Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Η Κατάμαυρη Χρυσή Μας Ευκαιρία

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας. Είναι ήδη τρεις, απομεσήμερο με συννεφιά και ελαφρό αεράκι, με ζεστό καφέ και τσιγάρο και εγώ έχω αφήσει μια χαραμάδα ανοιχτή στην μπαλκονόπορτα του πέμπτου ορόφου για να φυσάω από εκεί τον καπνό, να φαντάζομαι τζάκια, καμινάδες και νιφάδες και να περιμένω τα φαντάσματα του Ντίκενς να περάσουν από το μπαλκόνι για τον απολογισμό μιας ακόμα χρονιάς, μιας ακόμα ζωής. Μιας ακόμα μέρας. Για την ακρίβεια, μόνο μιας ακόμα μέρας. Αυτό είναι ό,τι έχουμε, άλλωστε. Αυτό είναι ό,τι έχουμε όλοι, κάθε στιγμή, το μόνο βέβαιο, το μόνο χειροπιαστό, πραγματικό και δυνητικά αυθεντικό.
Μια ακόμα μέρα. Το αιώνιο παρόν μας. Το εδώ και το τώρα. Αναβαπτισμένα στην αιωνιότητα όπου αντηχούν –και απηχούν. Καθημερινά. Έτσι νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς. Κι έτσι φαίνεται, εδώ που τα λέμε. Η μόνη μας περιουσία. Η ημέρα μας. Μια ακόμα –και βλέπουμε.
Μια ακόμα χρυσή ευκαιρία. Όχι για να είμαστε καλά. Αλλά για να είμαστε καλοί. Για να γίνουμε καλοί. Τόσο απλά. Ωστόσο, αποκλείουμε την ευκαιρία, την περιφρονούμε και την χλευάζουμε. Την αναβάλλουμε. Για ένα ξένο μετά. Για ένα ανοίκειο επέκεινα του εδώ και του τώρα μας. Χαραμίζουμε την ευκαιρία και την τοποθετούμε στο ανύπαρκτο, στο μηδενικό, στο αλλότριο –που είναι το μέλλον. Εδώ και δεκατρείς ημέρες, Φίλοι και Συγγενείς, η πόλη καίγεται. Ξηλώνεται και καταρρέει. Οι άνθρωποι έχουμε γίνει όλοι ορδές. Κρανοφόροι, κουκουλοφόροι, ντουντουκοφόροι, σημαιοφόροι, ροπαλοφόροι. Και λοιπά. Οι δρόμοι τρέμουν στο πέρασμά μας. Η γη τρέμει –τι ανατριχιαστική έκφραση και σε πόσα ανατριχιαστικά παραπέμπει. Δεν περπατάμε, όχι πια. Οι περίπατοι εκφυλίστηκαν σε πορείες. Παρελαύνουμε. Δεν ακούμε ούτε μιλάμε ούτε χαμογελάμε ούτε λυπόμαστε. Φωνάζουμε –τι λέω; Ουρλιάζουμε. Διεκδικούμε, απαιτούμε. Και δεν σκεφτόμαστε. Απλώς, δρούμε.
Με άλλα λόγια: εναγκαλιζόμαστε το (αναυθεντικό) Πραγματικό, το τροφοδοτούμε, το αναπαράγουμε και το ανακυκλώνουμε. Και είμαστε, γινόμαστε η πρώτη του ύλη, η άθλια εύπεπτη τροφή του. Ο Προκρούστης του μεταμοντέρνου μας καπιταλισμού έχει καθίσει σταυροπόδι και βλέπει όλες εμάς τις μαριονέτες να συγκρουόμαστε και χαριεντίζεται και τρώει, τρώει συνέχεια. Διασκεδάζει με αυτή την κατακερματισμένη, θλιβερή ομοιομορφία μας, γλεντά με αυτή την αποσπασματική, πολυμορφική ομοιογένεια των δεκάδων υπό-κουλτουρών –μπάτσοι, αναρχικοί, γονείς, μαθητές, καθηγητές, εργάτες, συνδικαλιστές κ.ο.κ.- που νομίζουμε ότι αντιπαρατίθενται ενώ, στην ουσία, συμπληρώνουν όλες μαζί, ακριβώς επειδή ξεσκίζουν τις σάρκες τους, απαρτίζουν όλες μαζί το μωσαϊκό της ασχήμιας. Το κραταιό, εξουσιαστικό μωσαϊκό της ασχήμιας. Έχουν εκλείψει οι ειδοποιοί διαφορές. Έχουν αρθεί σαρωτικά, έχουν ισοπεδωθεί και, πιο πολύ από τα κτήρια, αυτή είναι η ισοπέδωση που θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Έχουν καλυφτεί όλα τα χάσματα.
Τώρα τελευταία, καλύφτηκε και η τελευταία απόσταση ασφαλείας –αυτή που υποτίθεται ότι την απολάμβαναν οι έφηβοι. Τώρα τελευταία, τους είδαμε να παρελαύνουν κι αυτοί, αγέρωχοι, βλοσυροί και αμείλικτοι –κατ’ ευθείαν στην κρεατομηχανή. Και, για κάποιο λόγο, καμαρώνουμε, είμαστε περήφανοι. Θλιβερό δεν είναι; Παίζουμε όλοι σε ένα παρωχημένο μοντερνιστικό σενάριο και αγνοούμε ότι ο μεταμοντέρνος μας σκηνοθέτης δεν σκοτίζεται, δεν πλήττεται, δεν μπορεί να πάθει απολύτως τίποτα από τα καπρίτσια μας. Διότι, ακριβώς, ο παροξυσμός μας περί κινημάτων και εξεγέρσεων, διυλισμένος, φιλτραρισμένος και μεταλλαγμένος από το μαγικό ραβδί του μεταμοντέρνου αποδεικνύεται ως αυτό που στ’ αλήθεια είναι: φρικτό καπρίτσιο, ατελέσφορο, ανεπαρκές, α-νόητο.
Κρίμα.
Σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή την άρση των αποστάσεων, αυτή την κάλυψη των χασμάτων. Πώς να ανασάνει κανείς; Σε έναν τόπο χωρίς κενά, η ασφυξία είναι το φυσιολογικό επόμενο και αυτό είναι που βιώνουμε. Ο αθηναϊκός μας Δεκέμβρης έχει εξαλείψει το Τυφλό Σημείο Χ. Έχει εισβάλει σ’ αυτό και μας έχει εξορίσει, μας έχει κάνει μιαν εξαιρετικά βίαιη έξωση. Τον αφήσαμε. Τον βοηθήσαμε. Δεν θα έπρεπε, όμως. Ο καθένας μας θα έπρεπε να είναι και να γίνεται και να φέρεται ως το κενό σημείο αυτής της εικόνας του μακελειού και της φρίκης. Το τυφλό της σημείο. Το ζητούμενο δεν είναι «να κάνουμε τη διαφορά», αυτό το σύνθημα του συρμού σε μια εποχή που τα συνθήματα έχουν αντικαταστήσει τη γλώσσα και τη σκέψη. Το ζητούμενο είναι να είμαστε η διαφορά. Να είμαστε το χάσμα που απορροφά τους κραδασμούς. Που επιτρέπει την άρθρωση και την ανάδυση της χρυσής ευκαιρίας.
Της δυνατότητας.
Φίλοι και Συγγενείς, δεν έχει νόημα να σκέφτεται κανείς αν έπρεπε ή όχι να γίνει ό,τι έγινε. Έγινε. Το αιώνιο παρόν μας επιβάλλει να σκεφτούμε τι γίνεται τώρα. Τι γίνεται εδώ και τώρα. Η Αθήνα πήρε φωτιά, θυσιάστηκε για να μας ξυπνήσει. Η Αθήνα έγινε στάχτη γιατί η χρυσή ευκαιρία είναι πάντα, εξ ορισμού, κατάμαυρη. Η πραγματικότητα κάηκε για να ελευθερωθεί η, πάντα ήδη εγγεγραμμένη σ’ αυτήν, δυνατότητα. Για να διανοιχτεί η εξαίσια δυνατότητά μας. Όχι για μιαν επανάσταση. Όχι για μιαν άλλη κυβέρνηση. Όχι για μιαν άλλη υγεία, οικονομία, κοινωνία, εκπαίδευση, αστυνομία. Όχι για ένα άλλο κράτος. Αν θέλουμε να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά σε μια χώρα όπου η πολιτική, ως έννοια, έπαψε να υφίσταται εδώ και χιλιετίες, είμαστε αναγκασμένοι, Φίλοι και Συγγενείς, να σκεφτούμε πρωτίστως και κατ’ εξοχήν –υπαρξιακά.
Η δυνατότητα που αναδύεται στα ερείπια της πραγματικότητάς μας θεμελιώνει και συνιστά την –και συνίσταται στην- αδιαπραγμάτευτη, άμεση, αποφασιστική, δυναμική, διαρκή και καθημερινή ανάληψη της ευθύνης. Για το τράβηγμα κάθε σκανδάλης, για τη ρίψη κάθε μολότοφ, για την καύση κάθε βιβλίου. Για όλους και για όλα. Ενώπιον όλων των άλλων. Δεν πρόκειται για καμιά συλλογική ευθύνη. Ούτε για μια κάποια ατομική ευθύνη. Η ευθύνη που καλούμαστε να αναλάβουμε, η ενοχή που είμαστε ελεύθεροι να οικειοποιηθούμε, Φίλοι και Συγγενείς, είναι εξόχως προσωπική. Ακριβώς έτσι. Και είμαστε όλοι ελεύθεροι, ελεύθερα υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Χωρίς αναβολές. Χωρίς μεσσιανικές μεταθέσεις σε ένα κάποιο επέκεινα. Εδώ και τώρα. Αυθεντικά και αναμφίλεκτα. Είναι η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία να αναγνωρίσουμε το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης που δεν αφορά σε δεκατρείς ή εκατόν-τρεις συγκεκριμένες ημέρες του ιστορικού χρόνου αλλά στην κάθε ημέρα του αιώνιου χρόνου –του προσωπικού μας χρόνου. Της αυθεντικής ύπαρξής μας.
Το κυνήγι των ενόχων, Φίλοι και Συγγενείς, ήταν και θα είναι πάντα κυνήγι μαγισσών. Κυνήγι φαντασμάτων. Αντίθετα με ό,τι έχουμε μάθει να νομίζουμε, τα φαντάσματα μας επιτίθενται και μας στοιχειώνουν ερχόμενα πάντα από το μέλλον. Δεν τα φτάνουμε ποτέ. Δεν τα πιάνουμε ποτέ. Απλώς, τα είμαστε. Για όσο θα κυνηγούμε φαντάσματα, θα είμαστε φαντάσματα, οικτρές σκιές, ομοιώματα. Για όσο θα κυνηγούμε ενόχους, ας το καταλάβουμε, θα είμαστε ένοχοι. Δίχως άλλοθι. Δίχως κανένα άλλοθι. Μπορούμε, λοιπόν, να εξακολουθήσουμε αυτό το αθηναϊκό καρναβάλι του τρόμου και να αναβάλλουμε την αξιοποίηση της ευκαιρίας, την πραγμάτωση της δυνατότητας –φοβάμαι ότι είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε. Από την άλλη, όμως, μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή και κάθε στιγμή, διαρκώς.
Μπορούμε να δικαιώσουμε ετεροχρονισμένα την καταστροφή. Μπορούμε να δικαιώσουμε το αθηναϊκό μας μακελειό. Μπορούμε να δικαιώσουμε τον ίδιο τον Θάνατο, Φίλοι και Συγγενείς. Μπορούμε –αν πάψουμε να δικαιολογούμαστε. Η επανάσταση δικαιολογεί τον Θάνατο. Δικαιολογεί κάθε θάνατο και χαιρέκακα πατά πάνω στα πτώματα. Η ανάσταση, όμως, αυτή είναι που δικαιώνει τον Θάνατο. Και αυτή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση, ένα ζήτημα κοινωνίας προσώπων και όχι πολιτών, έξω από τυφλωμένες συλλογικότητες, εκτρωματικούς ατομικισμούς, μαζικές ψευδό-εξεγέρσεις ηδυπαθούς αυταρέσκειας. Έξω από το αδιαφοροποίητο του προκρούστειου καπιταλισμού που μας συντηρεί και μας εκτρέφει για να μας καταναλώνει την ώρα που εμείς καταναλώνουμε τα καλύτερα προϊόντα του: τις ιδεολογίες, τα συνθήματα, τις αντιστασιακές αυταπάτες, τις παρακρούσεις και τις μελλοντικές, φασματικές, στοιχειωμένες ουτοπίες μας.
Έχουμε πάντα ήδη αυτή τη δυνατότητα για μιαν Πράξη δικαίωσης, Φίλοι και Συγγενείς. Έχουμε πάντα ήδη αυτή την ευκαιρία. Αντίθετα με τις χοντροκομμένες και απλουστευμένες θεωρήσεις τύπου «έργα και όχι λόγια» -ο εύσχημος τρόπος για να εξαπολύσεις ένα συρφετό έξαλλων φανατικών ηλιθίων σταυροφόρων- αυτή η Πράξη δεν διαχωρίζεται από τον Λόγο, δεν είναι κάτι που έπεται ή που προηγείται της σκέψης. Είναι η Σκέψη ως Πράξη και το αντίστροφο. Είναι μια ευθεία, αποφασιστική χειρονομία δικαίωσης που αρθρώνεται στα ερείπια και τα μεταμορφώνει εκ των υστέρων, δημιουργώντας τις αιτίες για τα παρελθόντα στο αιώνιο παρόν, συλλαμβάνοντας τη χρονικότητα του είναι ως το καθ’ ημέρα και διατηρώντας, έτσι, ανοιχτό, ελεύθερο το πεδίο για μια Νέα Αρχή.
Για να γίνουμε, επιτέλους, λίγο καλοί. Τόσο απλά. Διότι ήμασταν τόσο κακοί ώστε, όλοι μαζί και ο καθένας προσωπικά, σκοτώσαμε ένα παιδί. Πυροβολήσαμε ένα άλλο. Κάψαμε την Αθήνα. Κάψαμε τα βιβλία. Αποσυνθέσαμε τη γλώσσα. Καταργήσαμε τη σκέψη. Εφεύραμε τα συνθήματα. Συμμεριστήκαμε τη θανατολαγνεία των δημοσιογράφων. Ακολουθήσαμε και ακολουθούμε πιστά, κατά γράμμα, τις μαγικές οδηγίες του μεταμοντέρνου σκηνοθέτη μας. Δεν θα μας σώσει ένας άλλος σκηνοθέτης. Ούτε ένα άλλο σενάριο. Εξ ορισμού, αυτά θα παραμείνουν αρνητικά –θα παραμείνουν άσχημα. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα να μην τα ακολουθούμε, τα σενάρια και τις σκηνοθετικές οδηγίες της α-σκεψίας. Έχουμε τη δυνατότητα να σκεφτούμε και να πράξουμε. Εδώ και τώρα.
Έχουμε τη δυνατότητα να συγχωρέσουμε. Έχουμε τη δυνατότητα να αγαπήσουμε. Να ελπίσουμε και να πιστέψουμε. Να είμαστε καλοί. Στην κάθε στιγμή της κάθε μας μέρας. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο περίπτερο, στην καφετέρια, στη δουλειά, στο γραφείο, στο σπίτι. Ναι. Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει αυτή τη δυνατότητα αφού αυτή η ίδια αρθρώνει τον εαυτό της στις στερήσεις του πραγματικού ψεύτικου κόσμου μας. Στη στέρηση της ομορφιάς. Της αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αυτό, Φίλοι και Συγγενείς. Η δυνατότητα είναι πάντα ήδη παρούσα. Νικά μέσα στις ήττες μας. Θριαμβεύει μέσα στις προδοσίες μας. Δυναμώνει μέσα στις αδυναμίες και στα σφάλματά μας. Γεννιέται στους θανάτους μας. Σκέφτομαι ότι, εδώ που έχουμε φτάσει, είναι κρίμα να την αφήσουμε για μιαν ακόμα φορά να πάει χαμένη, είναι κρίμα να την αποκλείσουμε πάλι.
Είναι κρίμα να μην κάνουμε ούτε τώρα μια προσπάθεια να είμαστε καλοί. Ας μην παρεξηγηθώ. Δεν μιλάω εδώ για κανέναν μελιστάλακτο ανθρωπισμό ή για ροζ τηλεοπτικούς συναισθηματισμούς με καρδούλες και κορδελάκια. Όπως έχετε καταλάβει, Φίλοι και Συγγενείς, έχουμε να κάνουμε με την πραγμάτωση μιας υπαρξιακής δυνατότητας, της μόνης αυθεντικής. Το ζητούμενο είναι η ίδια η εκ θεμελίων μεταμόρφωσή μας σε αγαπητικά, συγχωρητικά πρόσωπα. Σε αυθεντικά πρόσωπα. Έχω φλυαρήσει πολύ –συγγνώμη γι’ αυτό. Θα κλείσω αμέσως. Υποθέτω ότι το αθηναϊκό μας μακελειό μπορεί να πάρει εξαιρετικά συμβολικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς τη διόλου τυχαία χρονική στιγμή. Κι επειδή τα σύμβολα μπορούν να φωτίσουν και να υποδείξουν, αξίζει να το σκεφτούμε. Εξηγούμαι.
Σε μερικές μέρες, γεννιέται πάλι, επαναλαμβάνει τον εαυτό Του στο αιώνιο παρόν ενός μη-ημερολογιακού χρόνου, ο μόνος Αθώος. Και η δικαίωση της γέννησης αρθρώνεται στις ανοιξιάτικες επαναλήψεις που έπονται και που είναι πάντα ήδη παρούσες. Εκεί όπου κατ’ εξοχήν ανασαίνει η δυνατότητα –η δική μας, η προσωπικής μας δυνατότητα- της ολοκληρωτικής λύτρωσης –στο Κάλλος που δεν δύει. Που αναδύεται. Πάνω στον μόνο πραγματικό θάνατο που υπήρξε ποτέ, Φίλοι και Συγγενείς.
Στον θάνατο του Θανάτου.
Ιδού η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία. Η συνταρακτική, συναρπαστική μας ευκαιρία.
Να ζήσουμε, Φίλοι και Συγγενείς. Τόσο απλά.

Υ.Γ. Εύχομαι σε όλους καλές γιορτές και, φυσικά, μιαν πιο όμορφη, υγιή και δημιουργική –σε όλα τα επίπεδα- καινούρια χρονιά. Ας ελπίσουμε ότι θα είμαστε εδώ για να την δούμε. Για να την ζήσουμε.

3 σχόλια:

Κ. είπε...

Καλή Χρονιά Κυριάκο μου!

Δε νομίζω πως θα μπορούσες να τα πεις καλύτερα.

Κλειώ

Eleni Dafnidi είπε...

Καλή χρονιά Κυριάκο, γεμάτη έμπνευση και θετική σκέψη. (Θετική σκέψη όσο γίνεται δηλαδή με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας...)
Το "και μη χειρότερα" νομίζω ότι ταιριάζει γάντι...
Τελικά είναι πολύ αστείο το πως πρέπει να παραμορφώνουμε τις ευχές για να ρθουν και να ταιριάξουν με τα γεγονότα.

Κυριάκος Μαργαρίτης είπε...

Γεια σου Ελένη!
Καλή χρονιά, με υγεία και δημιουργική δύναμη. Και ομορφιά.
Δίκιο έχεις. Ώσπου να μεταμορφώσουμε τον εαυτό μας, θα παραμορφώνουμε τις ευχές. Η πραγματικότητα είναι ήδη παραμορφωμένη, βλέπεις. Κυρίως, όμως, είναι παραμορφωτική. Την έχει αυτή τη δύναμη. Η πραγματικότητα είναι γνωστή και ως Προκρούστης.
Αλλά θα βρούμε την άκρη. Θα μας βοηθήσουν οι ιστορίες. Αυτές ξέρουν.