υπάρχουν, εφόσον όσοι σωτήρες-επαναστάτες είπαν ότι θα τα καταργήσουν κατάφεραν να τα ανακυκλώσουν και να τα κάνουν ακόμα πιο φρικτά και εφόσον όλοι εμείς είμαστε ελεύθερα υποχρεωμένοι να ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα μαζέψουμε ένα-ένα, να τα συγκεντρώσουμε ήρεμα και ήσυχα και να τα αναφέρουμε στον δεύτερο τόπο μας. Να τα αναφέρουμε στο Δυνητικό και να τα θεμελιώσουμε ξανά απ’ την αρχή στις δικές του εκτάσεις.
Να τα εμπιστευτούμε στη σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Που την συντηρούν οι καλλιτέχνες αλλά που δεν αποτελεί προνόμιο ή δικαίωμα αποκλειστικό των καλλιτεχνών. Που είναι ήδη μια καθολική υπαρκτική δομή –του καθενός μας. Που –μπορεί να- είναι κομμάτι της ρουτίνας μας. Μπορούμε, Φίλοι και Συγγενείς, να μετατοπίσουμε ελαφρώς το κέντρο βάρους μας –ένα βήμα απόσταση είναι όλο κι όλο- και να πάψουμε να στεκόμαστε και με τα δυο πόδια στον ψεύτικο πραγματικό μας κόσμο χωρίς να πάψουμε να βρισκόμαστε στο Πραγματικό. Μπορούμε να συμμαζέψουμε τα έργα και τις ημέρες μας και να τα τοποθετήσουμε στην αχανή προοπτική, στον απέραντο ορίζοντα του Δυνητικού, εκεί όπου η Ομορφιά συναντά τον πλήρη εαυτό της –η Ομορφιά που είναι πάντα ήδη αρθρωμένη μέσα στο Πραγματικό, πολύ χειροπιαστή και πάρα-πάρα πολύ κοντινή και προσιτή.
Τελικά, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να ζήσουμε λίγο παραπάνω μέσα στο δεύτερο τόπο μας, μέσα στη συμπαγή ελαφρότητα της Δυνατότητας, μέσα στη ριψοκίνδυνη ασφάλεια του Δυνητικού. Μπορούμε να το εμπιστευτούμε με μιαν εμπιστοσύνη τόσο τυφλή ώστε, πλέον, θα βλέπει τα πάντα. Και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μας απειλεί καμιά σχιζοφρένεια, καμιά διχοτομία ή διχογνωμία. Χωρίς διλήμματα. Χωρίς το εδώ ή το εκεί ή το αλλού να μας διεκδικούν και να μας διχάζουν. Χωρίς να πρέπει να αποκλείσουμε τίποτα εκτός από την αποκλειστικότητα του Πραγματικού. Μπορούμε, είμαστε ελευθέρα υποχρεωμένοι να ζούμε στο Πραγματικό και να μαζεύουμε την εντελώς ψεύτικη πρώτη του ύλη και να την αναφέρουμε διαρκώς στο Δυνητικό και να την βλέπουμε –ναι: να μεταμορφώνεται. Να ζωοποιείται και να δικαιώνεται. Να μαζεύει τα μπογαλάκια της και να ετοιμάζεται να μετατοπιστεί για μια τρίτη και τελευταία φορά στην τρίτη, ολόπρωτη και παντοτινή μας πατρίδα.
Στον Αυθεντικό Τόπο των Ζωντανών.
Ο οποίος βρίσκεται και εδώ και εκεί και κάπου αλλού. Ο οποίος βρίσκεται στον καθένα από εμάς. Ο οποίος δυνητικά είναι ο καθένας από εμάς.
Αλλά, Φίλοι και Συγγενείς, είμαι κομματάκι μικρός για να μιλήσω όσο θα ήθελα για αυτή την πατρίδα. Ίσως μιαν άλλη φορά. Κι έτσι όπως νύχτωσε, κλείνω σιγά-σιγά την μπαλκονόπορτα. Η χαρτογράφηση ήταν μόνον ενδεικτική -ή έτσι ελπίζω εγώ, εν πάση περιπτώσει. Οι λεπτομέρειες δεν αφορούν κανέναν επειδή μας αφορούν όλους με έναν καταπληκτικά προσωπικό τρόπο. Και είμαι αισιόδοξος ότι θα τις εντοπίσουμε και θα τις αξιοποιήσουμε. Τις πιο όμορφες ακρώρειες των υπαρξιακών μας δυνατότητων.