Και περπατά, Φίλοι και Συγγενείς, έτσι όπως δεν περπάτησε ποτέ κανείς. Αναστάσιμα, τις περισσότερες και τις πιο καλές φορές –έχω σκορπίσει τις ευχές σε διάφορα σημεία του κειμένου, δεν χρειάζεται να τις επισημάνω. Επιστρέφω στον περίπατο. Προς και από το Κρανίο –ξανά και ξανά, χωρίς τέλος, γεμάτη εν-τέλειες. Προφυλαγμένη και διαρκώς έκθετη και εκτεθειμένη, η λογοτεχνία, η γραφή της υποψίας, των ιχνών, μια περιπατητική ιχνηλασία όλο και πιο κοντά στην αυθεντική ζωή, ολοένα πλησιέστερα στο πραγματικό, στον πυρήνα και στην περιφέρεια, στο διασκορπισμένο κέντρο της ύπαρξης, στο ίδιο αλλά ποτέ όμοιο Πρόσωπο του ανθρώπου. Και του Θεού. Στην ανατιναγμένη ενότητα που επιστρέφει, ανασυνθέτει τον εαυτό της και φανερώνεται.
Με τα χέρια στις τσέπες και τον αυχένα αεικίνητο, σταθερό, όρθιο στερεωμένο στις λέξεις, όπως εμείς, όπως όλος ο κόσμος –χωρίς τον μεταφυσικό ορθολογισμό, χωρίς την αγωνία της αντικειμενοποίησης, χωρίς το εφηβικό άγχος της υποτιθέμενης γνώσης, χωρίς καμιά ενόχληση από τη σπηλιά ή τις σκιές, για την ακρίβεια: χορεύοντας με τις σκιές, περπατώντας με τις σκιές. Η ευκρίνεια των περιγραμμάτων. Το δειλινό. Που χρειάζεται τις σκιές. Η λογοτεχνία γράφεται σε ένα συνεχές δειλινό. Σε έναν διαμένοντα, καταργημένο Θάνατο. Ολοζώντανη, ενθαδική. Αποκαθιστώντας, ανακεφαλαιώνοντας, συμμαζεύοντας από παντού τα θραύσματα, όντας τα θραύσματα, μιλώντας και αρθρώνοντας τα θραύσματα.
Την υποψία της.
Που διευρύνεται στις πατημασιές, που ακολουθεί, που συνέχει, που γνέφει διαφεύγοντας. Η πάντα ήδη εδώ και πάντα διαφεύγουσα γραφή, το κάλεσμά της, το νεύμα της. Η χειρονομία του φωτός –αυτού που έρχεται και που είναι ήδη. Ο περίπατος μιας υποψίας και η βεβαιότητά της, η μόνη που χρειαζόμαστε, με τα χέρια στις τσέπες, ενίοτε σκυφτή και αργοκίνητη, σαν να σέρνεται και χωρίς ποτέ να σέρνεται, όρθια στηριγμένη, συγκρατημένη στην υπομονή, μέσα στον χρόνο, εσαεί ανεπίκαιρη, με τα ακροδάχτυλα που σκάβουν στον αέρα, ήσυχα, δίχως εξάρσεις, με αδιατάρακτους ώμους. Ο αληθινός ψίθυρος της γραφής. Η εκπλήρωση της γραφής. Η Ανάσταση. Και, επιτέλους, λίγο λιγότερα φώτα.
Και λίγο περισσότερο Φως.
Για δες: Ξαφνικά, Φίλοι και Συγγενείς, ακυρώθηκαν οι αριθμοί. Καλό μας περπάτημα. Ίσως και να βρεθούμε. Στον ενεστώτα μιας συνεχούς ολόπρωτης συνάντησης προσώπων –δεν υπάρχει άλλη συνάντηση, έτσι κι αλλιώς.
Σάββατο 25 Απριλίου 2009
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
Αν Η Σιωπή Ήταν Χρυσός Θα Είχαμε Πεθάνει Όλοι Στην Ψάθα
1. Αλλά η σιωπή δεν είναι χρυσός –ούτε κάποιο άλλο ευγενές ή αγενές μέταλλο.
2. Η σιωπή δεν είναι ούτε αλαλία / αφασία / ασκεψία.
3. Η σιωπή δεν μπορεί να περιγραφεί με καμιά μεταφορά / αλληγορία / παρομοίωση.
4. Η σιωπή δεν είναι ποτέ εκκωφαντική, δεν υπαινίσσεται, δεν υπονοεί και, βέβαια, δεν απαντά. Δεν είναι «μια άλλη γλώσσα», δεν είναι καμιά εναλλακτική επιλογή έκφρασης ή / και απόφανσης.
5. Η σιωπή σωπαίνει συμπληρώνοντας την γλώσσα –ή τον λόγο ή την ομιλία ή όποια άλλη εννοιολογική προτίμηση έχει ο καθένας, εγώ προκρίνω την γλώσσα εξαιτίας της διπλότητας της σημασίας: λόγος και σάρκα, αίσθηση και όργανο κ.λπ.
6. Η σιωπή σωπαίνει εκ-καλύπτοντας την γλώσσα, εγγράφοντας τον εαυτό της στη γλώσσα ως ακέραιη, διανοιγμένη δυνατότητα, επιτρέποντας στο νόημα να εμφανιστεί και να από-κρυφτεί.
7. Η σιωπή είναι ο τόπος της παρουσίας, το θεμέλιο του οίκου του Είναι, το ελεύθερο κενό όπου αρθρώνεται η αποκάλυψη του ονόματος.
Η σιωπή είναι και πολλά άλλα πράγματα, Φίλοι και Συγγενείς, πλην: αποτελούν όλα προεκτάσεις, διασαφηνίσεις και εμπλουτισμούς του εβδόμου σημείου. Είναι περασμένες πέντε, η βροχή στην Αθήνα έχει σταματήσει εδώ και ώρα και αυτή είναι η τελευταία καταχώρηση πριν από την Ανάσταση –μια νοθευμένα χαϊντεγγεριανή καταχώρηση, όπως, εξάλλου, και αρκετά άλλα στοιχεία ή συστατικά ή περιεχόμενα του πέμπτου ορόφου.
Επειδή, λοιπόν, μέσα στις επόμενες μέρες ίσως καταφέρουμε να κρατηθούμε στην και να κρατήσουμε την σιωπηλή δύναμη του ενδεχομένου της Ανάστασης, της ανάδυσης του όντως Κάλλους, σας εύχομαι Καλό Πάσχα, Φίλοι και Συγγενείς και επικαλούμαι την αδιαφιλονίκητη ευλαλία μιας από τις αγαπημένες μου γυναίκες του 20ου αιώνα η οποία δεν ήταν, φυσικά, συγγραφέας, διανοούμενη ή φιλόσοφος αλλά κάτι πολύ πιο ευρύ, αυθεντικό και ζωτικό, κάτι πολύ πιο ζωντανό.
Μια φιλόκαλη, αγαπώσα γυναίκα που μας προσκαλεί χαμογελώντας και λέγοντας:
Ελάτε να σιωπήσουμε.
2. Η σιωπή δεν είναι ούτε αλαλία / αφασία / ασκεψία.
3. Η σιωπή δεν μπορεί να περιγραφεί με καμιά μεταφορά / αλληγορία / παρομοίωση.
4. Η σιωπή δεν είναι ποτέ εκκωφαντική, δεν υπαινίσσεται, δεν υπονοεί και, βέβαια, δεν απαντά. Δεν είναι «μια άλλη γλώσσα», δεν είναι καμιά εναλλακτική επιλογή έκφρασης ή / και απόφανσης.
5. Η σιωπή σωπαίνει συμπληρώνοντας την γλώσσα –ή τον λόγο ή την ομιλία ή όποια άλλη εννοιολογική προτίμηση έχει ο καθένας, εγώ προκρίνω την γλώσσα εξαιτίας της διπλότητας της σημασίας: λόγος και σάρκα, αίσθηση και όργανο κ.λπ.
6. Η σιωπή σωπαίνει εκ-καλύπτοντας την γλώσσα, εγγράφοντας τον εαυτό της στη γλώσσα ως ακέραιη, διανοιγμένη δυνατότητα, επιτρέποντας στο νόημα να εμφανιστεί και να από-κρυφτεί.
7. Η σιωπή είναι ο τόπος της παρουσίας, το θεμέλιο του οίκου του Είναι, το ελεύθερο κενό όπου αρθρώνεται η αποκάλυψη του ονόματος.
Η σιωπή είναι και πολλά άλλα πράγματα, Φίλοι και Συγγενείς, πλην: αποτελούν όλα προεκτάσεις, διασαφηνίσεις και εμπλουτισμούς του εβδόμου σημείου. Είναι περασμένες πέντε, η βροχή στην Αθήνα έχει σταματήσει εδώ και ώρα και αυτή είναι η τελευταία καταχώρηση πριν από την Ανάσταση –μια νοθευμένα χαϊντεγγεριανή καταχώρηση, όπως, εξάλλου, και αρκετά άλλα στοιχεία ή συστατικά ή περιεχόμενα του πέμπτου ορόφου.
Επειδή, λοιπόν, μέσα στις επόμενες μέρες ίσως καταφέρουμε να κρατηθούμε στην και να κρατήσουμε την σιωπηλή δύναμη του ενδεχομένου της Ανάστασης, της ανάδυσης του όντως Κάλλους, σας εύχομαι Καλό Πάσχα, Φίλοι και Συγγενείς και επικαλούμαι την αδιαφιλονίκητη ευλαλία μιας από τις αγαπημένες μου γυναίκες του 20ου αιώνα η οποία δεν ήταν, φυσικά, συγγραφέας, διανοούμενη ή φιλόσοφος αλλά κάτι πολύ πιο ευρύ, αυθεντικό και ζωτικό, κάτι πολύ πιο ζωντανό.
Μια φιλόκαλη, αγαπώσα γυναίκα που μας προσκαλεί χαμογελώντας και λέγοντας:
Ελάτε να σιωπήσουμε.
Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Προς Υπεράσπιση του Ευγενούς Είδους των Στρουθοκαμήλων: Τρεις Θεμελιώδεις Παρεξηγήσεις και η Αποκατάστασή τους
1. Ο στρουθοκάμηλος είναι, πιθανότατα, το πιο ευφυές πλάσμα στον κόσμο. Αλαζονικά, οι άνθρωποι έχουμε παρερμηνεύσει την παροιμιώδη στωικότητα και τη γαλήνη αυτού που όντως ξέρει –την έχουμε περάσει για ηλιθιότητα. Αυτό αποκαλύπτει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται οι άνθρωποι. Επίσης, το ότι μας έπεισαν για την ηλιθιότητά τους είναι επαρκές τεκμήριο για την ευφυΐα των στρουθοκαμήλων.
2. Ο στρουθοκάμηλος είναι, επιπλέον, ένα από τα πιο κομψά και χαριτωμένα πλάσματα του κόσμου. Οι γυναίκες μιμούνται το βάδισμά του, οι άντρες αντιγράφουν την επιθετική του ευθιξία αλλά, για έναν ιδιόμορφο λόγο, η εμφάνισή του θεωρείται αλλοπρόσαλλη, αποκρουστική, ενίοτε και γελοία. Μια ανάμεσα σε χιλιάδες αποδείξεις ότι ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να ξεχωρίσουμε την αισθητική από την Ομορφιά.
3. Ο στρουθοκάμηλος, τέλος, εξαιτίας ενός επιστήμονα ο οποίος, προφανώς, διάβασε τη σκέψη αυτού του πλάσματος, κατηγορείται ότι αποσύρεται από τον κόσμο και χώνει το κεφάλι του στο χώμα επειδή φοβάται. Έτσι, η εσωστρεφής εκ-στάση, αυτή η έξοχη προϋπόθεση για κάθε αυθεντική σκέψη, βαφτίστηκε «στρουθοκαμηλισμός».
Αυτά τα λιγοστά σχόλια, Φίλοι και Συγγενείς, για την αποκατάσταση ενός κατασυκοφαντημένου και εμφανέστατα παρεξηγημένου πλάσματος. Είναι απόγευμα Παρασκευής, έπεται ο Ακάθιστος Ύμνος και η σκόνη έχει, επιτέλους, υποχωρήσει –στενοχωριέμαι, βέβαια, γιατί η σκόνη μου θύμισε την Κύπρο αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα σ’ αυτή τη ζωή, έτσι δεν είναι;
Λοιπόν, αυτή η προσωπική και λαμπρότατη σταυροφορία αποκατάστασης ενδέχεται να συνεχιστεί. Ένα πρόχειρο δείγμα για να σας ανοίξω την όρεξη: η Κασσάνδρα –προέκυψε από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στο μπαρ, βλέπε προηγούμενη καταχώρηση. Τείνει να παγιωθεί στις συνειδήσεις μας ότι όλοι αυτοί που αποκαλούνται «κασσάνδρες» είναι οι απαισιόδοξοι που κάνουν λανθασμένες –και αρνητικές- προβλέψεις.
Φίλοι και Συγγενείς, το σύνθημα είναι: μην πυροβολείτε την Κασσάνδρα! Μια χαρά τα έλεγε η γυναίκα. Απλώς, οι υπόλοιποι δεν την πίστευαν. Και είδαμε τι έπαθαν.
Αυτά. Σας ασπάζομαι –όχι ο Φαίδων, εγώ- εκ του ευάερου και ευήλιου, σήμερα, πέμπτου ορόφου.
2. Ο στρουθοκάμηλος είναι, επιπλέον, ένα από τα πιο κομψά και χαριτωμένα πλάσματα του κόσμου. Οι γυναίκες μιμούνται το βάδισμά του, οι άντρες αντιγράφουν την επιθετική του ευθιξία αλλά, για έναν ιδιόμορφο λόγο, η εμφάνισή του θεωρείται αλλοπρόσαλλη, αποκρουστική, ενίοτε και γελοία. Μια ανάμεσα σε χιλιάδες αποδείξεις ότι ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να ξεχωρίσουμε την αισθητική από την Ομορφιά.
3. Ο στρουθοκάμηλος, τέλος, εξαιτίας ενός επιστήμονα ο οποίος, προφανώς, διάβασε τη σκέψη αυτού του πλάσματος, κατηγορείται ότι αποσύρεται από τον κόσμο και χώνει το κεφάλι του στο χώμα επειδή φοβάται. Έτσι, η εσωστρεφής εκ-στάση, αυτή η έξοχη προϋπόθεση για κάθε αυθεντική σκέψη, βαφτίστηκε «στρουθοκαμηλισμός».
Αυτά τα λιγοστά σχόλια, Φίλοι και Συγγενείς, για την αποκατάσταση ενός κατασυκοφαντημένου και εμφανέστατα παρεξηγημένου πλάσματος. Είναι απόγευμα Παρασκευής, έπεται ο Ακάθιστος Ύμνος και η σκόνη έχει, επιτέλους, υποχωρήσει –στενοχωριέμαι, βέβαια, γιατί η σκόνη μου θύμισε την Κύπρο αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα σ’ αυτή τη ζωή, έτσι δεν είναι;
Λοιπόν, αυτή η προσωπική και λαμπρότατη σταυροφορία αποκατάστασης ενδέχεται να συνεχιστεί. Ένα πρόχειρο δείγμα για να σας ανοίξω την όρεξη: η Κασσάνδρα –προέκυψε από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στο μπαρ, βλέπε προηγούμενη καταχώρηση. Τείνει να παγιωθεί στις συνειδήσεις μας ότι όλοι αυτοί που αποκαλούνται «κασσάνδρες» είναι οι απαισιόδοξοι που κάνουν λανθασμένες –και αρνητικές- προβλέψεις.
Φίλοι και Συγγενείς, το σύνθημα είναι: μην πυροβολείτε την Κασσάνδρα! Μια χαρά τα έλεγε η γυναίκα. Απλώς, οι υπόλοιποι δεν την πίστευαν. Και είδαμε τι έπαθαν.
Αυτά. Σας ασπάζομαι –όχι ο Φαίδων, εγώ- εκ του ευάερου και ευήλιου, σήμερα, πέμπτου ορόφου.
Σάββατο 21 Μαρτίου 2009
Μπαρ: Οδηγίες Χρήσεως
1. Προηγουμένως, καλό είναι να σιγουρευτείς ότι είσαι καταρτισμένος περιπατητής –βλ. την τελευταία καταχώρηση. Ο περίπατος θα σου χρειαστεί για να εντοπίσεις το κατάλληλο μπαρ. Δεν θα είναι εύκολο αλλά θα φτάσεις στον στόχο. Όλοι φτάνουν. Αυτό που έχει σημασία είναι τον αναγνωρίσεις.
2. Πρώτα-πρώτα, φρόντισε να είναι όντως μπαρ. Το μπαρ δεν είναι αυτός ο ξύλινος πάγκος αλλά η οριζόντια –αν είναι κάθετη είσαι σε άλλο ανέκδοτο- μπάρα η οποία χρησιμεύει για να ακουμπάς τα κουρασμένα από τον περίπατο πόδια σου. Αν δεν την φτάνεις, τα σκαμπό είναι πολύ ψηλά –κι ίσως πρέπει να το ξανασκεφτείς, αν και είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Αν την φτάνεις, πάντως, τότε το πρώτο βήμα έχει γίνει. Τώρα μπορείς να κοιτάξεις τον χώρο.
3. Ελπίζω ότι αντικρίζεις ξύλο. Παλιό, καλό, παραδοσιακό καφέ ξύλο, κατά προτίμηση σκούρο, βαθύχρωμο. Αν όχι, φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Αν βλέπεις γυαλί, μέταλλο, αλουμίνιο, πλαστικό και άλλες τέτοιες ευρεσιτεχνίες, τότε κάποιος διακοσμητής έχει βάλει το χέρι του. Δεν έχω τίποτα με τον κλάδο αλλά ούτε ο κλάδος έχει καμιά σχέση με το μπαρ.
4. Καθώς χαλαρώνεις, βάλε τους αγκώνες στον πάγκο. Λογικά, δεν θα πρέπει να έχεις πρόβλημα να το κάνεις αυτό –αν είσαι ένας άνθρωπος μέσου ύψους και ο πάγκος είναι συντονισμένος με το ύψος των σκαμπό. Από την άλλη, αν ο πάγκος έχει αιχμηρές γωνίες, είναι ζήτημα μεγαλοθυμίας και ανοχής εκ μέρους σου.
5. Κοίτα ευθεία μπροστά σου. Αν όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, βλέπεις τον εαυτό σου σε έναν ωραιότατο καθρέφτη πίσω από τα παραταγμένα μπουκάλια. Είναι πολύ σημαντικό να βλέπεις τον εαυτό σου. Θα ξέρεις πότε πρέπει να τσακιστείς και να φύγεις όταν τα χαρακτηριστικά του πρόσωπου αρχίζουν να αλλοιώνονται επικίνδυνα.
6. Συνέχισε να κοιτάς ευθεία μπροστά σου. Αν ο μπάρμαν είναι μπαργούμαν κάτω των τριάντα και, ακόμα χειρότερα, αν κυκλοφορεί σε περισσότερα από ένα αντίτυπα πίσω από τον πάγκο, τότε κακώς είσαι μόνος σου σ’ αυτό το μέρος. Αν επιμένεις να καθίσεις εδώ, πάντως, περιορίσου στα τυπικά χαμόγελα και απευθύνσου στην μπαργούμαν μόνο κατά την παραγγελία. Αλλιώς, αργά ή γρήγορα, θα εκτεθείς.
7. Εφόσον είσαι στο σωστό μέρος και ο μπάρμαν είναι όντως μπάρμαν, καλό είναι να μην είναι κάτω των σαράντα. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κάποιος νεότερος θα αρχίσει, κάποια στιγμή, να πετά μπουκάλια στον αέρα –αυτό είναι ήδη σημάδι ότι δεν είσαι στο σωστό μέρος. Χώρια που μπορεί να έχουμε τραυματισμούς. Ώστε κοίτα να έχεις απέναντί σου έναν αυθεντικό μπάρμαν και όχι κάποιον ερασιτέχνη που το έσκασε απ’ το τσίρκο.
8. Πλάι σου –αφού είσαι ακόμα στο σωστό μέρος- θα πρέπει να βρίσκονται κυρίως άντρες θαμώνες, κάπου εκεί στα σαράντα ή πενήντα. Καλό σημάδι. Μην τους ενοχλήσεις. Αν είναι, θα σου μιλήσουν αυτοί. Και αν είσαι λίγο τυχερός, θα βρεθείς με υλικό για τόσα μυθιστορήματα ώστε θα καταλάβεις εγκαίρως ότι δεν υπάρχει καν λόγος να προσπαθήσεις να τα γράψεις. Αρκεί που τα άκουσες. Αρκεί που ήσουν εκεί.
9. Σε περίπτωση που, για έναν περίεργο λόγο, βρεθείς ανάμεσα σε γυναίκες θαμώνες, να είσαι προσεκτικός. Αν είσαι στο σωστό μέρος, μην πάει ο νους στο πονηρό. Ακόμα κι έτσι, το μπαρ δεν είναι τόπος για να φλερτάρεις, εκτός κι αν είσαι αποφασισμένος να φτάσεις μέχρι το τέλος. Μην το κάνεις για να περάσεις την ώρα σου. Μια γυναίκα που έχει έρθει ως εδώ μόνη, σπάνια αστειεύεται. Χαμόγελα, βλέμματα και λοιπά τερτίπια επιτρέπονται μόνο αν είσαι έτοιμος να διασχίσεις όλο το δρόμο. Αν όχι, γύρνα στις συζητήσεις με τους συμπότες ή στην αυτό-ανάλυση και στο ποτό σου. Είναι ασφαλέστερο, ειδικά στις μέρες μας.
10. Ό,τι κι αν παραγγείλεις, φρόντισε να είναι ένα καθαρό, απλό, σκέτο ποτό, με ή χωρίς πάγο. Απέφυγε τα σφηνάκια. Κυρίως: απέφυγε τα κοκτέιλ. Σε σχέση με το ποτό, τα κοκτέιλ είναι ό,τι οι ανθολογίες σε σχέση με το μυθιστόρημα. Σου αφήνουν μια αίσθηση αν-ολοκλήρωσης, απογοήτευσης και κατάθλιψης. Τα κοκτέιλ είναι υβρίδια. Ακρωτηριασμένα ποτά. Δεν τα έχεις ανάγκη –χώρια που, αν είσαι στο σωστό μπαρ, το να παραγγέλνεις κοκτέιλ είναι σαν να ζητάς βιολογικά προϊόντα από χασαποταβέρνα των Εξαρχείων. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε τέτοια σημεία.
11. Πίνε το ποτό σου σχετικά αργά, ήρεμα, χωρίς πανικό. Αν κάνεις στριφτά τσιγάρα, υπολόγισε ότι θα σου πάρει δυο με τρία ώσπου να αδειάσει το ποτήρι. Πού και πού, παίρνε και κανένα φιστίκι –κατά προτίμηση- ή κανένα πατατάκι –κατά παραχώρηση. Φειδωλά, όμως –δεν είναι για χόρταση και το στομάχι σου θα ταλαιπωρηθεί, έτσι κι αλλιώς.
12. Face the music αλλά χαλαρά, μην χτυπιέσαι κιόλας. Αν είσαι στο σωστό μέρος, η μουσική θα βρίσκεται σε διακριτική ένταση. Απόλαυσέ την –αλλά μην παρασυρθείς. Αν αφεθείς εντελώς στη μουσική, το ποτό σου θα γίνει διπλό και τριπλό. Αν θέλεις πραγματικά να ακούσεις μουσική, κάτσε σπίτι σου.
13. Σε κάθε περίπτωση, κοίτα να διατηρείς και να ανανεώνεις την επαφή σου με την πραγματικότητα καθώς η κατανάλωση συνεχίζεται –μια κουβέντα με τον μπάρμαν, για παράδειγμα, ή μια στιχομυθία με τους θαμώνες είναι ό,τι πρέπει. Σε κάποιες περιπτώσεις, επιτρέπεται ακόμα και το σημειωματάριό σου –αν ο φωτισμός είναι επαρκής που, συνήθως, είναι. Σε κάποιες σπάνιες και ευλογημένες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται τίποτα απ’ όλα αυτά γιατί είσαι απορροφημένος από την αφήγηση ενός ευγενούς αριστοκράτη άλλης εποχής που περιγράφει τις συναντήσεις του με τον Καρούζο, τον Γκάτσο και τον Μισέλ Φουκώ. Από αυτή την άποψη, μάθε να ακούς. Να ακούς στ’ αλήθεια.
14. Κατά τις επισκέψεις στην τουαλέτα –που αν πίνεις μπίρα θα γίνει το δεύτερο αγαπημένο σου μέρος του μαγαζιού, εξ ου και: «η τουαλέτα του μπαρ είναι ο ναός μου», είπε ο Bukowski- εκμεταλλεύσου την απομόνωση για έναν πρόχειρο έλεγχο στη διαύγειά σου. Σκέψου το βιβλίο που διάβαζες το πρωί, κάτι που είδες κατά τη διάρκεια του περιπάτου, μια ιδέα για κάποιο μυθιστόρημα, ένα τσιτάτο από τον Ζαρατούστρα. Όταν αρχίσεις να δυσκολεύεσαι, πλήρωσε το ποτό σου και πήγαινε σπίτι. Το μπαρ θα είναι εκεί και το επόμενο βράδυ. Μην θες να εξαντλήσεις μονομιάς τις δυνατότητες. Μην είσαι άπληστος.
15. Μεγαλώνοντας και γερνώντας, φρόντισε, επίσης, να μειώσεις τις επισκέψεις. Μια-δυο φορές τη βδομάδα είναι αρκετές. Φρόντισε, επίσης, να περιορίσεις τη διάρκεια των επισκέψεων. Δεν είναι ανάγκη να περιμένεις τον μπάρμαν να σου ανοίξει στις οχτώ και να τον βοηθάς να κλείνει στις τρεις-τέσσερις το πρωί. Από τις εννιά μέχρι τα μεσάνυχτα είναι μια καθώς πρέπει διάρκεια. Η σοφή μπαρόμυγα ξέρει πότε πρέπει να σταματήσει να είναι μπαρόμυγα και να γίνει κάτι άλλο. Για να κάνει και κάτι άλλο. Αλλιώς, θα βρεθεί να δίνει υλικό για μυθιστορήματα σε κάποιον τύπο που δεν θα ξέρει τι να κάνει με αυτό το υλικό. Δεν θέλουμε μια τέτοια εξέλιξη, έτσι δεν είναι;
Κάπως έτσι, Φίλοι και Συγγενείς, προκύπτει ένας πρόχειρα συστηματοποιημένος κώδικας αξιών, ας πούμε, για κάθε επίδοξη ή βετεράνο μπαρόμυγα. Επειδή πάει να κλείσει μια δεκαετία από τότε που μπήκα για πρώτη φορά μόνος σε ένα μπαράκι κουβαλώντας ένα τετράδιο παραμάσχαλα –βίτσια είναι αυτά- είπα να αποτίσω ένα φόρο τιμής στην επέτειο. Κατά τα άλλα, αυτές οι «αριθμημένες» καταχωρήσεις συνεχίζονται στο πλαίσιο ενός επιστημονικού πειράματος του πέμπτου ορόφου το οποίο ερευνά την ποσότητα των εξυπνάδων που μπορεί να γράψει κανείς χωρίς να πει απολύτως τίποτα.
Σας χαιρετώ από τον πέμπτο όροφο, αυτό το φθινοπωρινό σαββατιάτικο μεσημέρι του Μάρτη. Γεια χαρά ή, μάλλον:
Cheers!
(Μην με παρεξηγήσετε, στη μια το μεσημέρι πίνω το δεύτερο καφεδάκι μου, όπως όλος ο κόσμος.)
Υ.Γ. Το τραγελαφικό είναι ότι αυτό το σχήμα με την αρίθμηση προέκυψε για να περισταλεί, υποτίθεται, η φλυαρία και η έκταση των καταχωρήσεων. Άστα να πάνε.
2. Πρώτα-πρώτα, φρόντισε να είναι όντως μπαρ. Το μπαρ δεν είναι αυτός ο ξύλινος πάγκος αλλά η οριζόντια –αν είναι κάθετη είσαι σε άλλο ανέκδοτο- μπάρα η οποία χρησιμεύει για να ακουμπάς τα κουρασμένα από τον περίπατο πόδια σου. Αν δεν την φτάνεις, τα σκαμπό είναι πολύ ψηλά –κι ίσως πρέπει να το ξανασκεφτείς, αν και είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Αν την φτάνεις, πάντως, τότε το πρώτο βήμα έχει γίνει. Τώρα μπορείς να κοιτάξεις τον χώρο.
3. Ελπίζω ότι αντικρίζεις ξύλο. Παλιό, καλό, παραδοσιακό καφέ ξύλο, κατά προτίμηση σκούρο, βαθύχρωμο. Αν όχι, φύγε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Αν βλέπεις γυαλί, μέταλλο, αλουμίνιο, πλαστικό και άλλες τέτοιες ευρεσιτεχνίες, τότε κάποιος διακοσμητής έχει βάλει το χέρι του. Δεν έχω τίποτα με τον κλάδο αλλά ούτε ο κλάδος έχει καμιά σχέση με το μπαρ.
4. Καθώς χαλαρώνεις, βάλε τους αγκώνες στον πάγκο. Λογικά, δεν θα πρέπει να έχεις πρόβλημα να το κάνεις αυτό –αν είσαι ένας άνθρωπος μέσου ύψους και ο πάγκος είναι συντονισμένος με το ύψος των σκαμπό. Από την άλλη, αν ο πάγκος έχει αιχμηρές γωνίες, είναι ζήτημα μεγαλοθυμίας και ανοχής εκ μέρους σου.
5. Κοίτα ευθεία μπροστά σου. Αν όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, βλέπεις τον εαυτό σου σε έναν ωραιότατο καθρέφτη πίσω από τα παραταγμένα μπουκάλια. Είναι πολύ σημαντικό να βλέπεις τον εαυτό σου. Θα ξέρεις πότε πρέπει να τσακιστείς και να φύγεις όταν τα χαρακτηριστικά του πρόσωπου αρχίζουν να αλλοιώνονται επικίνδυνα.
6. Συνέχισε να κοιτάς ευθεία μπροστά σου. Αν ο μπάρμαν είναι μπαργούμαν κάτω των τριάντα και, ακόμα χειρότερα, αν κυκλοφορεί σε περισσότερα από ένα αντίτυπα πίσω από τον πάγκο, τότε κακώς είσαι μόνος σου σ’ αυτό το μέρος. Αν επιμένεις να καθίσεις εδώ, πάντως, περιορίσου στα τυπικά χαμόγελα και απευθύνσου στην μπαργούμαν μόνο κατά την παραγγελία. Αλλιώς, αργά ή γρήγορα, θα εκτεθείς.
7. Εφόσον είσαι στο σωστό μέρος και ο μπάρμαν είναι όντως μπάρμαν, καλό είναι να μην είναι κάτω των σαράντα. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κάποιος νεότερος θα αρχίσει, κάποια στιγμή, να πετά μπουκάλια στον αέρα –αυτό είναι ήδη σημάδι ότι δεν είσαι στο σωστό μέρος. Χώρια που μπορεί να έχουμε τραυματισμούς. Ώστε κοίτα να έχεις απέναντί σου έναν αυθεντικό μπάρμαν και όχι κάποιον ερασιτέχνη που το έσκασε απ’ το τσίρκο.
8. Πλάι σου –αφού είσαι ακόμα στο σωστό μέρος- θα πρέπει να βρίσκονται κυρίως άντρες θαμώνες, κάπου εκεί στα σαράντα ή πενήντα. Καλό σημάδι. Μην τους ενοχλήσεις. Αν είναι, θα σου μιλήσουν αυτοί. Και αν είσαι λίγο τυχερός, θα βρεθείς με υλικό για τόσα μυθιστορήματα ώστε θα καταλάβεις εγκαίρως ότι δεν υπάρχει καν λόγος να προσπαθήσεις να τα γράψεις. Αρκεί που τα άκουσες. Αρκεί που ήσουν εκεί.
9. Σε περίπτωση που, για έναν περίεργο λόγο, βρεθείς ανάμεσα σε γυναίκες θαμώνες, να είσαι προσεκτικός. Αν είσαι στο σωστό μέρος, μην πάει ο νους στο πονηρό. Ακόμα κι έτσι, το μπαρ δεν είναι τόπος για να φλερτάρεις, εκτός κι αν είσαι αποφασισμένος να φτάσεις μέχρι το τέλος. Μην το κάνεις για να περάσεις την ώρα σου. Μια γυναίκα που έχει έρθει ως εδώ μόνη, σπάνια αστειεύεται. Χαμόγελα, βλέμματα και λοιπά τερτίπια επιτρέπονται μόνο αν είσαι έτοιμος να διασχίσεις όλο το δρόμο. Αν όχι, γύρνα στις συζητήσεις με τους συμπότες ή στην αυτό-ανάλυση και στο ποτό σου. Είναι ασφαλέστερο, ειδικά στις μέρες μας.
10. Ό,τι κι αν παραγγείλεις, φρόντισε να είναι ένα καθαρό, απλό, σκέτο ποτό, με ή χωρίς πάγο. Απέφυγε τα σφηνάκια. Κυρίως: απέφυγε τα κοκτέιλ. Σε σχέση με το ποτό, τα κοκτέιλ είναι ό,τι οι ανθολογίες σε σχέση με το μυθιστόρημα. Σου αφήνουν μια αίσθηση αν-ολοκλήρωσης, απογοήτευσης και κατάθλιψης. Τα κοκτέιλ είναι υβρίδια. Ακρωτηριασμένα ποτά. Δεν τα έχεις ανάγκη –χώρια που, αν είσαι στο σωστό μπαρ, το να παραγγέλνεις κοκτέιλ είναι σαν να ζητάς βιολογικά προϊόντα από χασαποταβέρνα των Εξαρχείων. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε τέτοια σημεία.
11. Πίνε το ποτό σου σχετικά αργά, ήρεμα, χωρίς πανικό. Αν κάνεις στριφτά τσιγάρα, υπολόγισε ότι θα σου πάρει δυο με τρία ώσπου να αδειάσει το ποτήρι. Πού και πού, παίρνε και κανένα φιστίκι –κατά προτίμηση- ή κανένα πατατάκι –κατά παραχώρηση. Φειδωλά, όμως –δεν είναι για χόρταση και το στομάχι σου θα ταλαιπωρηθεί, έτσι κι αλλιώς.
12. Face the music αλλά χαλαρά, μην χτυπιέσαι κιόλας. Αν είσαι στο σωστό μέρος, η μουσική θα βρίσκεται σε διακριτική ένταση. Απόλαυσέ την –αλλά μην παρασυρθείς. Αν αφεθείς εντελώς στη μουσική, το ποτό σου θα γίνει διπλό και τριπλό. Αν θέλεις πραγματικά να ακούσεις μουσική, κάτσε σπίτι σου.
13. Σε κάθε περίπτωση, κοίτα να διατηρείς και να ανανεώνεις την επαφή σου με την πραγματικότητα καθώς η κατανάλωση συνεχίζεται –μια κουβέντα με τον μπάρμαν, για παράδειγμα, ή μια στιχομυθία με τους θαμώνες είναι ό,τι πρέπει. Σε κάποιες περιπτώσεις, επιτρέπεται ακόμα και το σημειωματάριό σου –αν ο φωτισμός είναι επαρκής που, συνήθως, είναι. Σε κάποιες σπάνιες και ευλογημένες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται τίποτα απ’ όλα αυτά γιατί είσαι απορροφημένος από την αφήγηση ενός ευγενούς αριστοκράτη άλλης εποχής που περιγράφει τις συναντήσεις του με τον Καρούζο, τον Γκάτσο και τον Μισέλ Φουκώ. Από αυτή την άποψη, μάθε να ακούς. Να ακούς στ’ αλήθεια.
14. Κατά τις επισκέψεις στην τουαλέτα –που αν πίνεις μπίρα θα γίνει το δεύτερο αγαπημένο σου μέρος του μαγαζιού, εξ ου και: «η τουαλέτα του μπαρ είναι ο ναός μου», είπε ο Bukowski- εκμεταλλεύσου την απομόνωση για έναν πρόχειρο έλεγχο στη διαύγειά σου. Σκέψου το βιβλίο που διάβαζες το πρωί, κάτι που είδες κατά τη διάρκεια του περιπάτου, μια ιδέα για κάποιο μυθιστόρημα, ένα τσιτάτο από τον Ζαρατούστρα. Όταν αρχίσεις να δυσκολεύεσαι, πλήρωσε το ποτό σου και πήγαινε σπίτι. Το μπαρ θα είναι εκεί και το επόμενο βράδυ. Μην θες να εξαντλήσεις μονομιάς τις δυνατότητες. Μην είσαι άπληστος.
15. Μεγαλώνοντας και γερνώντας, φρόντισε, επίσης, να μειώσεις τις επισκέψεις. Μια-δυο φορές τη βδομάδα είναι αρκετές. Φρόντισε, επίσης, να περιορίσεις τη διάρκεια των επισκέψεων. Δεν είναι ανάγκη να περιμένεις τον μπάρμαν να σου ανοίξει στις οχτώ και να τον βοηθάς να κλείνει στις τρεις-τέσσερις το πρωί. Από τις εννιά μέχρι τα μεσάνυχτα είναι μια καθώς πρέπει διάρκεια. Η σοφή μπαρόμυγα ξέρει πότε πρέπει να σταματήσει να είναι μπαρόμυγα και να γίνει κάτι άλλο. Για να κάνει και κάτι άλλο. Αλλιώς, θα βρεθεί να δίνει υλικό για μυθιστορήματα σε κάποιον τύπο που δεν θα ξέρει τι να κάνει με αυτό το υλικό. Δεν θέλουμε μια τέτοια εξέλιξη, έτσι δεν είναι;
Κάπως έτσι, Φίλοι και Συγγενείς, προκύπτει ένας πρόχειρα συστηματοποιημένος κώδικας αξιών, ας πούμε, για κάθε επίδοξη ή βετεράνο μπαρόμυγα. Επειδή πάει να κλείσει μια δεκαετία από τότε που μπήκα για πρώτη φορά μόνος σε ένα μπαράκι κουβαλώντας ένα τετράδιο παραμάσχαλα –βίτσια είναι αυτά- είπα να αποτίσω ένα φόρο τιμής στην επέτειο. Κατά τα άλλα, αυτές οι «αριθμημένες» καταχωρήσεις συνεχίζονται στο πλαίσιο ενός επιστημονικού πειράματος του πέμπτου ορόφου το οποίο ερευνά την ποσότητα των εξυπνάδων που μπορεί να γράψει κανείς χωρίς να πει απολύτως τίποτα.
Σας χαιρετώ από τον πέμπτο όροφο, αυτό το φθινοπωρινό σαββατιάτικο μεσημέρι του Μάρτη. Γεια χαρά ή, μάλλον:
Cheers!
(Μην με παρεξηγήσετε, στη μια το μεσημέρι πίνω το δεύτερο καφεδάκι μου, όπως όλος ο κόσμος.)
Υ.Γ. Το τραγελαφικό είναι ότι αυτό το σχήμα με την αρίθμηση προέκυψε για να περισταλεί, υποτίθεται, η φλυαρία και η έκταση των καταχωρήσεων. Άστα να πάνε.
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009
Μικρό Εγχειρίδιο Του Καλού Περιπατητή
1. Να μην σφυρίζεις ποτέ όταν περπατάς –να ανασαίνεις ρυθμικά και να κάνεις οικονομία στο οξυγόνο. Αν είσαι καπνιστής, προτίμησε να κάνεις μια τζούρα κάθε εκατό ή εκατό πενήντα μέτρα. Θα καταρρεύσεις μια ώρα αργότερα. Για να τα καταφέρεις, προτίμησε το στριφτό τσιγάρο. Διαρκεί περισσότερο.
2. Να έχεις τα χέρια στις τσέπες την περισσότερη ώρα –αυτό επιφέρει μια αναγκαστική επιβράδυνση και επιτρέπει να παραμένεις περιπατητής και να μην γίνεσαι δρομέας. Ούτε να κάνεις παρέλαση. Αν φοράς τζιν, φρόντισε ώστε οι τσέπες να είναι κομματάκι χαμηλά. Οι αγκώνες σου δεν θα πάθουν αγκύλωση. Ούτε θα στραμπουλίξεις τις παλάμες.
3. Να προτιμάς τις ευθείες. Έτσι συγκεντρώνεσαι στα θεάματα και στο βήμα σου χωρίς να κινδυνεύεις να βρεθείς στη μέση του πουθενά. Είναι η μαγεία του να πηγαίνεις μαζί με το ρεύμα.
4. Να αποφεύγεις τις ανηφόρες. Είναι για τους ορειβάτες. Εσύ είσαι περιπατητής. Είσαι φτιαγμένος για τα επίπεδα. Οι αθηναϊκοί λόφοι υπάρχουν για να τους χαζεύεις από χαμηλά.
5. Να μην σκέφτεσαι τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς, να περπατάς. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το μυαλό σου. Δώσε του λίγο χρόνο και χώρο. Ξέρει αυτό.
6. Να μην μετράς τις πλάκες του πεζοδρομίου –ούτε να προσπαθείς να πατάς εντός των ορίων τους. Στην Αθήνα, αυτό είναι μια εξωφρενική και επικίνδυνη πολυτέλεια. Χώρια που θα καταλήξεις να χοροπηδάς. Δεν χρειάζεται.
7. Να επιλέγεις, κατά προτίμηση, δρόμους με φανταχτερά ονόματα. Βασιλίσσης Σοφίας. Βασιλέως Αλεξάνδρου, Κωνσταντίνου και Σόι. Ηρώδου του Αττικού. Όπως και να το κάνουμε, ο περίπατος αναβαθμίζεται όταν πατάς σε κάτι τέτοιους τύπους.
8. Να διασταυρώνεις σε διαβάσεις ακόμα και όταν δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος. Σου επιτρέπει να αναθεωρήσεις το ρυθμό ή την κατεύθυνσή σου. Επίσης, σε κοινωνικοποιεί. Ο περίπατος είναι μια εξόχως κοινωνική υπόθεση. Απλώς, εκτελείται μοναχικά.
9. Να μην σταματάς ποτέ για να σημειώσεις κάτι που σκέφτηκες. Αν αξίζει τον κόπο, θα το θυμηθείς κάποια άλλη στιγμή. Αν όχι, άσε το να ομορφύνει το δρόμο. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ιστορίες που δεν τέλειωσαν ποτέ τον περίπατό τους. Γεμάτοι από λέξεις. Ευτυχώς.
10. Να μην κάνεις γκριμάτσες όταν τύχει να ανταλλάξεις βλέμματα με περαστικούς -και προσοχή: ο περίπατος δεν προσφέρεται για φλερτάρισμα. Μείνε συγκεντρωμένος.
11. Να μην ψιθυρίζεις συνθήματα που άκουσες δεξιά κι αριστερά. Προτού το καταλάβεις, μπορείς να βρεθείς μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία και να χτυπιέσαι για κάποιο λόγο που ξέχασες. Περίπατο κάνεις –όχι πορεία.
12. Να μην περπατάς ποτέ για περισσότερο από μια ώρα. Δεν κάνεις προπόνηση για ολυμπιακούς. Μην ξεχνάς ότι έχεις να πας κάπου. Ο περίπατος έχει νόημα επειδή οδηγεί κάπου. Ο περίπατος έχει νόημα επειδή οδηγεί παντού.
13. Να φτάνεις. Αυτό έχει σημασία. Όταν αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε αδιέξοδο, πήγαινε για έναν καλό περίπατο. Θα φτάσεις και θα αναθεωρήσεις τα περί αδιεξόδου. Θα αναθαρρήσεις. Ο περίπατος είναι η απάντηση στα υπαρξιακά αδιέξοδα του ανθρώπου. Ο περίπατος είναι όπως η αφήγηση. Πάντα κάπου φτάνεις. Αλλιώς δεν θα ήταν περίπατος.
Αυτές οι 13 μικρές εισηγήσεις, Φίλοι και Συγγενείς, είναι το απόσταγμα περιπατητικής σοφίας έξι-εφτά χρόνων. Δεν είναι μεγάλο διάστημα. Γι’ αυτό και δεν είναι πολύ καλά αποσταγμένη η σοφία. Δεχόμαστε προσθήκες, φυσικά.
Κάπου εδώ κλείνω. Πρώτα, όμως, για να μην το ξεχάσω, το σύνθημα κάθε καλού, στεριανού περιπατητή: σκάσε και κολύμπα.
Έτσι ακριβώς.
Καλό σαββατιάτικο μεσημέρι σε όλους.
2. Να έχεις τα χέρια στις τσέπες την περισσότερη ώρα –αυτό επιφέρει μια αναγκαστική επιβράδυνση και επιτρέπει να παραμένεις περιπατητής και να μην γίνεσαι δρομέας. Ούτε να κάνεις παρέλαση. Αν φοράς τζιν, φρόντισε ώστε οι τσέπες να είναι κομματάκι χαμηλά. Οι αγκώνες σου δεν θα πάθουν αγκύλωση. Ούτε θα στραμπουλίξεις τις παλάμες.
3. Να προτιμάς τις ευθείες. Έτσι συγκεντρώνεσαι στα θεάματα και στο βήμα σου χωρίς να κινδυνεύεις να βρεθείς στη μέση του πουθενά. Είναι η μαγεία του να πηγαίνεις μαζί με το ρεύμα.
4. Να αποφεύγεις τις ανηφόρες. Είναι για τους ορειβάτες. Εσύ είσαι περιπατητής. Είσαι φτιαγμένος για τα επίπεδα. Οι αθηναϊκοί λόφοι υπάρχουν για να τους χαζεύεις από χαμηλά.
5. Να μην σκέφτεσαι τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς, να περπατάς. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το μυαλό σου. Δώσε του λίγο χρόνο και χώρο. Ξέρει αυτό.
6. Να μην μετράς τις πλάκες του πεζοδρομίου –ούτε να προσπαθείς να πατάς εντός των ορίων τους. Στην Αθήνα, αυτό είναι μια εξωφρενική και επικίνδυνη πολυτέλεια. Χώρια που θα καταλήξεις να χοροπηδάς. Δεν χρειάζεται.
7. Να επιλέγεις, κατά προτίμηση, δρόμους με φανταχτερά ονόματα. Βασιλίσσης Σοφίας. Βασιλέως Αλεξάνδρου, Κωνσταντίνου και Σόι. Ηρώδου του Αττικού. Όπως και να το κάνουμε, ο περίπατος αναβαθμίζεται όταν πατάς σε κάτι τέτοιους τύπους.
8. Να διασταυρώνεις σε διαβάσεις ακόμα και όταν δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος. Σου επιτρέπει να αναθεωρήσεις το ρυθμό ή την κατεύθυνσή σου. Επίσης, σε κοινωνικοποιεί. Ο περίπατος είναι μια εξόχως κοινωνική υπόθεση. Απλώς, εκτελείται μοναχικά.
9. Να μην σταματάς ποτέ για να σημειώσεις κάτι που σκέφτηκες. Αν αξίζει τον κόπο, θα το θυμηθείς κάποια άλλη στιγμή. Αν όχι, άσε το να ομορφύνει το δρόμο. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ιστορίες που δεν τέλειωσαν ποτέ τον περίπατό τους. Γεμάτοι από λέξεις. Ευτυχώς.
10. Να μην κάνεις γκριμάτσες όταν τύχει να ανταλλάξεις βλέμματα με περαστικούς -και προσοχή: ο περίπατος δεν προσφέρεται για φλερτάρισμα. Μείνε συγκεντρωμένος.
11. Να μην ψιθυρίζεις συνθήματα που άκουσες δεξιά κι αριστερά. Προτού το καταλάβεις, μπορείς να βρεθείς μπροστά από την αμερικανική πρεσβεία και να χτυπιέσαι για κάποιο λόγο που ξέχασες. Περίπατο κάνεις –όχι πορεία.
12. Να μην περπατάς ποτέ για περισσότερο από μια ώρα. Δεν κάνεις προπόνηση για ολυμπιακούς. Μην ξεχνάς ότι έχεις να πας κάπου. Ο περίπατος έχει νόημα επειδή οδηγεί κάπου. Ο περίπατος έχει νόημα επειδή οδηγεί παντού.
13. Να φτάνεις. Αυτό έχει σημασία. Όταν αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε αδιέξοδο, πήγαινε για έναν καλό περίπατο. Θα φτάσεις και θα αναθεωρήσεις τα περί αδιεξόδου. Θα αναθαρρήσεις. Ο περίπατος είναι η απάντηση στα υπαρξιακά αδιέξοδα του ανθρώπου. Ο περίπατος είναι όπως η αφήγηση. Πάντα κάπου φτάνεις. Αλλιώς δεν θα ήταν περίπατος.
Αυτές οι 13 μικρές εισηγήσεις, Φίλοι και Συγγενείς, είναι το απόσταγμα περιπατητικής σοφίας έξι-εφτά χρόνων. Δεν είναι μεγάλο διάστημα. Γι’ αυτό και δεν είναι πολύ καλά αποσταγμένη η σοφία. Δεχόμαστε προσθήκες, φυσικά.
Κάπου εδώ κλείνω. Πρώτα, όμως, για να μην το ξεχάσω, το σύνθημα κάθε καλού, στεριανού περιπατητή: σκάσε και κολύμπα.
Έτσι ακριβώς.
Καλό σαββατιάτικο μεσημέρι σε όλους.
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Τρεις Βαθύτατα Υπαρξιακοί Λόγοι Για Τους Οποίους Γράφω Τόσο Μακροσκελή / Φλύαρα Κείμενα Στο Πλαίσιο Των Σημειώσεων Από Τον Πέμπτο Όροφο
1. Διότι το λακωνίζειν είναι το ακριβές αντίθετο του φιλοσοφείν –απόδειξη η Αρχαία Σπάρτη.
2. Διότι, συνήθως, φτάνει κανείς στον πυρήνα του θέματός του μιλώντας για κάτι άλλο –παραφρασμένο νιτσεϊκό τσιτάτο. Απόδειξη ο Ντοστογιέφσκι.
3. Διότι όταν βρίσκεσαι στην καρδιά της αβύσσου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κουβεντιάζεις –απόφθεγμα του Ουγκώ. Απόδειξη όλοι εμείς.
Αυτά, Φίλοι και Συγγενείς, διότι ήμουν βέβαιος ότι σας είχε φάει η περιέργεια. Και διότι μ’ έπιασε μια εντελώς αιφνιδιαστική αυτοκριτική διάθεση –νοθευμένη με ευεργετική ευθυμία. Λοιπόν, μιαν άλλη φορά, μπορεί να ασχοληθούμε με το ερωτηματολόγιο του Προυστ. Μετά, ίσως το ρίξουμε στα σταυρόλεξα. Και πάει λέγοντας.
Καλή μας νύχτα!
2. Διότι, συνήθως, φτάνει κανείς στον πυρήνα του θέματός του μιλώντας για κάτι άλλο –παραφρασμένο νιτσεϊκό τσιτάτο. Απόδειξη ο Ντοστογιέφσκι.
3. Διότι όταν βρίσκεσαι στην καρδιά της αβύσσου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κουβεντιάζεις –απόφθεγμα του Ουγκώ. Απόδειξη όλοι εμείς.
Αυτά, Φίλοι και Συγγενείς, διότι ήμουν βέβαιος ότι σας είχε φάει η περιέργεια. Και διότι μ’ έπιασε μια εντελώς αιφνιδιαστική αυτοκριτική διάθεση –νοθευμένη με ευεργετική ευθυμία. Λοιπόν, μιαν άλλη φορά, μπορεί να ασχοληθούμε με το ερωτηματολόγιο του Προυστ. Μετά, ίσως το ρίξουμε στα σταυρόλεξα. Και πάει λέγοντας.
Καλή μας νύχτα!
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Τοπολογία
Φίλοι και Συγγενείς,
Καλησπέρα σας! Είναι η πιο ωραία ώρα της ημέρας, λίγο πριν από τις έξι –και το δειλινό κυριαρχεί με το γκρίζο και γαλάζιο φως, τον κομιστή της ευκρίνειας. Και της διαύγειας. Είναι η μέρα που μεγαλώνει –από τι άλλο θα μπορούσε να τραφεί αν όχι από σκοτάδι; Γι’ αυτό προτίμησα να ακυρώσω την καθορισμένη για το Σαββατοκύριακο επίσκεψη στον –και από τον- πέμπτο όροφο και να βγω στο μπαλκόνι αυτή την Τετάρτη. Φαινομενικά, έχουν αραιώσει οι καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου. Φαινομενικά, όμως. Διότι, εκτός από μπαλκόνι, ο πέμπτος όροφος διαθέτει και ένα σωρό μικροσκοπικές κάμαρες –σημειωματάρια, τετράδια, σχεδιάσματα και επιστολές. Διαθέτει και ένα κεντρικό σαλόνι που δεν προλαβαίνει να φιλοξενήσει πρόσωπα –ναι, ακριβώς: μυθιστορήματα. Από αυτή την άποψη, οι καταχωρήσεις στον πέμπτο όροφο έχουν πυκνώσει. Και η περιφορά στο μπαλκόνι που έχει θέα όλο αυτό το ψηφιακό σύμπαν ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πολυτέλεια. Παραμένει πολυτέλεια. Αλλά έτσι όπως έχει η μέρα αυξήσει τον εαυτό της, η πολυτέλεια, πάντοτε αναγκαία άλλωστε, επιτρέπεται.
Αυτές τις μέρες, Φίλοι και Συγγενείς, με απασχόλησε αρκετά η γεωγραφία του πέμπτου ορόφου. Μια διαρκής περιπλάνηση σε νοερές κάμαρες, σαλόνια, αίθουσες, κατακόμβες και τύμβους –κυρίως σ’ αυτούς. Με απασχόλησε η γεωλογία, η εξόρυξη. Η γεωγραφία του κόσμου. Των τόπων της ύπαρξής μας. Κοντολογίς: η τοπολογία μας. Θέλω να την χαρτογραφήσω κάπως συμβατικά. Εδώ που τα λέμε, μόνο συμβατικά μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει οτιδήποτε. Θα μας διαφεύγουν πάντα οι λεπτές ακτογραμμές, τα κρυφά περιγράμματα, τα καινούρια έργα της παλίρροιας, ό,τι δημιουργεί η γλυπτική μεγαλοφυΐα της θάλασσας. Θα μας διαφεύγει πάντα η ακρίβεια των ειδοποιών διαφορών –των μόνων που υπάρχουν. Διότι δεν θα εφευρεθεί –ευτυχώς- ποτέ κανένας δορυφόρος για να πάρουμε σχετικές φωτογραφίες. Η χαρτογράφηση και η περιγραφή θα παραμένει συμβατική. Σχηματική –ελπίζοντας ότι δεν θα είναι και χοντροκομμένη. Ελπίζοντας ότι θα είναι αρκούντως ενδεικτική. Και τα υπόλοιπα, Φίλοι και Συγγενείς, τα υπόλοιπα ευρήματα, τα υπόλοιπα στοιχεία και σημεία των τόπων μας, όλα αυτά είναι υπόθεση του καθενός.
Είναι ακροβασία του καθενός από μας. Περίπατος, εξισορρόπηση και στάση εκστατική στα όρια της ακτής, του γκρεμού και της θαυμάσιας αβύσσου των ημερών και των έργων μας. Και όταν κουραζόμαστε ή ζαλιζόμαστε –λοιπόν: ένα μικρό βήμα προς τα πίσω και ένα φλιτζάνι τσάι ή καφές είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται.
Η τοπολογία της ύπαρξης, λοιπόν. Η ιστορία, η εικόνα, η περιγραφή και η όντως θέαση των τόπων μας. Των δυο αχανών τόπων μας. Αυτής της διπλής έκτασης όπου έχουμε ριφθεί. Ας πούμε δυο λόγια γι’ αυτές τις δυο μας πατρίδες. Οι οποίες, για την ακρίβεια, είναι τρεις –αλλά η τρίτη θα πρέπει να περιμένει ώσπου να μεγαλώσω λιγάκι. Τέλος πάντων. Ας αρχίσουμε.
Όσοι από εσάς, Φίλοι και Συγγενείς, μου έχετε κάνει τη χάρη να ρίξετε μια ματιά στις προηγούμενες καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου, θα έχετε καταλάβει ότι η διαλεκτική σκέψη δεν είναι ακριβώς το χόμπι μου –προτιμώ τα βελάκια και το σκάκι, ας πούμε. Η θέση και η αντίθεση και τα συναφή δεν αποτελούν σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μου –τα επισκιάζουν οι καφέδες. Οι αντινομίες, τα διλήμματα και οι διχοτομίες μπορεί να είναι ένας καθώς πρέπει τρόπος για να περάσεις προφορικά την ώρα σου και να την σκοτώσεις δίχως έλεος αλλά όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις χωρίς, απαραίτητα, να υποχρεώσεις σε αυτοκτονία τον χρόνο. Το ηθικό δίδαγμα αυτής της παροιμιώδους εισαγωγής είναι ότι οι δυο τόποι αποτελούν ένα εξαιρετικά συμβατικό σχήμα λόγου, απαραίτητο για να συνεννοούμαστε. Ουσιαστικά, ο καθένας από μας είναι ένας τόπος. Αλλά ούτε καν το ψηφιακό μου μπαλκόνι δεν είναι τόοοοσο μεγάλο. Και αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, συνεχίζω ακάθεκτος.
Οι δυο μας τόποι είναι, φυσικά, όμοροι. Τους χωρίζει μια λεπτή γραμμή. Η οποία, στην πραγματικότητα, τους ενώνει. Τους επιτρέπει να επικοινωνούν. Να βρίσκονται σε διαρκή επαφή. Να συγκοινωνούν –έχετε την άδειά μου να σκεφτείτε και δοχεία, ο μόνος λόγος που δεν χρησιμοποιώ μια τέτοια εικόνα είναι η κλειστοφοβία μου. Προτιμώ τους τόπους. Είναι πιο ευάεροι. Χάριν συνεννόησης και πάλι, σπεύδω να βαφτίσω αυτούς τους δυο τόπους για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο σαφές. Πρόκειται για το Δυνητικό και το Πραγματικό –εντάξει, δεν έχω καμιά πρόθεση να εντυπωσιάσω κανέναν. Ιδού οι τόποι μας, λοιπόν. Η διπλή επικράτεια της ύπαρξής μας. Οι περισσότεροι από εμάς, Φίλοι και Συγγενείς, διατελούμε εντός του Πραγματικού για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Δεν θέλω να επαναλάβω κοινοτοπίες που τις έχω ήδη σημειώσει σε παλιότερες καταχωρήσεις. Υπενθυμίζω, απλώς, τη γνώριμη εικόνα αυτού του πρωταρχικού μας τόπου.
Είναι ο κόσμος των αντικειμένων και των παραστάσεων. Το σύμπαν των φαινομένων και των συμβάντων. Είναι η Ιστορία των ανθρώπων, επίσημη και υπόγεια, η ιστορία των ιδεών και της σκέψης, η ιστορία της πολιτικής και των πολέμων. Η ιστορία του Θανάτου –στην προκείμενη περίπτωση, η γενική είναι υποκειμενική. Είναι η ιστορία που γράφει ο Θάνατος. Ή που υπογράφει ο Θάνατος. Αρκετά ευθυμήσαμε. Συνεχίζω: ο πρωταρχικός μας τόπος, Φίλοι και Συγγενείς, είναι ο εντελώς ψεύτικος πραγματικός κόσμος. Καλώς ή κακώς, είναι ο μόνος που έχουμε, για την ώρα. Είναι ο μόνος χειροπιαστός και προσιτός. Ο μόνος απτός. Με άλλα λόγια, είναι η πιο κοντινή και πρόχειρη πρώτη μας ύλη.
Οι οπαδοί των διλημμάτων, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν διαπρεπείς ποιητές, φιλόσοφοι και επιστήμονες, θα πρόβαλλαν αμέσως την αδιαπραγμάτευτη αξίωση: ή έξω από ή μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Θα μας προκαλούσαν να διαλέξουμε και να ποντάρουμε το Είναι μας είτε όλο εδώ είτε όλο εκεί. Κι επειδή οι οπαδοί των διλημμάτων τρελαίνονται για φιλοσοφικούς όρους, θα το διατύπωναν περίπου ως εξής: ιδεαλισμός ή θετικισμός, μεταφυσική ή φαινομενολογία και οντολογία και λοιπά και λοιπά. Βεβαίως, τώρα τελευταία, οι οπαδοί των διλημμάτων πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά και κατήργησαν και το εδώ και το εκεί. Εντούτοις, δεν μας έκαναν το χατίρι να εγκαταλείψουν τα διλήμματα –κι ας ισχυρίζονται ότι το έκαναν.
Στον μεταμοντέρνο μετά-τόπο, το καταργημένο εδώ και το καταργημένο εκεί έδωσαν τη θέση τους σε ένα πλήθος από αλλού. Θα ήταν αποκαρδιωτικό αν δεν έδινε τροφή σε ένα σωρό καλά αστεία. Τα οποία θα κρατήσω για μιαν άλλη φορά. Επιστρέφω στους τόπους μας.
Στο εδώ, στο εκεί και σε όλα τα χρυσοποίκιλτα αλλού μας. Τα οποία δεν αλλοιώνουν το απλουστευτικό σχήμα Δυνητικό-Πραγματικό καθώς το μεταμοντέρνο πολλαπλασίασε τον πραγματικό ψεύτικο κόσμο μας, τον κατακερμάτισε αποκλείοντας ακόμα περισσότερο τις ήδη κλειστές δυνατότητές μας. Το μεταμοντέρνο έφτιαξε μια πληθώρα συλλογικών υπό-διαιρέσεων του Πραγματικού. Στενεύοντας κι άλλο τον ορίζοντα. Στενεύοντάς τον τόσο ώστε είναι ευχής έργον που ακόμα μπορούμε να ανασαίνουμε. Που δεν έχουμε αλληθωρίσει. Αφού μπορούμε και βλέπουμε, λοιπόν, ας εξακολουθήσουμε την περιήγηση. Την τοπολογία.
Όπως έλεγα, ο δεύτερός μας τόπος είναι το Δυνητικό. Είναι αυτός ο τόπος που, συνήθως, διατηρείται ανοιχτός από τα έργα τέχνης –από τα περισσότερα, εν πάση περιπτώσει. Εδώ κατοικεί ό,τι ένας πολύ ωραίος τύπος, ο Heidegger, ονόμαζε σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Αυτός ο δεύτερος τόπος μας συνορεύει με το Πραγματικό –πλην: δεν βρίσκεται πλάι του αλλά μέσα του. Είναι εγκατεστημένος, εγκαθιδρυμένος μέσα και γύρω από το Πραγματικό. Ώστε –για τους οπαδούς των διλημμάτων το λέω- οι δυο τόποι μας χρειάζονται ο ένας τον άλλο. Δεν συνορεύουν, απλώς. Συνδέονται οργανικά. Συμπληρώνονται. Το Πραγματικό μπορεί να αναπνέει και να μην αλληθωρίζει μέσα από το Δυνητικό. Και το Δυνητικό μπορεί ξεφεύγει από την ολική αφαίρεση και την εξαφάνιση επειδή, πολύ απλά, υπάρχει το απτό και χειροπιαστό θεμέλιο του Πραγματικού στο οποίο θα στερεωθεί.
Το αυτονόητο συμπέρασμα όλης αυτής της –ελπίζω όχι και τόσο δυσάρεστης- φλυαρίας είναι αυτό που ένας εξαιρετικά αγαπητός τραγουδοποιός, ο Σαββόπουλος, ομολογεί χωρίς δισταγμούς:
Μην πετάξεις τίποτα.
Ακριβώς έτσι. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πετάξουμε τίποτα, Φίλοι και Συγγενείς. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε ή να αποκλείσουμε τίποτα. Ας μην παρεξηγηθώ: θα ήταν θαυμάσια αν έλειπαν όλα αυτά τα συμβάντα και τα φαινόμενα και τα αντικείμενα τα οποία καθιστούν εντελώς ψεύτικο τον πρωταρχικό, πραγματικό κόσμο μας –δεν χρειάζεται καν να τα αναφέρω, οι τελευταίοι μήνες ήταν γεμάτοι από αυτά. Ωστόσο, εφόσον αυτά υπάρχουν, εφόσον όσοι σωτήρες-επαναστάτες είπαν ότι θα τα καταργήσουν κατάφεραν να τα ανακυκλώσουν και να τα κάνουν ακόμα πιο φρικτά και εφόσον όλοι εμείς είμαστε ελεύθερα υποχρεωμένοι να ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα μαζέψουμε ένα-ένα, να τα συγκεντρώσουμε ήρεμα και ήσυχα και να τα αναφέρουμε στον δεύτερο τόπο μας. Να τα αναφέρουμε στο Δυνητικό και να τα θεμελιώσουμε ξανά απ’ την αρχή στις δικές του εκτάσεις.
Να τα εμπιστευτούμε στη σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Που την συντηρούν οι καλλιτέχνες αλλά που δεν αποτελεί προνόμιο ή δικαίωμα αποκλειστικό των καλλιτεχνών. Που είναι ήδη μια καθολική υπαρκτική δομή –του καθενός μας. Που –μπορεί να- είναι κομμάτι της ρουτίνας μας. Μπορούμε, Φίλοι και Συγγενείς, να μετατοπίσουμε ελαφρώς το κέντρο βάρους μας –ένα βήμα απόσταση είναι όλο κι όλο- και να πάψουμε να στεκόμαστε και με τα δυο πόδια στον ψεύτικο πραγματικό μας κόσμο χωρίς να πάψουμε να βρισκόμαστε στο Πραγματικό. Μπορούμε να συμμαζέψουμε τα έργα και τις ημέρες μας και να τα τοποθετήσουμε στην αχανή προοπτική, στον απέραντο ορίζοντα του Δυνητικού, εκεί όπου η Ομορφιά συναντά τον πλήρη εαυτό της –η Ομορφιά που είναι πάντα ήδη αρθρωμένη μέσα στο Πραγματικό, πολύ χειροπιαστή και πάρα-πάρα πολύ κοντινή και προσιτή.
Τελικά, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να ζήσουμε λίγο παραπάνω μέσα στο δεύτερο τόπο μας, μέσα στη συμπαγή ελαφρότητα της Δυνατότητας, μέσα στη ριψοκίνδυνη ασφάλεια του Δυνητικού. Μπορούμε να το εμπιστευτούμε με μιαν εμπιστοσύνη τόσο τυφλή ώστε, πλέον, θα βλέπει τα πάντα. Και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μας απειλεί καμιά σχιζοφρένεια, καμιά διχοτομία ή διχογνωμία. Χωρίς διλήμματα. Χωρίς το εδώ ή το εκεί ή το αλλού να μας διεκδικούν και να μας διχάζουν. Χωρίς να πρέπει να αποκλείσουμε τίποτα εκτός από την αποκλειστικότητα του Πραγματικού. Μπορούμε, είμαστε ελευθέρα υποχρεωμένοι να ζούμε στο Πραγματικό και να μαζεύουμε την εντελώς ψεύτικη πρώτη του ύλη και να την αναφέρουμε διαρκώς στο Δυνητικό και να την βλέπουμε –ναι: να μεταμορφώνεται. Να ζωοποιείται και να δικαιώνεται. Να μαζεύει τα μπογαλάκια της και να ετοιμάζεται να μετατοπιστεί για μια τρίτη και τελευταία φορά στην τρίτη, ολόπρωτη και παντοτινή μας πατρίδα.
Στον Αυθεντικό Τόπο των Ζωντανών.
Ο οποίος βρίσκεται και εδώ και εκεί και κάπου αλλού. Ο οποίος βρίσκεται στον καθένα από εμάς. Ο οποίος δυνητικά είναι ο καθένας από εμάς.
Αλλά, Φίλοι και Συγγενείς, είμαι κομματάκι μικρός για να μιλήσω όσο θα ήθελα για αυτή την πατρίδα. Ίσως μιαν άλλη φορά. Κι έτσι όπως νύχτωσε, κλείνω σιγά-σιγά την μπαλκονόπορτα. Η χαρτογράφηση ήταν μόνον ενδεικτική -ή έτσι ελπίζω εγώ, εν πάση περιπτώσει. Οι λεπτομέρειες δεν αφορούν κανέναν επειδή μας αφορούν όλους με έναν καταπληκτικά προσωπικό τρόπο. Και είμαι αισιόδοξος ότι θα τις εντοπίσουμε και θα τις αξιοποιήσουμε. Τις πιο όμορφες ακρώρειες των υπαρξιακών μας δυνατότητων.
Καλησπέρα σας! Είναι η πιο ωραία ώρα της ημέρας, λίγο πριν από τις έξι –και το δειλινό κυριαρχεί με το γκρίζο και γαλάζιο φως, τον κομιστή της ευκρίνειας. Και της διαύγειας. Είναι η μέρα που μεγαλώνει –από τι άλλο θα μπορούσε να τραφεί αν όχι από σκοτάδι; Γι’ αυτό προτίμησα να ακυρώσω την καθορισμένη για το Σαββατοκύριακο επίσκεψη στον –και από τον- πέμπτο όροφο και να βγω στο μπαλκόνι αυτή την Τετάρτη. Φαινομενικά, έχουν αραιώσει οι καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου. Φαινομενικά, όμως. Διότι, εκτός από μπαλκόνι, ο πέμπτος όροφος διαθέτει και ένα σωρό μικροσκοπικές κάμαρες –σημειωματάρια, τετράδια, σχεδιάσματα και επιστολές. Διαθέτει και ένα κεντρικό σαλόνι που δεν προλαβαίνει να φιλοξενήσει πρόσωπα –ναι, ακριβώς: μυθιστορήματα. Από αυτή την άποψη, οι καταχωρήσεις στον πέμπτο όροφο έχουν πυκνώσει. Και η περιφορά στο μπαλκόνι που έχει θέα όλο αυτό το ψηφιακό σύμπαν ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πολυτέλεια. Παραμένει πολυτέλεια. Αλλά έτσι όπως έχει η μέρα αυξήσει τον εαυτό της, η πολυτέλεια, πάντοτε αναγκαία άλλωστε, επιτρέπεται.
Αυτές τις μέρες, Φίλοι και Συγγενείς, με απασχόλησε αρκετά η γεωγραφία του πέμπτου ορόφου. Μια διαρκής περιπλάνηση σε νοερές κάμαρες, σαλόνια, αίθουσες, κατακόμβες και τύμβους –κυρίως σ’ αυτούς. Με απασχόλησε η γεωλογία, η εξόρυξη. Η γεωγραφία του κόσμου. Των τόπων της ύπαρξής μας. Κοντολογίς: η τοπολογία μας. Θέλω να την χαρτογραφήσω κάπως συμβατικά. Εδώ που τα λέμε, μόνο συμβατικά μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει οτιδήποτε. Θα μας διαφεύγουν πάντα οι λεπτές ακτογραμμές, τα κρυφά περιγράμματα, τα καινούρια έργα της παλίρροιας, ό,τι δημιουργεί η γλυπτική μεγαλοφυΐα της θάλασσας. Θα μας διαφεύγει πάντα η ακρίβεια των ειδοποιών διαφορών –των μόνων που υπάρχουν. Διότι δεν θα εφευρεθεί –ευτυχώς- ποτέ κανένας δορυφόρος για να πάρουμε σχετικές φωτογραφίες. Η χαρτογράφηση και η περιγραφή θα παραμένει συμβατική. Σχηματική –ελπίζοντας ότι δεν θα είναι και χοντροκομμένη. Ελπίζοντας ότι θα είναι αρκούντως ενδεικτική. Και τα υπόλοιπα, Φίλοι και Συγγενείς, τα υπόλοιπα ευρήματα, τα υπόλοιπα στοιχεία και σημεία των τόπων μας, όλα αυτά είναι υπόθεση του καθενός.
Είναι ακροβασία του καθενός από μας. Περίπατος, εξισορρόπηση και στάση εκστατική στα όρια της ακτής, του γκρεμού και της θαυμάσιας αβύσσου των ημερών και των έργων μας. Και όταν κουραζόμαστε ή ζαλιζόμαστε –λοιπόν: ένα μικρό βήμα προς τα πίσω και ένα φλιτζάνι τσάι ή καφές είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται.
Η τοπολογία της ύπαρξης, λοιπόν. Η ιστορία, η εικόνα, η περιγραφή και η όντως θέαση των τόπων μας. Των δυο αχανών τόπων μας. Αυτής της διπλής έκτασης όπου έχουμε ριφθεί. Ας πούμε δυο λόγια γι’ αυτές τις δυο μας πατρίδες. Οι οποίες, για την ακρίβεια, είναι τρεις –αλλά η τρίτη θα πρέπει να περιμένει ώσπου να μεγαλώσω λιγάκι. Τέλος πάντων. Ας αρχίσουμε.
Όσοι από εσάς, Φίλοι και Συγγενείς, μου έχετε κάνει τη χάρη να ρίξετε μια ματιά στις προηγούμενες καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου, θα έχετε καταλάβει ότι η διαλεκτική σκέψη δεν είναι ακριβώς το χόμπι μου –προτιμώ τα βελάκια και το σκάκι, ας πούμε. Η θέση και η αντίθεση και τα συναφή δεν αποτελούν σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μου –τα επισκιάζουν οι καφέδες. Οι αντινομίες, τα διλήμματα και οι διχοτομίες μπορεί να είναι ένας καθώς πρέπει τρόπος για να περάσεις προφορικά την ώρα σου και να την σκοτώσεις δίχως έλεος αλλά όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις χωρίς, απαραίτητα, να υποχρεώσεις σε αυτοκτονία τον χρόνο. Το ηθικό δίδαγμα αυτής της παροιμιώδους εισαγωγής είναι ότι οι δυο τόποι αποτελούν ένα εξαιρετικά συμβατικό σχήμα λόγου, απαραίτητο για να συνεννοούμαστε. Ουσιαστικά, ο καθένας από μας είναι ένας τόπος. Αλλά ούτε καν το ψηφιακό μου μπαλκόνι δεν είναι τόοοοσο μεγάλο. Και αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, συνεχίζω ακάθεκτος.
Οι δυο μας τόποι είναι, φυσικά, όμοροι. Τους χωρίζει μια λεπτή γραμμή. Η οποία, στην πραγματικότητα, τους ενώνει. Τους επιτρέπει να επικοινωνούν. Να βρίσκονται σε διαρκή επαφή. Να συγκοινωνούν –έχετε την άδειά μου να σκεφτείτε και δοχεία, ο μόνος λόγος που δεν χρησιμοποιώ μια τέτοια εικόνα είναι η κλειστοφοβία μου. Προτιμώ τους τόπους. Είναι πιο ευάεροι. Χάριν συνεννόησης και πάλι, σπεύδω να βαφτίσω αυτούς τους δυο τόπους για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο σαφές. Πρόκειται για το Δυνητικό και το Πραγματικό –εντάξει, δεν έχω καμιά πρόθεση να εντυπωσιάσω κανέναν. Ιδού οι τόποι μας, λοιπόν. Η διπλή επικράτεια της ύπαρξής μας. Οι περισσότεροι από εμάς, Φίλοι και Συγγενείς, διατελούμε εντός του Πραγματικού για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Δεν θέλω να επαναλάβω κοινοτοπίες που τις έχω ήδη σημειώσει σε παλιότερες καταχωρήσεις. Υπενθυμίζω, απλώς, τη γνώριμη εικόνα αυτού του πρωταρχικού μας τόπου.
Είναι ο κόσμος των αντικειμένων και των παραστάσεων. Το σύμπαν των φαινομένων και των συμβάντων. Είναι η Ιστορία των ανθρώπων, επίσημη και υπόγεια, η ιστορία των ιδεών και της σκέψης, η ιστορία της πολιτικής και των πολέμων. Η ιστορία του Θανάτου –στην προκείμενη περίπτωση, η γενική είναι υποκειμενική. Είναι η ιστορία που γράφει ο Θάνατος. Ή που υπογράφει ο Θάνατος. Αρκετά ευθυμήσαμε. Συνεχίζω: ο πρωταρχικός μας τόπος, Φίλοι και Συγγενείς, είναι ο εντελώς ψεύτικος πραγματικός κόσμος. Καλώς ή κακώς, είναι ο μόνος που έχουμε, για την ώρα. Είναι ο μόνος χειροπιαστός και προσιτός. Ο μόνος απτός. Με άλλα λόγια, είναι η πιο κοντινή και πρόχειρη πρώτη μας ύλη.
Οι οπαδοί των διλημμάτων, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν διαπρεπείς ποιητές, φιλόσοφοι και επιστήμονες, θα πρόβαλλαν αμέσως την αδιαπραγμάτευτη αξίωση: ή έξω από ή μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Θα μας προκαλούσαν να διαλέξουμε και να ποντάρουμε το Είναι μας είτε όλο εδώ είτε όλο εκεί. Κι επειδή οι οπαδοί των διλημμάτων τρελαίνονται για φιλοσοφικούς όρους, θα το διατύπωναν περίπου ως εξής: ιδεαλισμός ή θετικισμός, μεταφυσική ή φαινομενολογία και οντολογία και λοιπά και λοιπά. Βεβαίως, τώρα τελευταία, οι οπαδοί των διλημμάτων πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά και κατήργησαν και το εδώ και το εκεί. Εντούτοις, δεν μας έκαναν το χατίρι να εγκαταλείψουν τα διλήμματα –κι ας ισχυρίζονται ότι το έκαναν.
Στον μεταμοντέρνο μετά-τόπο, το καταργημένο εδώ και το καταργημένο εκεί έδωσαν τη θέση τους σε ένα πλήθος από αλλού. Θα ήταν αποκαρδιωτικό αν δεν έδινε τροφή σε ένα σωρό καλά αστεία. Τα οποία θα κρατήσω για μιαν άλλη φορά. Επιστρέφω στους τόπους μας.
Στο εδώ, στο εκεί και σε όλα τα χρυσοποίκιλτα αλλού μας. Τα οποία δεν αλλοιώνουν το απλουστευτικό σχήμα Δυνητικό-Πραγματικό καθώς το μεταμοντέρνο πολλαπλασίασε τον πραγματικό ψεύτικο κόσμο μας, τον κατακερμάτισε αποκλείοντας ακόμα περισσότερο τις ήδη κλειστές δυνατότητές μας. Το μεταμοντέρνο έφτιαξε μια πληθώρα συλλογικών υπό-διαιρέσεων του Πραγματικού. Στενεύοντας κι άλλο τον ορίζοντα. Στενεύοντάς τον τόσο ώστε είναι ευχής έργον που ακόμα μπορούμε να ανασαίνουμε. Που δεν έχουμε αλληθωρίσει. Αφού μπορούμε και βλέπουμε, λοιπόν, ας εξακολουθήσουμε την περιήγηση. Την τοπολογία.
Όπως έλεγα, ο δεύτερός μας τόπος είναι το Δυνητικό. Είναι αυτός ο τόπος που, συνήθως, διατηρείται ανοιχτός από τα έργα τέχνης –από τα περισσότερα, εν πάση περιπτώσει. Εδώ κατοικεί ό,τι ένας πολύ ωραίος τύπος, ο Heidegger, ονόμαζε σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Αυτός ο δεύτερος τόπος μας συνορεύει με το Πραγματικό –πλην: δεν βρίσκεται πλάι του αλλά μέσα του. Είναι εγκατεστημένος, εγκαθιδρυμένος μέσα και γύρω από το Πραγματικό. Ώστε –για τους οπαδούς των διλημμάτων το λέω- οι δυο τόποι μας χρειάζονται ο ένας τον άλλο. Δεν συνορεύουν, απλώς. Συνδέονται οργανικά. Συμπληρώνονται. Το Πραγματικό μπορεί να αναπνέει και να μην αλληθωρίζει μέσα από το Δυνητικό. Και το Δυνητικό μπορεί ξεφεύγει από την ολική αφαίρεση και την εξαφάνιση επειδή, πολύ απλά, υπάρχει το απτό και χειροπιαστό θεμέλιο του Πραγματικού στο οποίο θα στερεωθεί.
Το αυτονόητο συμπέρασμα όλης αυτής της –ελπίζω όχι και τόσο δυσάρεστης- φλυαρίας είναι αυτό που ένας εξαιρετικά αγαπητός τραγουδοποιός, ο Σαββόπουλος, ομολογεί χωρίς δισταγμούς:
Μην πετάξεις τίποτα.
Ακριβώς έτσι. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πετάξουμε τίποτα, Φίλοι και Συγγενείς. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε ή να αποκλείσουμε τίποτα. Ας μην παρεξηγηθώ: θα ήταν θαυμάσια αν έλειπαν όλα αυτά τα συμβάντα και τα φαινόμενα και τα αντικείμενα τα οποία καθιστούν εντελώς ψεύτικο τον πρωταρχικό, πραγματικό κόσμο μας –δεν χρειάζεται καν να τα αναφέρω, οι τελευταίοι μήνες ήταν γεμάτοι από αυτά. Ωστόσο, εφόσον αυτά υπάρχουν, εφόσον όσοι σωτήρες-επαναστάτες είπαν ότι θα τα καταργήσουν κατάφεραν να τα ανακυκλώσουν και να τα κάνουν ακόμα πιο φρικτά και εφόσον όλοι εμείς είμαστε ελεύθερα υποχρεωμένοι να ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα μαζέψουμε ένα-ένα, να τα συγκεντρώσουμε ήρεμα και ήσυχα και να τα αναφέρουμε στον δεύτερο τόπο μας. Να τα αναφέρουμε στο Δυνητικό και να τα θεμελιώσουμε ξανά απ’ την αρχή στις δικές του εκτάσεις.
Να τα εμπιστευτούμε στη σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Που την συντηρούν οι καλλιτέχνες αλλά που δεν αποτελεί προνόμιο ή δικαίωμα αποκλειστικό των καλλιτεχνών. Που είναι ήδη μια καθολική υπαρκτική δομή –του καθενός μας. Που –μπορεί να- είναι κομμάτι της ρουτίνας μας. Μπορούμε, Φίλοι και Συγγενείς, να μετατοπίσουμε ελαφρώς το κέντρο βάρους μας –ένα βήμα απόσταση είναι όλο κι όλο- και να πάψουμε να στεκόμαστε και με τα δυο πόδια στον ψεύτικο πραγματικό μας κόσμο χωρίς να πάψουμε να βρισκόμαστε στο Πραγματικό. Μπορούμε να συμμαζέψουμε τα έργα και τις ημέρες μας και να τα τοποθετήσουμε στην αχανή προοπτική, στον απέραντο ορίζοντα του Δυνητικού, εκεί όπου η Ομορφιά συναντά τον πλήρη εαυτό της –η Ομορφιά που είναι πάντα ήδη αρθρωμένη μέσα στο Πραγματικό, πολύ χειροπιαστή και πάρα-πάρα πολύ κοντινή και προσιτή.
Τελικά, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να ζήσουμε λίγο παραπάνω μέσα στο δεύτερο τόπο μας, μέσα στη συμπαγή ελαφρότητα της Δυνατότητας, μέσα στη ριψοκίνδυνη ασφάλεια του Δυνητικού. Μπορούμε να το εμπιστευτούμε με μιαν εμπιστοσύνη τόσο τυφλή ώστε, πλέον, θα βλέπει τα πάντα. Και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μας απειλεί καμιά σχιζοφρένεια, καμιά διχοτομία ή διχογνωμία. Χωρίς διλήμματα. Χωρίς το εδώ ή το εκεί ή το αλλού να μας διεκδικούν και να μας διχάζουν. Χωρίς να πρέπει να αποκλείσουμε τίποτα εκτός από την αποκλειστικότητα του Πραγματικού. Μπορούμε, είμαστε ελευθέρα υποχρεωμένοι να ζούμε στο Πραγματικό και να μαζεύουμε την εντελώς ψεύτικη πρώτη του ύλη και να την αναφέρουμε διαρκώς στο Δυνητικό και να την βλέπουμε –ναι: να μεταμορφώνεται. Να ζωοποιείται και να δικαιώνεται. Να μαζεύει τα μπογαλάκια της και να ετοιμάζεται να μετατοπιστεί για μια τρίτη και τελευταία φορά στην τρίτη, ολόπρωτη και παντοτινή μας πατρίδα.
Στον Αυθεντικό Τόπο των Ζωντανών.
Ο οποίος βρίσκεται και εδώ και εκεί και κάπου αλλού. Ο οποίος βρίσκεται στον καθένα από εμάς. Ο οποίος δυνητικά είναι ο καθένας από εμάς.
Αλλά, Φίλοι και Συγγενείς, είμαι κομματάκι μικρός για να μιλήσω όσο θα ήθελα για αυτή την πατρίδα. Ίσως μιαν άλλη φορά. Κι έτσι όπως νύχτωσε, κλείνω σιγά-σιγά την μπαλκονόπορτα. Η χαρτογράφηση ήταν μόνον ενδεικτική -ή έτσι ελπίζω εγώ, εν πάση περιπτώσει. Οι λεπτομέρειες δεν αφορούν κανέναν επειδή μας αφορούν όλους με έναν καταπληκτικά προσωπικό τρόπο. Και είμαι αισιόδοξος ότι θα τις εντοπίσουμε και θα τις αξιοποιήσουμε. Τις πιο όμορφες ακρώρειες των υπαρξιακών μας δυνατότητων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)