Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Μια Παρτίδα Ακόμα

Λοιπόν, Φίλοι και Συγγενείς –λοιπόν, καλησπέρα. Ακολουθεί μια παραλλαγή στις πολλές ποιητικές παραλλαγές του ίδιου θέματος από έναν μεγάλο Αμερικάνο ποιητή. Μια παραλλαγή φερμένη στα δικά μου μέτρα. Λοιπόν, ναι, κάτι τέτοιο. Αποσπασματικό, βεβαίως. Ελλιπές, βεβαίως. Που πάει κάπως έτσι:
Ο Ξενόπουλος να ανάβει τσιγάρο με σπίρτο από το χέρι του πατέρα του κι ένα μπαστούνι γερμένο στο γραφείο –ποιανού; Ενδεχομένως του Βλάχου, αδημονία κριτικής και αγωνία συγγραφικής επικύρωσης, διαγωνισμοί, παιδική αφέλεια, από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς.
Ο Καζαντζάκης: εισαγωγές-εξαγωγές ιδεών, ξαπλωμένος στην Αίγινα μασώντας βότσαλα, αδυνατώντας να υπερβεί το δίλημμα του εαυτού του –η εφηβεία του κόσμου μας.
Ο Καρυωτάκης βρεγμένος, γερμένος στον κορμό και μέσα από ρεβόλβερ η υπογραφή του πιο ωραίου και φρικτού ποιήματός του –να μην τον ξεχνάμε γιατί οι ευκάλυπτοι δεν έχουν σταματήσει από τότε να θροΐζουν στις αλέες, γιατί αυτό που ήθελε –
ήταν τόσο τέλειο που μόνο ο θάνατος μπορούσε να του το δώσει (Τσαρούχης)
Ο Σεφέρης να λύνει τη διπλωματική γραβάτα γεμίζοντας μάταια πουκάμισα με το πιο ακριβό του τραγούδι, ναυάγια και χαραγμένα καταστρώματα, ανεπίδοτα σε έναν ημερολογιακό καταποντισμό –τον υποψιαστήκαμε; Ίσως, ίσως.
Ο Κούντερα εξόριστος από κακό αστείο, εξορισμένος και μετανάστης στη γλώσσα, μια ερωτική πολιτεία δοκιμίων και δοκιμών σε ανεξιχνίαστα σώματα που η ζωή τους δεν ήταν πουθενά.
Ο Μπουκόβσκι να ουρλιάζει στο μπαλκόνι, ακροδάχτυλα που τρεκλίζουν στη γραφομηχανή –κάθε φορά που λυγίζουν τα καπάκια της μπίρας η δυτική ακτή φτύνει αστέρια στο διάστημα. Hangover. Αλλά hang on. Το άλογο θα τερματίσει.
Ο Τσάντλερ να κρατά αγκαλιά τα γόνατά του, στα πλακάκια του μπάνιου ένα ρεβόλβερ και τρύπες από σφαίρες στους τοίχους, εδουρδιανός αποτυχημένος αυτόχειρας, εδουρδιανός ντετέκτιβ –οι ατάκες σιγανό νανούρισμα στην απουσία της νεκρής.
Ο Τζόις να βάζει στοιχήματα –μαντέψτε το όνομα, κανείς δεν μπορεί- και η αγρύπνια θα κρατήσει για πάντα μέσα σε όλες τις γλώσσες και μέσα στη μη-γλώσσα, στη σιωπηλότητα της κατάφασης. Γυναικείο χάδι, η απτική μετάφραση της πιο νόστιμης μέρας. Ξημερώνει.
Ο Μπέκετ κουλουριασμένος στο πιθάρι, ακατονόμαστος και πολυώνυμος, ένας Οδυσσέας με αναποδογυρισμένα εντόσθια, γραφή της γραφής και μόνο συνέχεια –ευτυχώς που την γλίτωσε από εκείνο το μαχαίρι.
Ο Ντοστογιέφσκι να αναγεννιέται βαφτισμένος συγγραφέας στον θάνατο, από τον Θάνατο στη Ζωή, η ρουλέτα ήταν μόνο ρώσικη, μαύρο ή κόκκινο, είτε / είτε αλλά ούτε / ούτε, τα ρέστα κερδισμένα, υπαγορευμένα στην πανσέληνο.
Ο Μπαλζάκ με το τρίχινο ράσο και το καραβόσκοινο να παχαίνει στους τόμους του, μια γαμήλια υπόσχεση, μια τελετή και μετά να πεθαίνει για να γίνει άγαλμα –θα φτάσω σκοτωμένος. Έφτασε. Η κωμωδία μας.
Ο Λεσάζ και καμιά δεκαριά ακόμα υπέροχοι πανάρχαιοι πίκαροι –περπατώ σημαίνει λέω ιστορίες. Ο περίπατος είναι αφήγηση.
Ο Σαρτρ με τις άκρες των δαχτύλων μαυρισμένες από μελάνι και τρύπιες, στάζουν κοκαΐνη και μέχρι να το καλοσκεφτείς είναι όλος θαμμένος κάτω από έναν βλαμμένο κάστορα.
Ο Μαρκήσιος ασελγώντας στο κρανίο του, το μαστίγιο ματώνει τον δερμάτινο χιτώνα του ψέματος. Άλλη μια προσπάθεια, άνθρωποι, για να γίνετε ερωτικοί.
Ο Βαν Γκογκ τρωγλοδύτης με τους ανθρακωρύχους, μίμηση Χριστού και αργή βύθιση σε ένα μεθυσμένο ηλιοτρόπιο –περιμένω το αυτί σου για να ακούσω στ’ αλήθεια. Για ν’ ακούσω την αλήθεια.
Ο Σαίξπηρ, ένας μόνο και, μάλιστα, άντρας –φαντάσου- να χαϊδεύει το Κρανίο του σύμπαντος χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για τη μελαγχολία της εξόριστης βασιλείας του.
Ο Μπαχ να γκαστρώνει δυο γυναίκες κι ένα κλειδοκύμβαλο, η μανία του Λούθηρου δικαιώνεται στο κονσέρτο.
Ο Μότσαρτ μεθυσμένος και μικρός, σαχλά αστεία, τρόμος και παραλήρημα, θεία αφέλεια και γιορτή –η ιδιοσυστασία της ευφρόσυνης μελωδίας του. Ρέκβιεμ.
Ο Μαν αμήχανος κοιτώντας την πατρίδα του από κάπου πολύ μακριά, η γη τον φτάνει χοροπηδώντας χαρούμενα –μαγγανεία του έπους.
Ο Μπελ να τοποθετεί δυναμίτες και στις εννιά και μισή η ανατίναξη σημαίνει λύτρωση, πατροκτονία και συμφιλίωση. Μπιλιάρδο ξανά και ξανά. Όλες οι μπάλες ήταν μαύρες.
Ο Γκρας να κονταίνει για να παίζει το ταμπούρλο και το κρεμμύδι χορεύει στριπτίζ –φαρισαϊκά δάκρυα σε όλη τη Δύση, κάποιοι του είπαν να επιστρέψει το βραβείο. Και λοιπόν;
Ο Νίτσε καθισμένος στην ακτή κλείνει τα μάτια και υποψιάζεται τον Ζαρατούστρα του. Όταν ανοίγει τα μάτια είναι ήδη τρελός. Και ποιητής.
Ο Κίργκεγκωρ να περιφέρεται κατασκοπικά στην πολιτεία, να κοιτάζει εκείνη και να την αποχαιρετά μυστικά –η Ρεγγίνα γεννά τη φιλοσοφία, η Ρεγγίνα είναι η φιλοσοφία. Αρραβώνας με την αγωνία. Και χορός έως τέλους. Με την αγωνία.
Ο Ζιράρ ως αστραπή να κοιτάζει τον διάολο και να τον ξεμπροστιάζει στους οπαδούς της διαπόμπευσης. Η πτώση των τράγων. Το άλμα του αρνιού. Το χαμένο στοίχημα που κερδίζεται κάθε μέρα.
Ο Σοπενάουερ ενοχλημένος από τον εξεγερμένο όχλο να δανείζει τα κιάλια στον λοχαγό του πυροβολικού –σκοτώστε τους όλους. Ο φιλόσοφος του οίκτου. Κληρονομιά στα σκυλιά. Και το πιο λυπημένο γέλιο της Ευρώπης.
Ο Κέρτες μεταφράζοντας τον εαυτό του εξαερωμένο στην κόλαση να ψάλλει το καντίς για μιαν ανεπίτευκτη επιστροφή στους ζωντανούς –οι Εβραίοι είναι η ερμηνεία των ανθρώπων. Μέγα σκάνδαλο.
Ο Χάιντεγκερ στην καλύβα που πλαταίνει και γίνεται ξέφωτο, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη καρφώνει οδοδείκτες από το μηδέν ως το Είναι –μυστικός βασιλιάς. Μυστικός –σκέτο. Σε μαθαίνει να ζεις. Σε μαθαίνει να είσαι αυθεντικός. Διαβάζοντας Χαίλντερλιν: Pallaksh!
Ο Τσέλαν να βαδίζει στο Σηκουάνα ανάποδα, η Σουλαμίτις τον τυλίγει στα μαλλιά της και αυτός ο τάφος σκάβεται ακόμα στα σύννεφα. Φούγκα και περιπλανώμενη μνήμη. Στον τάφο του Ανθρώπου ένα ρόδο του κανενός.
Ο Κάφκα δεμένος σε μιαν φρικτή μηχανή σωφρονισμού, λιωμένη κατσαρίδα στη γωνιά του πλανήτη, ψιθυρισμοί στον Θεό –τι άλλο είμαι εγώ παρά λογοτεχνία;
Ο Παπαδιαμάντης με λεκιασμένο πουκάμισο αγκαλιά με το γυναικείο νησί του, μια μελέτη θανάτου που ακόμα δεν γράφτηκε, ύμνοι του Δαβίδ, αναγνώστης σε εκκλησία της Πλάκας. Ιερουργεί ένας Άγιος. Ο παπά-Πλανάς.
Ο Πεντζίκης να γραπώνει τη μύτη της κυρίας Έρσης, η σκόρπια ζωή συγκεφαλαιώνεται στην ερημιά του φωτός, όλη όλο νόημα, όλη όλο ήθος –αμαρτία η απουσία από το παρόν.
Όλοι αυτοί –και τόσοι ακόμα– οι μάρτυρές μας, Φίλοι και Συγγενείς. Οι μαρτυρίες μας. Ζωντανές, σάρκινες μαρτυρίες. Σαρκωμένοι λόγοι. Τι ζητούν; Αυτοί οι υπέροχοι, νηφάλια μεθυσμένοι καρνάβαλοι, τι ζητούν;
Μια παρτίδα ακόμα. Μια παρτίδα ακόμα, παιδιά.
Εντάξει, εντάξει.
Έτσι κι αλλιώς, αυτό τον καιρό δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω. Αλλά δώστε ένα χεράκι. Το χρειαζόμαστε.