Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Η Επανάληψη Και Η Έκπληξη

Φίλοι και Συγγενείς,

Πολύ καλησπέρα σας! Σκοτείνιασε νωρίς –είναι μόλις πέντε και μισή- και έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει. Επιτέλους. Μια Κυριακή που σέβεται τον εαυτό της. Από αυτή την άποψη, δικαιολογεί και την σημερινή μου καταχώρηση σ’ αυτό το ηλεκτρονικό σημειωματάριο. Ξέρω ότι οι πολυάριθμοι φανατικοί οπαδοί οι οποίοι κυριολεκτικά κρέμονται από τον πέμπτο όροφο περίμεναν ότι θα φανώ συνεπής στο αρχικό πλάνο –να γράφω το κάτι τις μου κάθε δεύτερο Σάββατο. Τι να πω; Τα πλάνα είναι για να αλλάζουν. Ακόμα και για όχι και τόσο κολακευτικούς λόγους. Χθες, ας πούμε, ήμουν κι εγώ κρεμασμένος. Το λένε και hangover –οι πιο κακόπιστοι. Εγώ δεν το λέω. Σιωπώ και περιμένω να ξεθυμάνει. Δουλεύω όσο αντέχω και μετά καταρρέω στον καναπέ. Χθες, ας πούμε, άντεξα να φτιάξω ένα κεφάλαιο για ένα κείμενο των ημερών. Μετά, ο υπολογιστής άρχισε να σαλεύει και αποφάσισα να τον κλείσω για να σωθώ. Τα κατάφερα.
Και τώρα είμαι πάλι εδώ. Γιούπι –αλλά ας είμαστε ψύχραιμοι. Στα απέναντι μπαλκόνια βλέπω φως και μερικές φιγούρες να κινούνται πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες. Λίγο ακόμα και θα κατηγορηθώ για ηδονοβλεψίας. Πίσω στην οθόνη. Δεν χρειάζεται να δει κανείς και πολλά περισσότερα. Η φαντασία μπορεί να κάνει την υπόλοιπη δουλειά. Μπορεί να ακούσει τις φωνές, τις οικογενειακές συνομιλίες, τους καυγάδες και τις συμφιλιώσεις, τις συμβουλές και τις αντιρρήσεις –και λοιπά και λοιπά. Μπορεί να ακούσει και τα αστεία –κυρίως αυτά. Μπορεί να χαμογελάει, ειδικά ένα τέτοιο σκοτεινό και βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ηθικό δίδαγμα: η μελαγχολία της Κυριακής είναι ένας ανόητος, ανώφελος μύθος. Αδικεί τις Κυριακές. Ας τον ξεχάσουμε –έτσι εύκολα μπορεί να ξεμπερδεύει κανείς με τους μύθους, κατά τη γνώμη μου. Και ας ευθυμήσουμε.
Λοιπόν, στο θέμα μας. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Νωρίτερα σήμερα, λίγο μετά το μεσημέρι, είχα τελειώσει ενάμιση ακόμα κεφάλαιο για εκείνο το κειμενάκι που λέγαμε. Μια παιδική αστυνομική ιστορία. Τέλος πάντων. Η δουλειά πήγε καλά, ένιωσα καλά απέναντι στον ήρωα-αφηγητή και στις λέξεις και, καθώς η Αθήνα ήταν ακόμα στεγνή, ξεκίνησα για τον καθιερωμένο μου περίπατο προς το κέντρο. Δεν έφτασα μέχρι εκεί. Δεν χρειάστηκε. Κάθισα σε ένα από τα λίγα, εκλεκτά και τυχερά στέκια που με φιλοξενούν κατά καιρούς, μια καφετέρια κοντά στην περιοχή του Caravel. Μόλις κυκλοφορήσει το best-seller που περιμένει η οικουμένη, θα αρχίσω να πηγαίνω και στο ίδιο το Caravel και σε πολλά άλλα μέρη τα οποία υποψιάζομαι ότι με σνομπάρουν. Μέχρι τότε, προτιμώ τα περίχωρα. Και προλαβαίνω να σνομπάρω εγώ αυτά τα πολλά άλλα απάτητα μέρη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη αστεία ιστορία. Για μιαν άλλη φορά.
Κάθισα στο καφενεδάκι για δυο ώρες, ήπια τον τρίτο καφέ της ημέρας και, γύρω στις πέντε παρά τέταρτο πήρα τα μάτια και όλο το υπόλοιπο σώμα μου, συν την τσάντα με τα βιβλία και τα τετράδια, τον αναπτήρα, τα κλειδιά του σπιτιού και μερικά ακόμα περιουσιακά στοιχεία και διέσχισα την οδό Μιχαλακοπούλου για να γυρίσω στη βάση μου. Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Η βροχή είχε ήδη αρχίσει και είχε σηκωθεί αέρας. Κοντολογίς: ξεπάγιασα. Ωραίοι οι περίπατοι αλλά ο καιρός παίζει έναν καθοριστικό ρόλο. Αυτή είναι η δική μου κατάθεση στο διάσημο εγχειρίδιο του περιπατητή που το συνθέτουμε όλοι μαζί, Φίλοι και Συγγενείς, προχωρώντας κυριολεκτικά βήμα-βήμα σε πεζοδρόμια, λεωφόρους, σκάλες και άλλα τινά.
Ναι.
Μόλις έφτασα σώος στο σπίτι και έκλεισα πίσω μου την πόρτα του σαλονιού, χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα για να ανάψω το φως –έχει καεί μια λάμπα, αναβάλλω εδώ και πέντε ή έξι μήνες να την αλλάξω και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να βάζω στοιχήματα σχετικά με το κατά πόσο θα βρω το σωστό διακόπτη. Οι μικρές απολαύσεις της ζωής. Σε εκείνο το ελάχιστο διάστημα της αναζήτησης με ψηλαφητά παράλληλα του κατάλληλου διακόπτη, λοιπόν, κι ενώ αναρωτιόμουν τι ακριβώς θα ξεφούρνιζα σήμερα εδώ πέρα, αναρωτήθηκα πόσες φορές έχω επαναλάβει αυτό τον αθηναϊκό περίπατο, μια παράδοση που κρατάει εφτά χρόνια τώρα –και χωρίς ποτέ να με έχει πιάσει φαγούρα, σας το ορκίζομαι. Φυσικά, η απάντηση είναι εξωφρενικά κοινότοπη, αυτονόητη και ξέρω ότι όλοι το έχουμε σκεφτεί δεκάδες φορές. Δεν είναι αυτό το θέμα μου. Αλλά έχει σχέση με το θέμα μου. Η μόνη απάντηση, λοιπόν, είναι ότι δεν έχω επαναλάβει ούτε μια φορά αυτό τον περίπατο.
Πώς αλλιώς;
Η επανάληψη, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Επιτρέψτε μου την ανάπτυξη της κοινοτοπίας για μερικές αράδες ακόμα –εδώ που τα λέμε, σπάνια μια κοινοτοπία έβλαψε κάποιον, αντίθετα με δεκάδες πρωτοτυπίες που αποδείχτηκαν απίστευτα βλαβερές. Η επανάληψη, λοιπόν, αυτό το κυκλικό σχήμα της διαρκούς επαναφοράς των ανθρώπων και των πραγμάτων, δεν υπάρχει παρά στο βαθμό που της το επιτρέπουμε πιστώνοντάς την με αυτό ακριβώς –με την ύπαρξη. Μ’ άλλα λόγια, η επανάληψη είναι, αν έτσι νομίζουμε. Ο βαρετός επαναληπτικός κύκλος υπάρχει, τροφοδοτείται και ανακυκλώνει τον εαυτό του όσο εμείς οι ίδιοι γυρίζουμε τη σβούρα, όσο εμείς οι ίδιοι σπρώχνουμε βαριεστημένοι, όσο –νομίζουμε ότι- γυρνάμε γύρω από τον ίδιο άξονα, ζαλισμένοι, υπνωτισμένοι και ελαφρώς αηδιασμένοι. Ξανά και ξανά. Χωρίς τέλος και χωρίς ένα ασφαλές σημείο για να σκύψουμε το κεφάλι και να απαλλαγούμε από τη ναυτία με τον παλιό καλό τρόπο.
Όχι και τόσο ευχάριστη σκέψη. Μιλάω, φυσικά, για αυτό που θα αποκαλούσαμε φαύλο κύκλο. Η φαυλότητα έγκειται, βέβαια, στη συνθήκη της επανάληψης.
Όπως είπα, επιστρέφοντας σήμερα από την καφετέρια, συνειδητοποίησα για μιαν ακόμα φορά που ήταν ήδη εντελώς πρώτη, καινούρια και διαφορετική από όλες τις άλλες, ότι η επανάληψη, πράγματι, δεν υπάρχει. Είναι προϊόν μιας από τις πολλές παρεξηγήσεις που, με έναν εξαιρετικά ύπουλο τρόπο, μας διέφυγε σε κάποια αν-ιστορική στιγμή της Ιστορίας και παγιώθηκε και εγκαταστάθηκε για τα καλά στα πολυάσχολα μυαλά μας. Κακώς. Και ξέρω ότι συμφωνούμε όλοι σ’ αυτό. Το ότι η επανάληψη δεν υπάρχει, αυτό οφείλεται και στο επίσης αυτονόητο γεγονός ότι κανείς μας δεν είναι ο ίδιος όταν «επαναλαμβάνει» μια κάποια διαδικασία καθώς και στο εξίσου αυτονόητο γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν «επαναλαμβάνει» επακριβώς μια διαδικασία. Ας μην προχωρήσουμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα διαδικασιών και καταστάσεων γιατί ο πέμπτος όροφος είναι εκτεθειμένος και σε θέα ανηλίκων και οι ανατριχιαστικές ή όχι και τόσο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες είναι, έτσι κι αλλιώς, περιττές.
Εντάξει. Ώστε η επανάληψη δεν υπάρχει. Σπουδαία ανακάλυψη. Προτού βαρεθούμε όλοι λέγοντας τα ίδια και τα ίδια, καλό είναι να τσακιστώ να αρθρώσω και κάτι όχι και τόσο κοινότοπο –ούτε και πρωτότυπο, βέβαια αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Αφού είναι τόσο σαφές ότι η επανάληψη δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί έχουμε εφεύρει λέξεις όπως ρουτίνα, ανία και βαρεμάρα; Κυρίως, γιατί έχουμε εφεύρει την εφιαλτική λέξη πλήξη; Κατ’ αρχάς, για να τις αποφεύγουμε. Για να το στρίβουμε δι’ άλλων λέξεων και να γλιτώνουμε τις κακοτοπιές. Για να φυλαγόμαστε, για να προστατευόμαστε από τις κακοτοπιές. Για να σωθούμε. Πιο σωστά: για να σωζόμαστε. Τώρα και πάντα. Ξανά και ξανά. Για πρώτη και τελευταία φορά και για κάθε φορά, κάθε μέρα.
Φίλοι και Συγγενείς, ακούω τα τύμπανα και τις σάλπιγγες και με μια εξόχως θεατρική χειρονομία, ιδού που ετοιμάζομαι να ανάψω τα φώτα του πέμπτου ορόφου. Και να επικαλεστώ την εκ-πλήξη του καθ’ ημέραν. Του καθημερινού. Την επαναλαμβανόμενη και ποτέ ίδια αλλά πάντα διαφορετική, εξίσου συναρπαστική και διαρκή έκπληξη. Που υπάρχει ακόμα και αν δεν την πιστώνουμε με καμιά ύπαρξη, ακόμα και αν δεν της αναγνωρίζουμε καμιά υπόσταση. Αντίθετα με τη βαρετή, ψυχοφθόρα επανάληψη που υπάρχει μόνο στο βαθμό που εμείς το νομίζουμε, η έκπληξη υπάρχει γύρω μας καθημερινά ακόμα και –ή ειδικά- όταν δεν το νομίζουμε, όταν δεν το πιστεύουμε. Νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς, ότι, στην εμμονή με την οποία αγωνιούμε και προσπαθούμε όλοι να «σπάσουμε τη ρουτίνα» κάναμε το λάθος, όχι να αποκλείσουμε την έκπληξη –δεν μπορείς να αποκλείσεις την έκπληξη- αλλά να την παραγνωρίσουμε. Να την προσπεράσουμε. Να την αγνοήσουμε.
Η ίδια η ζωή μας είναι μια τέτοια διαρκής, προκλητική, ανακαινιστική και αναζωογονητική έκπληξη και δεν μιλάω καν για τυχόν αλλόκοτα ή συγκινητικά ή μελοδραματικά περιστατικά που μπορεί να δούμε ή να συναντήσουμε σε έναν περίπατο όπως ο δικός μου σημερινός αθηναϊκός στην οδό Μιχαλακοπούλου. Όχι. Δεν μιλάω για τον άνθρωπο με τις παντόφλες που προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο στη βροχή ή για τη γριά που σκόρπιζε ψίχουλα και αναρωτιόταν πού έχουν χαθεί τα περιστέρια. Δεν μιλάω ούτε για την κοπέλα που είχε τυλίξει το πολύχρωμο κασκόλ γύρω από το στόμα της και δάκρυζε για κάποιο λόγο που κανείς ποτέ δεν θα μάθει. Δεν μιλάω γι’ αυτά ή δεν μιλάω μόνο γι’ αυτά.
Η έκπληξη του καθ’ ημέραν συνίσταται σ’ αυτή τη στιγμιαία και αποφασιστική ρωγμή, σ’ αυτό το έξοχο και πάντα ήδη υπάρχον ρήγμα που καταφέρνει η πραγματική ζωή στο συμβατικό μας χρόνο, γι’ αυτή τη χαραμάδα που ανοίγουμε ακόμα και χωρίς να το θέλουμε στο στεγανό του ιστορικού και του ημερολογιακού ή του ωρολογιακού μας χρόνου και που, μέσα απ’ αυτήν, διεισδύει η αιωνιότητα στη στιγμή μας, διαχέεται το Αιώνιο συμπυκνωμένο σε ένα διαρκές και παραμόνιμο εδώ και τώρα –και πάντα, ναι. Είναι αυτή η εκπληκτική συνέχεια των ημερών μας, δεμένη αξεχώριστα με την αυτοτέλεια, το όλο και το επιμέρους, χωρίς διακριτικά, χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς αποσπασματικές κατατμήσεις. Το τώρα και το πάντα, σε μια ακόμα αθηναϊκή μέρα, στη διάρκεια ενός περιπάτου που μπορεί να χρονομετρηθεί αλλά που είναι αδύνατο να χρονομετρηθεί γιατί, πολύ απλά, ενώνει –στη δική μου περίπτωση, ας πούμε- το 1982 και το 2008, την 13η Ιούλη και αυτήν εδώ την 23η Νοέμβρη. Πιστέψτε με, το κάνει.
Οι ημέρες μας, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι τα αυτοτελή διηγήματα μιας συλλογής αλλά τα πλήρη κεφάλαια ενός μυθιστορήματος-ποταμού που κλείνουν για να ανοίξουν πάλι στην επόμενη σελίδα, που διαχέονται το ένα στο άλλο, που διαπλέκονται, συμπλέκονται, διαρρηγνύουν τη χρονική ανεπάρκειά μας και την αναζωογονούν, την ανασταίνουν, την μεταμορφώνουν σε αιωνιότητα και καθρεφτίζονται στο μυθιστορηματικό μας επίλογο-θάνατο μόνο και μόνο για να νοηματοδοτηθούν. Για να αναστραφούν και να αναδιπλωθούν στον εαυτό τους και να διαβαστούν πάλι και πάλι, με ολοένα και νέο, πιο πλήρες, πιο εντελές νόημα. Με άλλα λόγια, ο κύκλος δεν είναι ποτέ φαύλος γιατί δεν είναι κλεισμένος στον εαυτό του, γιατί κάπου, σε κάποιο σημείο του, υπάρχει αυτή η εκπληκτική καθημερινή ρωγμή, η παρουσία μας και τα αθροίσματα των απουσιών, των δικών μας και των άλλων ανθρώπων, και, αυτή η ρωγμή υφίσταται ως ένα είδος αγωγού, ένα καλώδιο, ας πούμε, μια ακτίνα ή μια αντένα που μας επιτρέπει βρισκόμαστε σε επαφή, να πιάνουμε επαφή με το αιώνιο. Με το άπειρο. Και με το απόλυτο.
Τελικά, η έκπληξη συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μας έχει ένα υπέροχο νόημα που αναδύεται καθημερινά και εμπλουτίζεται και πληθαίνει, πλαταίνει και διευρύνεται χωρίς ποτέ να κομματιάζεται και να ξεχειλώνει, επαρκές και αδιαπραγμάτευτο. Η έκπληξη συνίσταται σ’ αυτό το νόημα που βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη και, ταυτόχρονα, τελεσφορεί καθημερινά. Η έκπληξη είναι η αιωνιότητα της κάθε μέρας. Η προβολή του αιώνιου σε ένα εικοσιτετράωρο, καθόλου συμβολικά, καθόλου αλληγορικά ή μεταφορικά παρά εξόχως κυριολεκτικά, πρακτικά. Πραγματικά και χειροπιαστά. Οι διαχωρισμοί, τα δίπολα, οι αντινομίες της ζωής μας, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι παρά προϊόντα αυτής της παρεξήγησης που λέγαμε. Μας επιβάλλουν ένα εντελώς ατελές παρόν, αποκομμένο και ριγμένο στο πουθενά, ασυνάρτητο, καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, το παρελθόν του και το μέλλον του. Και η επανάληψη είναι η α-ανοησία που δεν υπάρχει παρά στο βαθμό που της το επιτρέπουμε, που την προβάλλουμε φαντασιακά και την αφήνουμε να λεκιάζει, να ασχημαίνει τις μέρες μας. Τη ζωή μας.
Η επανάληψη –η ίδια η πλήξη, δηλαδή- χρειάζεται το συμβατικό χρόνο και τον ιστορικό χρόνο και η αλήθεια είναι ότι θα εξακολουθήσει να υπάρχει και να κυριαρχεί, θα εξακολουθήσει να επαναλαμβάνεται όσο εμείς αγνοούμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο και, ωστόσο, διαρκές και καθημερινό μέγα Συμβάν –την έκπληξη της αιώνιας μεταμόρφωσης του στιγμιαίου σε αιώνιο. Ας το πούμε αλλιώς: το αιώνιο δεν καταργεί, δεν είναι αντίθετο, δεν χωρίζεται από το στιγμιαίο. Χρειάζεται το στιγμιαίο όπως –για να το θέσω πολύ χοντρικά- η έννοια χρειάζεται τη λέξη για να εκφραστεί. Ας καταργήσουμε αυτό το ξεροκέφαλο, κοντόφθαλμο είτε / είτε. Δεν υπάρχει διαλεκτική, Φίλοι και Συγγενείς. Το ξέρουμε αυτό. Δεν υπάρχει η θέση και η αντίθεση και η σύνθεση, αυτή η φιλοσοφική εκδοχή του κατασκευασμένου, αποστειρωμένου και τεχνητού σύμπαντος των εξισώσεων, που τις συμβιβάζει. Όχι.
Υπάρχει μόνο η παραμόνιμη καθημερινή υπέρβαση που είναι η ίδια μας η ζωής κι αν τα φιλοσοφικά συστήματα την αγνοούν τούτο συμβαίνει, πολύ απλά, επειδή μόνο η επανάληψη μπορεί να είναι συστηματική –και όχι η έκπληξη. Αυτή δεν υπάγεται σε κανένα σύστημα, είναι εξόχως α-συστηματική, αυθεντικά ελεύθερη και ενθουσιαστικά μεταμορφωτική.
Ξέρετε, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή η καφετέρια που επισκέφθηκα σήμερα, κοντά στο Caravel, αυτό το γαλλικού τύπου μπιστρό όπου κάθισα για κανένα δίωρο, έχει ένα όμορφο γαλλικό όνομα που σε ελεύθερη ελληνική απόδοση σημαίνει περίπου το σταμάτημα του χρόνου. Καθόλου τυχαίο –φυσικά. Διότι αυτή ακριβώς η αεικίνητη ακινησία του αιώνιου χρόνου μας, αυτή η πολυμορφική, πολυπρόσωπη ομοιογένεια, αυτή η πολλαπλότητα του ενός και απόλυτου νοήματος της ζωής μας, αυτή ακριβώς είναι η Έκπληξη που συνταιριάζει τα διεστώτα, που ξεπερνά τις αντιφάσεις, που αναδημιουργεί τον κόσμο ξεκινώντας κάθε πρωί και τελειώνοντας τη δουλειά της κάθε βράδυ. Και μπορούμε όλοι να σκεφτούμε ένα σωρό ακόμα πολυσύλλαβες και εντυπωσιακές λέξεις προσπαθώντας να το περιγράψουμε και, κατά πάσα πιθανότητα, θα τα καταφέρουμε όλοι εξίσου καλά. Το ζητούμενο, όμως, είναι το αυθεντικό καθημερινό βίωμα αυτής της έκπληξης. Η αποδοχή της. Το κοίταγμα και η κατάφαση στη ρωγμή που δεν διασπά αλλά μεταμορφώνει τον φαύλο κύκλο και τον μετατρέπει –σε τι άλλο; Στον κύκλο της κατανόησης και της πραγματικής, της όντως αυθεντικής ζωής.
Ναι.
Φλύαρο το σημερινό κείμενο. Απολογούμαι γι’ αυτό και σπεύδω να βάλω μια τελεία. Δεν το είχα υπολογίσει σωστά. Και να σκεφτείτε ότι όλα αυτά προέκυψαν εξαιτίας ενός συνηθισμένου κυριακάτικου αθηναϊκού περιπάτου. Εξαιτίας της δικής μου ρουτίνας. Κοίτα να δεις.
Εκπληκτικό δεν είναι;

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Ανακαίνιση

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας! Η μέρα ξεκίνησε όπως οι περισσότερες, με καφέ και διάβασμα στο σαλόνι, το φόντο είναι, επιτέλους, φθινοπωρινό και έτσι είπα να αναβάλω το ταξίδι στα βόρεια του κόσμου για κάποια άλλη μέρα ενώ η συννεφιά μεταμορφώνει το μεσημέρι, το κάνει να μοιάζει με δειλινό και κάνει εμένα να αισθάνομαι λες και μου έχουν μόλις προσφέρει ένα απροσδόκητο δώρο. Ένα επιπλέον δώρο, για την ακρίβεια. Η ευφορία είναι όση χρειάζομαι ώστε να νιώθω ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για ένα ακόμα πέρασμα από το ψηφιακό προσκήνιο της γιορτής. Η ευφορία καθώς και το γεγονός ότι, μετά το όμικρον, τώρα έχει χαλαρώσει και το πλήκτρο του άλφα –απίστευτο αλλά αληθινό. Μόλις εξαντληθούν τα φωνήεντα και πάμε στα σύμφωνα, θα αρχίσω να φτιάχνω λέξεις με τα ξεχαρβαλωμένα μου πλήκτρα, ένα είδος scrabble ή κάτι τέτοιο, και θα γράψω ένα μυθιστόρημα συνωμοσίας, με μεταφυσικούς κωδικούς που υποβάλλει στον ήρωα ο στοιχειωμένος υπολογιστής του. Μέχρι τότε, θα γράφω κάτι άλλο. Κάτι σαν αυτό εδώ, ίσως. Θα δούμε.
Αυτές τις μέρες, όπως και πολλές ακόμα, παλιότερες μέρες, σκεφτόμουν την αγωνία του ανθρώπου, την αγωνία μας, Φίλοι και Συγγενείς, για το καινούριο. Για την καινούρια αρχή. Στη λογοτεχνία. Στην τέχνη, γενικά. Σκεφτόμουν την αγωνία για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή. Η σκέψη μας κινείται συχνά μ’ αυτό τον τρόπο, έτσι δεν είναι; Από τη λογοτεχνία στη ζωή. Προσωπικά, είναι η αγαπημένη μου κίνηση, ο πιο ωραίος, ουσιαστικός περίπατος. Ο δεύτερος στην αξιολογική κλίμακα των περιπάτων που προτιμώ είναι, φυσικά, ο ακριβώς αντίστροφος. Από τη ζωή στη λογοτεχνία. Και πάει λέγοντας. Σημασία, όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει, δεν έχει ο περίπατος. Αλλά ο προορισμός. Σκέφτομαι συχνά ότι όποιος θεωρεί στ’ αλήθεια ότι είναι το ταξίδι και όχι ο προορισμός που μετράει, ότι είναι η διαδρομή που αξίζει και όχι η Ιθάκη, λοιπόν, καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Ας ρωτήσουμε και τον ταλαιπωρημένο τον Οδυσσέα. Νομίζω ότι αυτό θα ήταν αρκετό για να μας πείσει. Εκείνους από εμάς που δεν είμαστε φίλοι των extreme sports, εν πάση περιπτώσει. Έτσι είναι. Η πραγματική περιπέτεια, η αυθεντική περιπέτεια αρχίζει όταν ανοίγει κανείς τα μάτια στην ακτή της Ιθάκης. Παρενθετικά, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι έχει παραγίνει αυτός ο συμβολισμός με την Ιθάκη. Ως Κύπριος, νιώθω ριγμένος, θιγμένος και διάφορα άλλα πράγματα. Τι μας λείπει εμάς, δηλαδή; Ας είναι, όμως. Δεν θα το λύσουμε τώρα. Χάριν ευφωνίας και σαφήνειας, εμμένω στην Ιθάκη. Πάμε παρακάτω.
Στην ανακαίνιση. Αυτό δεν είναι που προτάθηκε ως αίτημα, ως στόχος, τόσες και τόσες φορές, από καταβολής κόσμου; Μια ανακαίνιση στη λογοτεχνία. Και μια ανακαίνιση στη ζωή του καθενός και όλων μας, όπως νομίζω ότι αξίζει να συμπληρώσει κανείς –αλλιώς δεν θα είχε και πολύ νόημα. Ζητάμε πάντα να πάμε, να γυρίσουμε, να επιστρέψουμε και να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Σε νέα θεμέλια, σε νέες συνθήκες και σε νέες αντιλήψεις, θεωρήσεις, ερμηνείες, αποφάνσεις. Σε νέες λέξεις. Και προσπαθούμε σκληρά για αυτό το καινούριο ξεκίνημα. Τις περισσότερες φορές, είμαστε τόσο σίγουροι ότι πρωτοπορούμε ώστε, όταν φτάνουμε και βλέπουμε ένα ολόκληρο πλήθος να είναι ήδη εκεί, ίσως για χρόνια ολόκληρα, και να μας περιμένει χαζεύοντας αδιάφορα δεξιά κι αριστερά, απογοητευόμαστε, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι πιάσαμε λάθος λιμάνι και φεύγουμε πάλι, για –ω, ναι- ένα καινούριο ξεκίνημα, μια νέα αρχή, μιαν κάποια πρωτοτυπία. Και λοιπά. Τελικά, ερωτευόμαστε το ταξίδι, δεσμευόμαστε, εγκλωβιζόμαστε σ’ αυτό και με το έξυπνο κόλπο της υποτιθέμενα ασήμαντης Ιθάκης, προσπερνούμε τα περισσότερα λιμάνια βολοδέρνοντας χωρίς ιδιαίτερο λόγο και πρωτοτυπώντας με Σκύλες και Κύκλωπες και όλα τα άλλα υπέροχα πλάσματα του ωκεανού και του δάσους. Είναι κρίμα αλλά είναι και εξαιρετικά ευεξήγητο, σχεδόν λογικό.
Απαξιώνουμε την Ιθάκη για χάρη του ταξιδιού.
Μ’ άλλα λόγια: απαξιώνουμε την ανακαίνιση για χάρη της ανακαίνισης. Παράξενη πρόταση. Αλλά έχει τη σημασία της. Δώστε μου λίγες αράδες ακόμα –μιας και θα τις καταχραστώ έτσι κι αλλιώς.
Στην πραγματικότητα, Φίλοι και Συγγενείς, η ανακαίνιση έχει ήδη γίνει. Η λογοτεχνία και η τέχνη, γενικά, έχουν ανακαινιστεί τόσες και τόσες φορές ώστε οι περισσότεροι από εμάς δεν τις αναγνωρίζουμε πια. Ούτε οι ίδιες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, για να είμαστε ειλικρινείς. Φταίει αυτή η απαξίωση της αυθεντικής, μοναδικής ανακαίνισης που –το λέω ξανά- έχει ήδη γίνει. Φταίει αυτή η απαξίωση που μας κάνει να στοιβάζουμε, να σωρεύουμε «ανακαίνιση στην ανακαίνιση» και να εθελοτυφλούμε στο προφανές του προορισμού που είναι η αφετηρία. Η αυθεντική απαρχή της ζωής. Ώστε η λογοτεχνία και η τέχνη είναι πλήρως ανακαινισμένες. Μαζί τους, κυρίως, πλήρως ανακαινισμένη είναι και η ζωή. Όλα έχουν ειπωθεί ήδη, Φίλοι και Συγγενείς, και γι’ αυτό ακριβώς καλά θα κάνουμε να συνεχίσουμε να μιλάμε, να συνεχίσουμε να γράφουμε και να συνεχίσουμε να ζούμε. Η αλήθεια είναι ότι ουδέν κρυπτόν και ουδέν καινό υπό τον ήλιο –τρελαίνομαι για τέτοιες αρχαΐζουσες ατάκες. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι όσο εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε και δεν έχουμε γίνει ακόμα ήλιοι –εντάξει, το ξέρω ότι ακούγεται κάπως μελό αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω- τότε τα πάντα είναι πάντα ήδη κρυπτά και όχι ακόμα καινά. Όχι ακόμα καινούρια. Η ανακαίνιση είναι μια καταπληκτική, πλήρως συντελεσμένη πραγματικότητα αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία όσο εμείς δεν έχουμε μάτια ανοιχτά για να την δούμε, όσο εμείς είμαστε υπερβολικά τυφλωμένοι και απασχολημένοι να κατεργαζόμαστε μια φαντασιακή, δική μας, υποτίθεται, ανακαίνιση –εξαιτίας της οποίας απαξιώνουμε τον ήδη ανακαινισμένο κόσμο, την Ιθάκη στην οποία ήδη πάντα και, ταυτόχρονα, όχι ακόμα –
Είμαστε.
Κοντολογίς: η ανακαίνιση είναι ήδη αλλά εμείς είμαστε όχι ακόμα σε σχέση με αυτήν. Ας πούμε ότι το σπίτι μας έχει ήδη ανακαινιστεί και μας περιμένει αλλά εμείς αρνούμαστε να περάσουμε το κατώφλι και κόβουμε βόλτες στον κήπο και στην αυλή και στους διπλανούς δρόμους προσπαθώντας να σκεφτούμε ποιος από μας θα καταφέρει πρώτος να κάνει μια δική του, φανταστική ανακαίνιση σε ένα σπίτι ξένο, αόρατο. Ή ας πούμε ότι το σπίτι έχει ήδη ανακαινιστεί αλλά εμείς έχουμε κουρνιάσει και κοιτάμε έξω από το παράθυρο, εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα απολύτως για να δούμε. Δεν ξέρω γιατί δεν ανοίγουμε τα μάτια για να συνειδητοποιήσουμε αυτό που, βαθιά μέσα μας, ο καθένας και όλοι μας, ήδη ξέρουμε –ότι είμαστε ήδη εκεί, εδώ και κάπου αλλού, στην Ιθάκη και στην Εδέμ και στον όντως αυθεντικό κόσμο. Ίσως μας τρομάζει η προοπτική γιατί, μάλλον κατά λάθος, επειδή το παρεξηγήσαμε ή επειδή δεν προσέχαμε όταν ανακαινιζόταν η κατάσταση, ταυτίσαμε την άφιξη με το τέλος. Για μιαν ακόμα φορά, ο γέρο-Οδυσσέας θα είχε να μας πει μερικά ενδιαφέροντα πράγματα αν βρίσκαμε το κουράγιο να τον ρωτήσουμε. Μήπως η περιπέτεια τέλειωσε όταν έφτασε στην Ιθάκη; Εντάξει, ας μην παίζουμε με τον πόνο ενός ήρωα. Το έχουμε κάνει και είναι πάντα το ίδιο οδυνηρό.
Ο προορισμός είναι η αφετηρία της ανακαίνισής μας, Φίλοι και Συγγενείς. Ώσπου να ανακαινιστούμε εμείς οι ίδιοι, ώσπου να επιτρέψουμε και να δεξιωθούμε μέσα μας αυτή την εντελώς προσωπική –κάτι που σημαίνει, ταυτόχρονα, γνήσια οικουμενική- ανακαίνιση, το πιθανότερο είναι ότι θα εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε γύρω μας ανύπαρκτες βραχονησίδες, νησιά, ακτές και ηπείρους. Θα συνεχίσουμε να σκαρφιζόμαστε απίθανες παρεκκλίσεις και παρακάμψεις και θα πανηγυρίζουμε τις συναντήσεις μας με τα πλάσματα του δάσους και της θάλασσας σαν να ήταν αυτές η ανακαίνιση που ζητούσαμε. Σαν να ήταν αυτές η ανακαίνιση που πάντα ζητάμε. Αν είναι κάτι που μας ψιθυρίζουν οι ιστορίες, Φίλοι και Συγγενείς, αν είναι κάτι για το οποίο μας βάζουν σε υποψίες όλες οι ιστορίες που έχουν ήδη όλες ειπωθεί, είναι ότι είμαστε ελεύθεροι και υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να τις διηγούμαστε, με όλους τους τρόπους, όπως και όσο μπορεί ο καθένας, όχι για να φτάσουμε κάποτε στην Ιθάκη αλλά για να ξυπνήσουμε επιτέλους στην ακτή της και να υποδεχθούμε, να αφομοιώσουμε την Ιθάκη μέσα μας, να δεξιωθούμε την ανακαίνιση μέσα μας.
Είμαι σίγουρος ότι αυτή θα είναι μια δεξίωση που δεν θα ξεχάσει κανείς. Και είμαι αρκετά αισιόδοξος ότι αυτή είναι, επίσης, μια δεξίωση από την οποία δεν θα λείψει κανείς γιατί, πολύ απλά, δεν μπορεί να λείψει, δεν είναι δυνατόν να λείψει –πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Είσαι και είμαι και είμαστε όλοι ήδη εκεί / εδώ / αλλού περιμένοντας το σύνθημα, την έκρηξη των πυροτεχνημάτων ή το φελλό της σαμπάνιας ή κάτι παρόμοιο και, ίσως-ίσως, λιγότερο εντυπωσιακό, για να δούμε να ανάβουν τα φώτα. Και να γνωριστούμε από την αρχή. Μεταμορφωμένοι, προσωπικοί και ανακαινισμένοι. Όχι πια και, επιτέλους, ήδη όντως εμείς. Κάτι τέτοια μου λέει, σήμερα, ο λογισμός, το όνειρο και μια πολύ πιο απλή, καθημερινή σκέψη, την ώρα που η συννεφιά κάνει ώστε να αναδυθεί η ευκρίνεια των περιγραμμάτων στις απέναντι πολυκατοικίες και ο πέμπτος όροφος μοιάζει στο μυαλό μου σαν το κατάρτι ή τον ιστό αυτού του ιστολογίου ή ιστότοπου ή όπως αλλιώς το λένε, χωρίς σημαία ή λάβαρο ή κάποιο άλλο έμβλημα παρά μόνο με τη μεγαλοπρεπέστατη μπουγάδα, τη δική μου και των γειτόνων, να σαλεύει θριαμβευτικά και να διακηρύσσει ότι οι προσωπικοί άνθρωποι, όλα τα πρόσωπα, όλοι εμείς, Φίλοι και Συγγενείς, είμαστε, δυνητικά πάντα ήδη και αυθεντικά όχι ακόμα, μεταμορφωμένοι, ανακαινισμένοι και καινοί.