Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Η Κατάμαυρη Χρυσή Μας Ευκαιρία

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας. Είναι ήδη τρεις, απομεσήμερο με συννεφιά και ελαφρό αεράκι, με ζεστό καφέ και τσιγάρο και εγώ έχω αφήσει μια χαραμάδα ανοιχτή στην μπαλκονόπορτα του πέμπτου ορόφου για να φυσάω από εκεί τον καπνό, να φαντάζομαι τζάκια, καμινάδες και νιφάδες και να περιμένω τα φαντάσματα του Ντίκενς να περάσουν από το μπαλκόνι για τον απολογισμό μιας ακόμα χρονιάς, μιας ακόμα ζωής. Μιας ακόμα μέρας. Για την ακρίβεια, μόνο μιας ακόμα μέρας. Αυτό είναι ό,τι έχουμε, άλλωστε. Αυτό είναι ό,τι έχουμε όλοι, κάθε στιγμή, το μόνο βέβαιο, το μόνο χειροπιαστό, πραγματικό και δυνητικά αυθεντικό.
Μια ακόμα μέρα. Το αιώνιο παρόν μας. Το εδώ και το τώρα. Αναβαπτισμένα στην αιωνιότητα όπου αντηχούν –και απηχούν. Καθημερινά. Έτσι νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς. Κι έτσι φαίνεται, εδώ που τα λέμε. Η μόνη μας περιουσία. Η ημέρα μας. Μια ακόμα –και βλέπουμε.
Μια ακόμα χρυσή ευκαιρία. Όχι για να είμαστε καλά. Αλλά για να είμαστε καλοί. Για να γίνουμε καλοί. Τόσο απλά. Ωστόσο, αποκλείουμε την ευκαιρία, την περιφρονούμε και την χλευάζουμε. Την αναβάλλουμε. Για ένα ξένο μετά. Για ένα ανοίκειο επέκεινα του εδώ και του τώρα μας. Χαραμίζουμε την ευκαιρία και την τοποθετούμε στο ανύπαρκτο, στο μηδενικό, στο αλλότριο –που είναι το μέλλον. Εδώ και δεκατρείς ημέρες, Φίλοι και Συγγενείς, η πόλη καίγεται. Ξηλώνεται και καταρρέει. Οι άνθρωποι έχουμε γίνει όλοι ορδές. Κρανοφόροι, κουκουλοφόροι, ντουντουκοφόροι, σημαιοφόροι, ροπαλοφόροι. Και λοιπά. Οι δρόμοι τρέμουν στο πέρασμά μας. Η γη τρέμει –τι ανατριχιαστική έκφραση και σε πόσα ανατριχιαστικά παραπέμπει. Δεν περπατάμε, όχι πια. Οι περίπατοι εκφυλίστηκαν σε πορείες. Παρελαύνουμε. Δεν ακούμε ούτε μιλάμε ούτε χαμογελάμε ούτε λυπόμαστε. Φωνάζουμε –τι λέω; Ουρλιάζουμε. Διεκδικούμε, απαιτούμε. Και δεν σκεφτόμαστε. Απλώς, δρούμε.
Με άλλα λόγια: εναγκαλιζόμαστε το (αναυθεντικό) Πραγματικό, το τροφοδοτούμε, το αναπαράγουμε και το ανακυκλώνουμε. Και είμαστε, γινόμαστε η πρώτη του ύλη, η άθλια εύπεπτη τροφή του. Ο Προκρούστης του μεταμοντέρνου μας καπιταλισμού έχει καθίσει σταυροπόδι και βλέπει όλες εμάς τις μαριονέτες να συγκρουόμαστε και χαριεντίζεται και τρώει, τρώει συνέχεια. Διασκεδάζει με αυτή την κατακερματισμένη, θλιβερή ομοιομορφία μας, γλεντά με αυτή την αποσπασματική, πολυμορφική ομοιογένεια των δεκάδων υπό-κουλτουρών –μπάτσοι, αναρχικοί, γονείς, μαθητές, καθηγητές, εργάτες, συνδικαλιστές κ.ο.κ.- που νομίζουμε ότι αντιπαρατίθενται ενώ, στην ουσία, συμπληρώνουν όλες μαζί, ακριβώς επειδή ξεσκίζουν τις σάρκες τους, απαρτίζουν όλες μαζί το μωσαϊκό της ασχήμιας. Το κραταιό, εξουσιαστικό μωσαϊκό της ασχήμιας. Έχουν εκλείψει οι ειδοποιοί διαφορές. Έχουν αρθεί σαρωτικά, έχουν ισοπεδωθεί και, πιο πολύ από τα κτήρια, αυτή είναι η ισοπέδωση που θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Έχουν καλυφτεί όλα τα χάσματα.
Τώρα τελευταία, καλύφτηκε και η τελευταία απόσταση ασφαλείας –αυτή που υποτίθεται ότι την απολάμβαναν οι έφηβοι. Τώρα τελευταία, τους είδαμε να παρελαύνουν κι αυτοί, αγέρωχοι, βλοσυροί και αμείλικτοι –κατ’ ευθείαν στην κρεατομηχανή. Και, για κάποιο λόγο, καμαρώνουμε, είμαστε περήφανοι. Θλιβερό δεν είναι; Παίζουμε όλοι σε ένα παρωχημένο μοντερνιστικό σενάριο και αγνοούμε ότι ο μεταμοντέρνος μας σκηνοθέτης δεν σκοτίζεται, δεν πλήττεται, δεν μπορεί να πάθει απολύτως τίποτα από τα καπρίτσια μας. Διότι, ακριβώς, ο παροξυσμός μας περί κινημάτων και εξεγέρσεων, διυλισμένος, φιλτραρισμένος και μεταλλαγμένος από το μαγικό ραβδί του μεταμοντέρνου αποδεικνύεται ως αυτό που στ’ αλήθεια είναι: φρικτό καπρίτσιο, ατελέσφορο, ανεπαρκές, α-νόητο.
Κρίμα.
Σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή την άρση των αποστάσεων, αυτή την κάλυψη των χασμάτων. Πώς να ανασάνει κανείς; Σε έναν τόπο χωρίς κενά, η ασφυξία είναι το φυσιολογικό επόμενο και αυτό είναι που βιώνουμε. Ο αθηναϊκός μας Δεκέμβρης έχει εξαλείψει το Τυφλό Σημείο Χ. Έχει εισβάλει σ’ αυτό και μας έχει εξορίσει, μας έχει κάνει μιαν εξαιρετικά βίαιη έξωση. Τον αφήσαμε. Τον βοηθήσαμε. Δεν θα έπρεπε, όμως. Ο καθένας μας θα έπρεπε να είναι και να γίνεται και να φέρεται ως το κενό σημείο αυτής της εικόνας του μακελειού και της φρίκης. Το τυφλό της σημείο. Το ζητούμενο δεν είναι «να κάνουμε τη διαφορά», αυτό το σύνθημα του συρμού σε μια εποχή που τα συνθήματα έχουν αντικαταστήσει τη γλώσσα και τη σκέψη. Το ζητούμενο είναι να είμαστε η διαφορά. Να είμαστε το χάσμα που απορροφά τους κραδασμούς. Που επιτρέπει την άρθρωση και την ανάδυση της χρυσής ευκαιρίας.
Της δυνατότητας.
Φίλοι και Συγγενείς, δεν έχει νόημα να σκέφτεται κανείς αν έπρεπε ή όχι να γίνει ό,τι έγινε. Έγινε. Το αιώνιο παρόν μας επιβάλλει να σκεφτούμε τι γίνεται τώρα. Τι γίνεται εδώ και τώρα. Η Αθήνα πήρε φωτιά, θυσιάστηκε για να μας ξυπνήσει. Η Αθήνα έγινε στάχτη γιατί η χρυσή ευκαιρία είναι πάντα, εξ ορισμού, κατάμαυρη. Η πραγματικότητα κάηκε για να ελευθερωθεί η, πάντα ήδη εγγεγραμμένη σ’ αυτήν, δυνατότητα. Για να διανοιχτεί η εξαίσια δυνατότητά μας. Όχι για μιαν επανάσταση. Όχι για μιαν άλλη κυβέρνηση. Όχι για μιαν άλλη υγεία, οικονομία, κοινωνία, εκπαίδευση, αστυνομία. Όχι για ένα άλλο κράτος. Αν θέλουμε να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά σε μια χώρα όπου η πολιτική, ως έννοια, έπαψε να υφίσταται εδώ και χιλιετίες, είμαστε αναγκασμένοι, Φίλοι και Συγγενείς, να σκεφτούμε πρωτίστως και κατ’ εξοχήν –υπαρξιακά.
Η δυνατότητα που αναδύεται στα ερείπια της πραγματικότητάς μας θεμελιώνει και συνιστά την –και συνίσταται στην- αδιαπραγμάτευτη, άμεση, αποφασιστική, δυναμική, διαρκή και καθημερινή ανάληψη της ευθύνης. Για το τράβηγμα κάθε σκανδάλης, για τη ρίψη κάθε μολότοφ, για την καύση κάθε βιβλίου. Για όλους και για όλα. Ενώπιον όλων των άλλων. Δεν πρόκειται για καμιά συλλογική ευθύνη. Ούτε για μια κάποια ατομική ευθύνη. Η ευθύνη που καλούμαστε να αναλάβουμε, η ενοχή που είμαστε ελεύθεροι να οικειοποιηθούμε, Φίλοι και Συγγενείς, είναι εξόχως προσωπική. Ακριβώς έτσι. Και είμαστε όλοι ελεύθεροι, ελεύθερα υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Χωρίς αναβολές. Χωρίς μεσσιανικές μεταθέσεις σε ένα κάποιο επέκεινα. Εδώ και τώρα. Αυθεντικά και αναμφίλεκτα. Είναι η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία να αναγνωρίσουμε το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης που δεν αφορά σε δεκατρείς ή εκατόν-τρεις συγκεκριμένες ημέρες του ιστορικού χρόνου αλλά στην κάθε ημέρα του αιώνιου χρόνου –του προσωπικού μας χρόνου. Της αυθεντικής ύπαρξής μας.
Το κυνήγι των ενόχων, Φίλοι και Συγγενείς, ήταν και θα είναι πάντα κυνήγι μαγισσών. Κυνήγι φαντασμάτων. Αντίθετα με ό,τι έχουμε μάθει να νομίζουμε, τα φαντάσματα μας επιτίθενται και μας στοιχειώνουν ερχόμενα πάντα από το μέλλον. Δεν τα φτάνουμε ποτέ. Δεν τα πιάνουμε ποτέ. Απλώς, τα είμαστε. Για όσο θα κυνηγούμε φαντάσματα, θα είμαστε φαντάσματα, οικτρές σκιές, ομοιώματα. Για όσο θα κυνηγούμε ενόχους, ας το καταλάβουμε, θα είμαστε ένοχοι. Δίχως άλλοθι. Δίχως κανένα άλλοθι. Μπορούμε, λοιπόν, να εξακολουθήσουμε αυτό το αθηναϊκό καρναβάλι του τρόμου και να αναβάλλουμε την αξιοποίηση της ευκαιρίας, την πραγμάτωση της δυνατότητας –φοβάμαι ότι είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε. Από την άλλη, όμως, μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή και κάθε στιγμή, διαρκώς.
Μπορούμε να δικαιώσουμε ετεροχρονισμένα την καταστροφή. Μπορούμε να δικαιώσουμε το αθηναϊκό μας μακελειό. Μπορούμε να δικαιώσουμε τον ίδιο τον Θάνατο, Φίλοι και Συγγενείς. Μπορούμε –αν πάψουμε να δικαιολογούμαστε. Η επανάσταση δικαιολογεί τον Θάνατο. Δικαιολογεί κάθε θάνατο και χαιρέκακα πατά πάνω στα πτώματα. Η ανάσταση, όμως, αυτή είναι που δικαιώνει τον Θάνατο. Και αυτή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση, ένα ζήτημα κοινωνίας προσώπων και όχι πολιτών, έξω από τυφλωμένες συλλογικότητες, εκτρωματικούς ατομικισμούς, μαζικές ψευδό-εξεγέρσεις ηδυπαθούς αυταρέσκειας. Έξω από το αδιαφοροποίητο του προκρούστειου καπιταλισμού που μας συντηρεί και μας εκτρέφει για να μας καταναλώνει την ώρα που εμείς καταναλώνουμε τα καλύτερα προϊόντα του: τις ιδεολογίες, τα συνθήματα, τις αντιστασιακές αυταπάτες, τις παρακρούσεις και τις μελλοντικές, φασματικές, στοιχειωμένες ουτοπίες μας.
Έχουμε πάντα ήδη αυτή τη δυνατότητα για μιαν Πράξη δικαίωσης, Φίλοι και Συγγενείς. Έχουμε πάντα ήδη αυτή την ευκαιρία. Αντίθετα με τις χοντροκομμένες και απλουστευμένες θεωρήσεις τύπου «έργα και όχι λόγια» -ο εύσχημος τρόπος για να εξαπολύσεις ένα συρφετό έξαλλων φανατικών ηλιθίων σταυροφόρων- αυτή η Πράξη δεν διαχωρίζεται από τον Λόγο, δεν είναι κάτι που έπεται ή που προηγείται της σκέψης. Είναι η Σκέψη ως Πράξη και το αντίστροφο. Είναι μια ευθεία, αποφασιστική χειρονομία δικαίωσης που αρθρώνεται στα ερείπια και τα μεταμορφώνει εκ των υστέρων, δημιουργώντας τις αιτίες για τα παρελθόντα στο αιώνιο παρόν, συλλαμβάνοντας τη χρονικότητα του είναι ως το καθ’ ημέρα και διατηρώντας, έτσι, ανοιχτό, ελεύθερο το πεδίο για μια Νέα Αρχή.
Για να γίνουμε, επιτέλους, λίγο καλοί. Τόσο απλά. Διότι ήμασταν τόσο κακοί ώστε, όλοι μαζί και ο καθένας προσωπικά, σκοτώσαμε ένα παιδί. Πυροβολήσαμε ένα άλλο. Κάψαμε την Αθήνα. Κάψαμε τα βιβλία. Αποσυνθέσαμε τη γλώσσα. Καταργήσαμε τη σκέψη. Εφεύραμε τα συνθήματα. Συμμεριστήκαμε τη θανατολαγνεία των δημοσιογράφων. Ακολουθήσαμε και ακολουθούμε πιστά, κατά γράμμα, τις μαγικές οδηγίες του μεταμοντέρνου σκηνοθέτη μας. Δεν θα μας σώσει ένας άλλος σκηνοθέτης. Ούτε ένα άλλο σενάριο. Εξ ορισμού, αυτά θα παραμείνουν αρνητικά –θα παραμείνουν άσχημα. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα να μην τα ακολουθούμε, τα σενάρια και τις σκηνοθετικές οδηγίες της α-σκεψίας. Έχουμε τη δυνατότητα να σκεφτούμε και να πράξουμε. Εδώ και τώρα.
Έχουμε τη δυνατότητα να συγχωρέσουμε. Έχουμε τη δυνατότητα να αγαπήσουμε. Να ελπίσουμε και να πιστέψουμε. Να είμαστε καλοί. Στην κάθε στιγμή της κάθε μας μέρας. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο περίπτερο, στην καφετέρια, στη δουλειά, στο γραφείο, στο σπίτι. Ναι. Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει αυτή τη δυνατότητα αφού αυτή η ίδια αρθρώνει τον εαυτό της στις στερήσεις του πραγματικού ψεύτικου κόσμου μας. Στη στέρηση της ομορφιάς. Της αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αυτό, Φίλοι και Συγγενείς. Η δυνατότητα είναι πάντα ήδη παρούσα. Νικά μέσα στις ήττες μας. Θριαμβεύει μέσα στις προδοσίες μας. Δυναμώνει μέσα στις αδυναμίες και στα σφάλματά μας. Γεννιέται στους θανάτους μας. Σκέφτομαι ότι, εδώ που έχουμε φτάσει, είναι κρίμα να την αφήσουμε για μιαν ακόμα φορά να πάει χαμένη, είναι κρίμα να την αποκλείσουμε πάλι.
Είναι κρίμα να μην κάνουμε ούτε τώρα μια προσπάθεια να είμαστε καλοί. Ας μην παρεξηγηθώ. Δεν μιλάω εδώ για κανέναν μελιστάλακτο ανθρωπισμό ή για ροζ τηλεοπτικούς συναισθηματισμούς με καρδούλες και κορδελάκια. Όπως έχετε καταλάβει, Φίλοι και Συγγενείς, έχουμε να κάνουμε με την πραγμάτωση μιας υπαρξιακής δυνατότητας, της μόνης αυθεντικής. Το ζητούμενο είναι η ίδια η εκ θεμελίων μεταμόρφωσή μας σε αγαπητικά, συγχωρητικά πρόσωπα. Σε αυθεντικά πρόσωπα. Έχω φλυαρήσει πολύ –συγγνώμη γι’ αυτό. Θα κλείσω αμέσως. Υποθέτω ότι το αθηναϊκό μας μακελειό μπορεί να πάρει εξαιρετικά συμβολικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς τη διόλου τυχαία χρονική στιγμή. Κι επειδή τα σύμβολα μπορούν να φωτίσουν και να υποδείξουν, αξίζει να το σκεφτούμε. Εξηγούμαι.
Σε μερικές μέρες, γεννιέται πάλι, επαναλαμβάνει τον εαυτό Του στο αιώνιο παρόν ενός μη-ημερολογιακού χρόνου, ο μόνος Αθώος. Και η δικαίωση της γέννησης αρθρώνεται στις ανοιξιάτικες επαναλήψεις που έπονται και που είναι πάντα ήδη παρούσες. Εκεί όπου κατ’ εξοχήν ανασαίνει η δυνατότητα –η δική μας, η προσωπικής μας δυνατότητα- της ολοκληρωτικής λύτρωσης –στο Κάλλος που δεν δύει. Που αναδύεται. Πάνω στον μόνο πραγματικό θάνατο που υπήρξε ποτέ, Φίλοι και Συγγενείς.
Στον θάνατο του Θανάτου.
Ιδού η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία. Η συνταρακτική, συναρπαστική μας ευκαιρία.
Να ζήσουμε, Φίλοι και Συγγενείς. Τόσο απλά.

Υ.Γ. Εύχομαι σε όλους καλές γιορτές και, φυσικά, μιαν πιο όμορφη, υγιή και δημιουργική –σε όλα τα επίπεδα- καινούρια χρονιά. Ας ελπίσουμε ότι θα είμαστε εδώ για να την δούμε. Για να την ζήσουμε.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Για Το Όργιο της Οργής

Φίλοι και Συγγενείς,

Αυτή τη στιγμή, εννιά η ώρα το βράδυ της Δευτέρας, η ασχήμια που, προχθές, σκότωσε μιαν ακόμα δυνατότητα, μιαν ακόμα ενσάρκωση της Ομορφιάς, αυτή η ίδια ασχήμια με τα δεκάδες διαφορετικά πρόσωπα και προσωπεία, οργιάζει ακόμα θριαμβεύοντας πανηγυρικά. Προτού αρχίσουμε όλοι, πιστοί στην καθιερωμένη μας συνήθεια, να εκφράζουμε τον αποτροπιασμό και την έκπληξη και την οργή μας, προτού εξοργιστούμε με όλους και με όλα εκτός από τους εαυτούς μας, προτού σπεύσουμε να τροφοδοτήσουμε κι άλλο την πανταχού παρούσα ασχήμια, σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, ότι θα έπρεπε, ίσως, να αναλογιστούμε αυτό που είπε κάποιος πολύ, πάρα-πάρα πολύ καλύτερος από εμάς.

"Καθένας από μας είναι ένοχος ενώπιον όλων, για όλους και για όλα."

-Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοβ.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Το Τυφλό Σημείο Χ

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σε όλους! Καλό χειμώνα, καλό Σαββατοκύριακο και άλλα καλά πράγματα. Σκέφτηκα ότι, αφού η κανονικότητα των Σαββατιάτικων εγγραφών στον πέμπτο όροφο πήγε περίπατο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιχειρήσω να την επαναφέρω στην τάξη. Άλλωστε, κάθε μέρα μπορεί να είναι μια καλή μέρα για να βγει κανείς στον πέμπτο όροφο και να κοιτάξει την πόλη, τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Με δεδομένο, βέβαια, τον φόβο για τα ύψη που παίρνω μαζί μου όπου κι αν πάω από τότε που γεννήθηκα, αυτό ίσως να μην είναι και τόσο καλή ιδέα. Μπα. Ο πέμπτος όροφος ξέρει να προστατεύει τους ενοίκους του. Τους ταλαιπωρεί συχνά –η αλήθεια να λέγεται. Αλλά, στο τέλος, τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Και κάτι παραπάνω από αυτό. Στη δική μου περίπτωση, ο πέμπτος όροφος λειτουργεί περίπου ως αυτό το τυφλό σημείο Χ για το οποίο σκέφτηκα να πω, σήμερα, δυο λόγια. Εντάξει. Ίσως και κάτι τις περισσότερο από δυο σκέτα λόγια. Όπως έχετε ήδη ανακαλύψει, η αυτοπειθαρχία που προϋποθέτουν αυτά τα δυο λόγια δεν είναι και το πιο δυνατό μου σημείο. Δεν βαριέσαι. Όπως είπε, κάποτε, ένας μεγάλος συγγραφέας, όταν νιώθεις ότι βρίσκεται στην καρδιά της αβύσσου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κουβεντιάζεις. Μην φανταστείτε καμιά τρομερή άβυσσο, έτσι; Καμιά φορά, όμως, ένα αθηναϊκό δυάρι δεν έχει να ζηλέψει πολλά από τις αβύσσους του Ουγκώ και οποιουδήποτε άλλου –πιστέψτε με. Το ζείτε και οι ίδιοι.
Λοιπόν, στην ουσία. Έλεγα ότι, για μένα, ο πέμπτος όροφος λειτουργεί ως το τυφλό σημείο Χ, το κομμάτι εκείνο του ζωτικού χώρου το οποίο, εντός του συνολικού χώρου, εντός του χώρου της ανθρώπινης κατάστασης, παρουσιάζεται ως η τελευταία σταθερή νησίδα γης για να πατήσει κανείς, κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω, να σταματήσει –συνεχίζοντας να περπατά, στην αεικίνητο στάση του- και να κοιτάξει γύρω του. Να κοιτάξει τη ρευστότητα του χώρου γύρω του. Ο πέμπτος όροφος, Φίλοι και Συγγενείς, ο οποίος μπορεί να πάρει αμέτρητα ονόματα ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιπτώσεις του καθενός από μας, είναι το χωρικό καταφύγιο στο κέντρο των γεγονότων, των καταστάσεων, των ανθρώπων και των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, ο πέμπτος όροφος, το τυφλό σημείο Χ, δεν είναι παρά το μάτι του κυκλώνα. Και για να φανεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η σημασία αυτής της συνθήκης, κλέβω το λογοπαίγνιο ενός σπουδαίου στοχαστή του καιρού μας, του Slavoj Zizek, ο οποίος, παίζοντας με την ηχητική μορφή της αγγλικής γλώσσας, αναβάπτισε αυτό το μάτι του κυκλώνα και το είπε –
I of the storm.
Τα ζηλεύω κάτι τέτοια. Γι’ αυτό και τα κλέβω. Όπως κάνουμε όλοι –ευτυχώς. Ώστε, Φίλοι και Συγγενείς, το εγώ εντός του πέμπτου ορόφου ή, πιο σωστά, το εγώ ως ήδη ο πέμπτος όροφος. Το εγώ ως το μάτι του κυκλώνα. Το τελευταίο σημείο όπου μπορεί κανείς να σταθεί αποφεύγοντας να παρασυρθεί και να διασυρθεί εντός του διαρκούς στροβιλισμού της αν-αυθεντικής ζωής, αυτής που ζούμε καθημερινά. Δηλαδή: της πραγματικής, πλην: αν-αυθεντικής ύπαρξής μας. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πιο ταιριαστή εικόνα γι’ αυτή την καθημερινή μας ζωή από εκείνη των υπέροχων καρτούν άλλων εποχών, με τον τρομερό ανεμοστρόβιλο να πλησιάζει το χωριό των ποντικών ή άλλων εξίσου συμπαθών αηδιαστικών τρωκτικών και να παρασέρνει στέγες σπιτιών, καρέκλες, φράκτες, τραπέζια, λάμπες πετρελαίου, χαρτιά, πένες, απλωμένες μπουγάδες –και λοιπά. Ο κυκλώνα της πραγματικής και πραγματικά ψεύτικης καθημερινότητάς μας λειτουργεί κατά έναν εξαιρετικά παρόμοιο τρόπο δημιουργώντας αυτό το ρεύμα, αυτό τον «περιδινισμό» των ανθρώπων και των πραγμάτων, αυτή την φρικτή καλειδοσκοπική φαντασμαγορία που, στην καλύτερη περίπτωση, μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό σε μια παιδιάστικη έκπληξη, περίπου όπως θα έδειξε ένα Γιαπωνεζάκι το κύμα του τρόμου του μανιταριού λίγο προτού γίνει στάχτη. Στη χειρότερη περίπτωση, βέβαια, μας αφήνει με την ξένη, την αλαζονική μελαγχολία του ηλίθιου που θρηνεί εκ των προτέρων, διπλασιασμένα, τον εαυτό του να περιφέρεται δίχως νόημα σ’ αυτό τον τρελό, καρναβαλικό και κανιβαλικό χορό του α-νόητου.
Ευτυχώς, δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα διότι, η πραγματική και πραγματικά αυθεντική ζωή δεν έχει χώρο για διλήμματα, αντιφάσεις, δίπολα, αντινομίες. Νομίζω ότι αυτά είναι ήδη καλά γνωστά, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω εδώ. Η αυθεντική ύπαρξη –η καθημερινά δυνητική αυθεντική ύπαρξη- δεν είναι μυθολογική και δεν βρίσκεται ποτέ στη θέση του αρσιβαρίστα Ηρακλή που έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στην αρετή και την κακία. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα επιλογής ανάμεσα στο παιδάκι που χειροκροτεί το θάνατό του και τον ηλίθιο που μελαγχολεί εκ των προτέρων, βυθίζοντας το καράβι όπως οι πειρατές του Αστερίξ, μόνο και μόνο για να μην αφήσει τον αόρατο εχθρό να του το βυθίσει νωρίτερα και να πλήξει τον εγωισμό του. Με άλλα λόγια, ο χαζοχαρούμενος και ο μελαγχολικός δεν είναι το δικό μας δίλημμα, Φίλοι και Συγγενείς. Ευτυχώς. Υπάρχει η αναγκαία πολυτέλεια του πέμπτου ορόφου. Του τυφλού σημείου Χ. Που μας καλεί να κάνουμε ένα διακριτικό βήμα έξω από τη φαυλότητα του ανεμοστρόβιλου. Ένα εκ-στατικό βήμα.
Σε αυτή τη διαρκή, καθημερινή εκ-στάση μας, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να συναντήσουμε, επιτέλους, τον προσωπικό μας Άλλο, απαλλάσσοντάς τον από το φορτίο του κυκλώνα, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας και τον Άλλο από την μάταιη, βλακώδη και ανούσια περιφορά του κυκλώνα. Αφήνοντας τον Άλλο να μας απελευθερώσει από την παραζάλη, τη ναυτία του υποτιθέμενου παραλόγου και την πανούκλα της αλαζονικής απελπισίας που θεμελιώνεται μόνο σε αυτή τη συνθήκη του ηλίθιου μελαγχολικού ή του αφελούς χαζοχαρούμενου, των δυο πιο δημοφιλών θυμάτων –και ήδη θυτών και συνεργών- της στροβιλικής ψευδό-πραγματικότητάς μας. Το τυφλό σημείο Χ, με όρους χωρικούς, είναι το πεδίο εκείνο όπου μπορεί να ανασάνει λίγο πιο ελεύθερα το ανέστιο, παραζαλισμένο και υπερφίαλο εγώ μας, το σπίτι στο οποίο πάντα επιστρέφουμε αφήνοντας το εγώ στο κατώφλι και έτοιμοι να υποδεχτούμε και να δεξιωθούμε τον Άλλο –ανακαινίζοντας και λυτρώνοντας το εγώ από τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το τυφλό σημείο είναι που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε, για μιαν πάντα ήδη πρώτη φορά στη ζωή μας, από τη χρόνια εγωτιστική, εγωμανή και εγωκεντρική τύφλωσή μας. Το πρόσωπό μας αναδύεται εντός του τυφλού σημείου και είναι το πρόσωπο που δεν είχαμε δει ποτέ για όσο καιρό το αφήναμε να σκορπίζεται, να διασκεδάζεται στο τρομώδες ντελίριο του υπαρξιακού μας ανεμοστρόβιλου.
Το τυφλό σημείο Χ επιτρέπει στο εκ-στατικό μας βλέμμα να διακρίνει, επιτέλους, αυτό που ήταν πάντοτε παρόν, να διακρίνει Αυτόν ο οποίος ήταν πάντοτε, ως πρόσωπο, παρών. Παρών στο πρόσωπο του Άλλου. Το τυφλό σημείο Χ μας επιτρέπει να δούμε στα πρόσωπα των φίλων και των συγγενών μας, Φίλοι και Συγγενείς –
τον Θεό.
Από αυτή την άποψη, το τυφλό σημείο Χ είναι ο κόσμος. Η πατρίδα και το σπίτι μας. Το τυφλό σημείο Χ είναι η δυνητικά αυθεντική καθημερινή μας ζωή και, ταυτόχρονα, η αφετηρία απ’ όπου μπορούμε να πραγματώσουμε αυτή την έξοχη δυνατότητα για αυθεντική καθημερινή ζωή. Όχι χαζοχαρούμενα. Όχι μελαγχολικά. Αλλά εκ-στατικά. Πάει να πει: χαρούμενα και λυπημένα. Χαρούμενα: για την διάνοιξη της δυνατότητας, αυτής που ανασαίνει εντός του τυφλού σημείου, αυτής που χρειάζεται το ζωτικό χώρο για να αρθρώσει τον εαυτό της και να μας υπενθυμίσει την παρουσία της. Και λυπημένα: για την όχι-ακόμα πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας, για τη διαρκή αναβολή, για τα εγνωσμένα σκαμπανεβάσματα, το πηγαινέλα μας από το τυφλό σημείο Χ στο παρανοϊκό σώμα του κυκλώνα, μπρος-πίσω, για τις ήττες και τις ματαιώσεις και τις απώλειες, για τις μικρές προδοσίες μας.
Αυτό είναι γνωστό και ως χαρμολύπη. Πρόκειται, πολύ απλά, για την υψηλότερη εσωτερική κατάσταση -και όχι συναίσθημα- στην οποία μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Μακάρι να τα καταφέρουμε. Πιστεύω, πάντως, ότι χρειαζόμαστε το τυφλό σημείο Χ για να έχουμε μιαν ακόμα σημαντική ελπίδα να το καταφέρουμε αυτό. Και, βέβαια, οι μορφές του, οι διαστάσεις αυτού ακριβώς του σημείου, ποικίλλουν. Επειδή, όμως, Φίλοι και Συγγενείς, ξέρω ότι έχω ήδη φλυαρήσει αρκετά, επιφυλάσσομαι για μιαν άλλη, μελλοντική εγγραφή. Για μιαν άλλη διάσταση του τυφλού σημείου Χ –χρονική αυτή τη φορά. Με μιαν άλλη προσέγγιση, από μια διαφορετική οπτική γωνία που, για μένα προσωπικά, έχει τεράστια, ζωτική σημασία. Θα δούμε. Μέχρι τότε, σας χαιρετώ -ακριβώς στις τέσσερις και είκοσι-πέντε το απόγευμα αυτής της Παρασκευής που, αν προλάβω, θα το δω να γίνεται σούρουπο από κάποια γωνιά στο κέντρο της Αθήνας. Και από τον πέμπτο όροφο, ταυτόχρονα. Όπως όλοι ξέρουμε, άλλωστε, ο πέμπτος όροφος -με όλες τις εναλλακτικές του εκδοχές- μας ακολουθεί παντού.
Τι σόι τυφλό σημείο Χ θα ήταν αν δεν το έκανε;