Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Τοπολογία

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας! Είναι η πιο ωραία ώρα της ημέρας, λίγο πριν από τις έξι –και το δειλινό κυριαρχεί με το γκρίζο και γαλάζιο φως, τον κομιστή της ευκρίνειας. Και της διαύγειας. Είναι η μέρα που μεγαλώνει –από τι άλλο θα μπορούσε να τραφεί αν όχι από σκοτάδι; Γι’ αυτό προτίμησα να ακυρώσω την καθορισμένη για το Σαββατοκύριακο επίσκεψη στον –και από τον- πέμπτο όροφο και να βγω στο μπαλκόνι αυτή την Τετάρτη. Φαινομενικά, έχουν αραιώσει οι καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου. Φαινομενικά, όμως. Διότι, εκτός από μπαλκόνι, ο πέμπτος όροφος διαθέτει και ένα σωρό μικροσκοπικές κάμαρες –σημειωματάρια, τετράδια, σχεδιάσματα και επιστολές. Διαθέτει και ένα κεντρικό σαλόνι που δεν προλαβαίνει να φιλοξενήσει πρόσωπα –ναι, ακριβώς: μυθιστορήματα. Από αυτή την άποψη, οι καταχωρήσεις στον πέμπτο όροφο έχουν πυκνώσει. Και η περιφορά στο μπαλκόνι που έχει θέα όλο αυτό το ψηφιακό σύμπαν ήταν, κατά κάποιο τρόπο, πολυτέλεια. Παραμένει πολυτέλεια. Αλλά έτσι όπως έχει η μέρα αυξήσει τον εαυτό της, η πολυτέλεια, πάντοτε αναγκαία άλλωστε, επιτρέπεται.
Αυτές τις μέρες, Φίλοι και Συγγενείς, με απασχόλησε αρκετά η γεωγραφία του πέμπτου ορόφου. Μια διαρκής περιπλάνηση σε νοερές κάμαρες, σαλόνια, αίθουσες, κατακόμβες και τύμβους –κυρίως σ’ αυτούς. Με απασχόλησε η γεωλογία, η εξόρυξη. Η γεωγραφία του κόσμου. Των τόπων της ύπαρξής μας. Κοντολογίς: η τοπολογία μας. Θέλω να την χαρτογραφήσω κάπως συμβατικά. Εδώ που τα λέμε, μόνο συμβατικά μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει οτιδήποτε. Θα μας διαφεύγουν πάντα οι λεπτές ακτογραμμές, τα κρυφά περιγράμματα, τα καινούρια έργα της παλίρροιας, ό,τι δημιουργεί η γλυπτική μεγαλοφυΐα της θάλασσας. Θα μας διαφεύγει πάντα η ακρίβεια των ειδοποιών διαφορών –των μόνων που υπάρχουν. Διότι δεν θα εφευρεθεί –ευτυχώς- ποτέ κανένας δορυφόρος για να πάρουμε σχετικές φωτογραφίες. Η χαρτογράφηση και η περιγραφή θα παραμένει συμβατική. Σχηματική –ελπίζοντας ότι δεν θα είναι και χοντροκομμένη. Ελπίζοντας ότι θα είναι αρκούντως ενδεικτική. Και τα υπόλοιπα, Φίλοι και Συγγενείς, τα υπόλοιπα ευρήματα, τα υπόλοιπα στοιχεία και σημεία των τόπων μας, όλα αυτά είναι υπόθεση του καθενός.
Είναι ακροβασία του καθενός από μας. Περίπατος, εξισορρόπηση και στάση εκστατική στα όρια της ακτής, του γκρεμού και της θαυμάσιας αβύσσου των ημερών και των έργων μας. Και όταν κουραζόμαστε ή ζαλιζόμαστε –λοιπόν: ένα μικρό βήμα προς τα πίσω και ένα φλιτζάνι τσάι ή καφές είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεται.
Η τοπολογία της ύπαρξης, λοιπόν. Η ιστορία, η εικόνα, η περιγραφή και η όντως θέαση των τόπων μας. Των δυο αχανών τόπων μας. Αυτής της διπλής έκτασης όπου έχουμε ριφθεί. Ας πούμε δυο λόγια γι’ αυτές τις δυο μας πατρίδες. Οι οποίες, για την ακρίβεια, είναι τρεις –αλλά η τρίτη θα πρέπει να περιμένει ώσπου να μεγαλώσω λιγάκι. Τέλος πάντων. Ας αρχίσουμε.
Όσοι από εσάς, Φίλοι και Συγγενείς, μου έχετε κάνει τη χάρη να ρίξετε μια ματιά στις προηγούμενες καταχωρήσεις του πέμπτου ορόφου, θα έχετε καταλάβει ότι η διαλεκτική σκέψη δεν είναι ακριβώς το χόμπι μου –προτιμώ τα βελάκια και το σκάκι, ας πούμε. Η θέση και η αντίθεση και τα συναφή δεν αποτελούν σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς μου –τα επισκιάζουν οι καφέδες. Οι αντινομίες, τα διλήμματα και οι διχοτομίες μπορεί να είναι ένας καθώς πρέπει τρόπος για να περάσεις προφορικά την ώρα σου και να την σκοτώσεις δίχως έλεος αλλά όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν πολύ καλύτερα πράγματα να κάνεις χωρίς, απαραίτητα, να υποχρεώσεις σε αυτοκτονία τον χρόνο. Το ηθικό δίδαγμα αυτής της παροιμιώδους εισαγωγής είναι ότι οι δυο τόποι αποτελούν ένα εξαιρετικά συμβατικό σχήμα λόγου, απαραίτητο για να συνεννοούμαστε. Ουσιαστικά, ο καθένας από μας είναι ένας τόπος. Αλλά ούτε καν το ψηφιακό μου μπαλκόνι δεν είναι τόοοοσο μεγάλο. Και αφού το ξεκαθαρίσαμε αυτό, συνεχίζω ακάθεκτος.
Οι δυο μας τόποι είναι, φυσικά, όμοροι. Τους χωρίζει μια λεπτή γραμμή. Η οποία, στην πραγματικότητα, τους ενώνει. Τους επιτρέπει να επικοινωνούν. Να βρίσκονται σε διαρκή επαφή. Να συγκοινωνούν –έχετε την άδειά μου να σκεφτείτε και δοχεία, ο μόνος λόγος που δεν χρησιμοποιώ μια τέτοια εικόνα είναι η κλειστοφοβία μου. Προτιμώ τους τόπους. Είναι πιο ευάεροι. Χάριν συνεννόησης και πάλι, σπεύδω να βαφτίσω αυτούς τους δυο τόπους για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο σαφές. Πρόκειται για το Δυνητικό και το Πραγματικό –εντάξει, δεν έχω καμιά πρόθεση να εντυπωσιάσω κανέναν. Ιδού οι τόποι μας, λοιπόν. Η διπλή επικράτεια της ύπαρξής μας. Οι περισσότεροι από εμάς, Φίλοι και Συγγενείς, διατελούμε εντός του Πραγματικού για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Δεν θέλω να επαναλάβω κοινοτοπίες που τις έχω ήδη σημειώσει σε παλιότερες καταχωρήσεις. Υπενθυμίζω, απλώς, τη γνώριμη εικόνα αυτού του πρωταρχικού μας τόπου.
Είναι ο κόσμος των αντικειμένων και των παραστάσεων. Το σύμπαν των φαινομένων και των συμβάντων. Είναι η Ιστορία των ανθρώπων, επίσημη και υπόγεια, η ιστορία των ιδεών και της σκέψης, η ιστορία της πολιτικής και των πολέμων. Η ιστορία του Θανάτου –στην προκείμενη περίπτωση, η γενική είναι υποκειμενική. Είναι η ιστορία που γράφει ο Θάνατος. Ή που υπογράφει ο Θάνατος. Αρκετά ευθυμήσαμε. Συνεχίζω: ο πρωταρχικός μας τόπος, Φίλοι και Συγγενείς, είναι ο εντελώς ψεύτικος πραγματικός κόσμος. Καλώς ή κακώς, είναι ο μόνος που έχουμε, για την ώρα. Είναι ο μόνος χειροπιαστός και προσιτός. Ο μόνος απτός. Με άλλα λόγια, είναι η πιο κοντινή και πρόχειρη πρώτη μας ύλη.
Οι οπαδοί των διλημμάτων, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν διαπρεπείς ποιητές, φιλόσοφοι και επιστήμονες, θα πρόβαλλαν αμέσως την αδιαπραγμάτευτη αξίωση: ή έξω από ή μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Θα μας προκαλούσαν να διαλέξουμε και να ποντάρουμε το Είναι μας είτε όλο εδώ είτε όλο εκεί. Κι επειδή οι οπαδοί των διλημμάτων τρελαίνονται για φιλοσοφικούς όρους, θα το διατύπωναν περίπου ως εξής: ιδεαλισμός ή θετικισμός, μεταφυσική ή φαινομενολογία και οντολογία και λοιπά και λοιπά. Βεβαίως, τώρα τελευταία, οι οπαδοί των διλημμάτων πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά και κατήργησαν και το εδώ και το εκεί. Εντούτοις, δεν μας έκαναν το χατίρι να εγκαταλείψουν τα διλήμματα –κι ας ισχυρίζονται ότι το έκαναν.
Στον μεταμοντέρνο μετά-τόπο, το καταργημένο εδώ και το καταργημένο εκεί έδωσαν τη θέση τους σε ένα πλήθος από αλλού. Θα ήταν αποκαρδιωτικό αν δεν έδινε τροφή σε ένα σωρό καλά αστεία. Τα οποία θα κρατήσω για μιαν άλλη φορά. Επιστρέφω στους τόπους μας.
Στο εδώ, στο εκεί και σε όλα τα χρυσοποίκιλτα αλλού μας. Τα οποία δεν αλλοιώνουν το απλουστευτικό σχήμα Δυνητικό-Πραγματικό καθώς το μεταμοντέρνο πολλαπλασίασε τον πραγματικό ψεύτικο κόσμο μας, τον κατακερμάτισε αποκλείοντας ακόμα περισσότερο τις ήδη κλειστές δυνατότητές μας. Το μεταμοντέρνο έφτιαξε μια πληθώρα συλλογικών υπό-διαιρέσεων του Πραγματικού. Στενεύοντας κι άλλο τον ορίζοντα. Στενεύοντάς τον τόσο ώστε είναι ευχής έργον που ακόμα μπορούμε να ανασαίνουμε. Που δεν έχουμε αλληθωρίσει. Αφού μπορούμε και βλέπουμε, λοιπόν, ας εξακολουθήσουμε την περιήγηση. Την τοπολογία.
Όπως έλεγα, ο δεύτερός μας τόπος είναι το Δυνητικό. Είναι αυτός ο τόπος που, συνήθως, διατηρείται ανοιχτός από τα έργα τέχνης –από τα περισσότερα, εν πάση περιπτώσει. Εδώ κατοικεί ό,τι ένας πολύ ωραίος τύπος, ο Heidegger, ονόμαζε σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Αυτός ο δεύτερος τόπος μας συνορεύει με το Πραγματικό –πλην: δεν βρίσκεται πλάι του αλλά μέσα του. Είναι εγκατεστημένος, εγκαθιδρυμένος μέσα και γύρω από το Πραγματικό. Ώστε –για τους οπαδούς των διλημμάτων το λέω- οι δυο τόποι μας χρειάζονται ο ένας τον άλλο. Δεν συνορεύουν, απλώς. Συνδέονται οργανικά. Συμπληρώνονται. Το Πραγματικό μπορεί να αναπνέει και να μην αλληθωρίζει μέσα από το Δυνητικό. Και το Δυνητικό μπορεί ξεφεύγει από την ολική αφαίρεση και την εξαφάνιση επειδή, πολύ απλά, υπάρχει το απτό και χειροπιαστό θεμέλιο του Πραγματικού στο οποίο θα στερεωθεί.
Το αυτονόητο συμπέρασμα όλης αυτής της –ελπίζω όχι και τόσο δυσάρεστης- φλυαρίας είναι αυτό που ένας εξαιρετικά αγαπητός τραγουδοποιός, ο Σαββόπουλος, ομολογεί χωρίς δισταγμούς:
Μην πετάξεις τίποτα.
Ακριβώς έτσι. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πετάξουμε τίποτα, Φίλοι και Συγγενείς. Δεν χρειάζεται να πετάξουμε ή να αποκλείσουμε τίποτα. Ας μην παρεξηγηθώ: θα ήταν θαυμάσια αν έλειπαν όλα αυτά τα συμβάντα και τα φαινόμενα και τα αντικείμενα τα οποία καθιστούν εντελώς ψεύτικο τον πρωταρχικό, πραγματικό κόσμο μας –δεν χρειάζεται καν να τα αναφέρω, οι τελευταίοι μήνες ήταν γεμάτοι από αυτά. Ωστόσο, εφόσον αυτά υπάρχουν, εφόσον όσοι σωτήρες-επαναστάτες είπαν ότι θα τα καταργήσουν κατάφεραν να τα ανακυκλώσουν και να τα κάνουν ακόμα πιο φρικτά και εφόσον όλοι εμείς είμαστε ελεύθερα υποχρεωμένοι να ζούμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα μαζέψουμε ένα-ένα, να τα συγκεντρώσουμε ήρεμα και ήσυχα και να τα αναφέρουμε στον δεύτερο τόπο μας. Να τα αναφέρουμε στο Δυνητικό και να τα θεμελιώσουμε ξανά απ’ την αρχή στις δικές του εκτάσεις.
Να τα εμπιστευτούμε στη σιωπηλή δύναμη του ενδεχόμενου. Που την συντηρούν οι καλλιτέχνες αλλά που δεν αποτελεί προνόμιο ή δικαίωμα αποκλειστικό των καλλιτεχνών. Που είναι ήδη μια καθολική υπαρκτική δομή –του καθενός μας. Που –μπορεί να- είναι κομμάτι της ρουτίνας μας. Μπορούμε, Φίλοι και Συγγενείς, να μετατοπίσουμε ελαφρώς το κέντρο βάρους μας –ένα βήμα απόσταση είναι όλο κι όλο- και να πάψουμε να στεκόμαστε και με τα δυο πόδια στον ψεύτικο πραγματικό μας κόσμο χωρίς να πάψουμε να βρισκόμαστε στο Πραγματικό. Μπορούμε να συμμαζέψουμε τα έργα και τις ημέρες μας και να τα τοποθετήσουμε στην αχανή προοπτική, στον απέραντο ορίζοντα του Δυνητικού, εκεί όπου η Ομορφιά συναντά τον πλήρη εαυτό της –η Ομορφιά που είναι πάντα ήδη αρθρωμένη μέσα στο Πραγματικό, πολύ χειροπιαστή και πάρα-πάρα πολύ κοντινή και προσιτή.
Τελικά, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να ζήσουμε λίγο παραπάνω μέσα στο δεύτερο τόπο μας, μέσα στη συμπαγή ελαφρότητα της Δυνατότητας, μέσα στη ριψοκίνδυνη ασφάλεια του Δυνητικού. Μπορούμε να το εμπιστευτούμε με μιαν εμπιστοσύνη τόσο τυφλή ώστε, πλέον, θα βλέπει τα πάντα. Και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να μας απειλεί καμιά σχιζοφρένεια, καμιά διχοτομία ή διχογνωμία. Χωρίς διλήμματα. Χωρίς το εδώ ή το εκεί ή το αλλού να μας διεκδικούν και να μας διχάζουν. Χωρίς να πρέπει να αποκλείσουμε τίποτα εκτός από την αποκλειστικότητα του Πραγματικού. Μπορούμε, είμαστε ελευθέρα υποχρεωμένοι να ζούμε στο Πραγματικό και να μαζεύουμε την εντελώς ψεύτικη πρώτη του ύλη και να την αναφέρουμε διαρκώς στο Δυνητικό και να την βλέπουμε –ναι: να μεταμορφώνεται. Να ζωοποιείται και να δικαιώνεται. Να μαζεύει τα μπογαλάκια της και να ετοιμάζεται να μετατοπιστεί για μια τρίτη και τελευταία φορά στην τρίτη, ολόπρωτη και παντοτινή μας πατρίδα.
Στον Αυθεντικό Τόπο των Ζωντανών.
Ο οποίος βρίσκεται και εδώ και εκεί και κάπου αλλού. Ο οποίος βρίσκεται στον καθένα από εμάς. Ο οποίος δυνητικά είναι ο καθένας από εμάς.
Αλλά, Φίλοι και Συγγενείς, είμαι κομματάκι μικρός για να μιλήσω όσο θα ήθελα για αυτή την πατρίδα. Ίσως μιαν άλλη φορά. Κι έτσι όπως νύχτωσε, κλείνω σιγά-σιγά την μπαλκονόπορτα. Η χαρτογράφηση ήταν μόνον ενδεικτική -ή έτσι ελπίζω εγώ, εν πάση περιπτώσει. Οι λεπτομέρειες δεν αφορούν κανέναν επειδή μας αφορούν όλους με έναν καταπληκτικά προσωπικό τρόπο. Και είμαι αισιόδοξος ότι θα τις εντοπίσουμε και θα τις αξιοποιήσουμε. Τις πιο όμορφες ακρώρειες των υπαρξιακών μας δυνατότητων.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Το Σταμάτημα

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλωσορίσατε στο 2009! Κι εσείς εδώ, ε; Κι εγώ επίσης. Δεν ξέρω αν το πιστεύαμε πραγματικά αλλά η νέα χρονιά τα κατάφερε. Ήρθε στην ώρα της. Πάρτε μιαν ανάσα ανακούφισης –διότι, αντίθετα με ό,τι ακούγεται δεξιά κι αριστερά, τίποτα δεν ήταν σίγουρο. Εντάξει. Τώρα υποθέτω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε. Ξεπερνώντας την έκπληξη της άφιξης. Θεωρητικά, τουλάχιστο. Είναι απομεσήμερο Σαββάτου –και το επισημαίνω μόνο και μόνο επειδή ο πράσινος ανθρωπάκος μέσα στον υπολογιστή μου λέει απίστευτες βλακείες σχετικά με τη χρονική στιγμή των καταχωρήσεων. Των σημειώσεων του πέμπτου ορόφου. Ο οποίος, μετά και από την επιτυχημένη έλευση του 2009, παραμένει πέμπτος. Και παραμένει όροφος. Μερικές αξίες είναι σταθερές, όπως και να το κάνουμε.
Ο πέμπτος όροφος είναι μια από αυτές.
Οι υπέροχοι αστυνομικοί και οι συγκινητικοί διαδηλωτές είναι μια ακόμα.
Το Ισραήλ και η Παλαιστίνη, επίσης –για να μην ξεχνιόμαστε.
Η οικονομική κρίση δεν ήταν και ο ορισμός της σταθερής αξίας. Θα γίνει, όμως. Λίγη καλή θέληση χρειάζεται, τίποτα παραπάνω.
Το βέβαιο είναι ότι δεν θα χάσουμε καμιά αίσθηση οικειότητας με τον κόσμο και με τον χρόνο. Ούτε φέτος. Ούτε τώρα. Άλλη μια ανάσα ανακούφισης. Αφού φτάσαμε ως εδώ, την αξίζουμε.
Χμ.
Φίλοι και Συγγενείς: κομμένη η ειρωνεία. Παρασύρθηκα από τον οίστρο –απολογούμαι γι’ αυτό. Δεν είναι ώρα να γινόμαστε πικρόχολοι ή κακόπιστοι. Πώς αλλιώς; Μεσημέρι είναι ακόμα. Έρχομαι στην ουσία –προς το παρόν μπορεί να μην φαίνεται αλλά, πιστέψτε με, υπάρχει. Όπως όλες οι καθώς πρέπει ντίβες, προετοιμάζει τον εαυτό της. Μιλώντας για κάτι φαινομενικά άλλο. Μιλώντας, εν προκειμένω, για τον χρόνο. Για την έλευση –πιο σωστά: για τη διέλευση. Και για την παρέλευση. Κυρίως γι’ αυτή. Η προέλευση δεν μας νοιάζει. Ανήκει σε άλλη ιστορία, κατά προτίμηση νυχτερινή. Επειδή δεν υπάρχει κανένας λόγο να νυχτώσουμε εδώ, όμως, ας περιορίσουμε λίγο το λόγο περί χρόνου. Ας τον συντομεύσουμε. Για να γλιτώσουμε χρόνο –θα έλεγε κάποιος ο οποίος, αντίθετα με μένα, πιστεύει ότι ο χρόνος κινδυνεύει από κάτι και, ως εκ τούτου, μας έχει διορίσει σωτήρες του. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Πάντα ήταν. Απλώς, δεν είχαμε διάθεση να την κοιτάξουμε.
Δεν είχαμε χρόνο. Ή έτσι νομίζαμε.
Αυτή είναι και η φράση-κλειδί, Φίλοι και Συγγενείς –τουλάχιστο για τη σημερινή καταχώρηση. Η φαντασιακή ανεπάρκεια του χρόνου. Πιο απλά: αυτό που μας κάνει να βιαζόμαστε. Να τρέχουμε για να προλάβουμε. Με αναπόφευκτο κόστος να προσπερνούμε την αυθεντική πραγματικότητα. Να προσπερνούμε την ουσία –τσα! Σας το είπα ότι κάπου εδώ γύρω ήταν και ότι θα φανερωνόταν, αργά ή γρήγορα. Συνεχίζω. Ο χρόνος, λοιπόν. Και η τραγελαφική μας προσπάθεια να τον γλιτώσουμε από τον εαυτό του. Να γλιτώσουμε εμείς οι ίδιοι από τον χρόνο. Να τον ξεπεράσουμε. Να του ξεφύγουμε. Μια έξοχη εκδήλωση αυτού που ονομάσαμε τραγικότητα για να νιώθουμε κάπως ηρωικοί, κάπως σημαντικοί –κάπως μυθιστορηματικοί. Για να μην νιώθουμε, απλώς, γελοίοι καθώς ματαιοπονούμε να καταργήσουμε τον χρόνο σε έναν αγώνα δρόμου με τη σκιά μας –ο ήλιος είναι πάντα πίσω μας αλλά κανείς δεν φαίνεται να προβληματίζεται γι’ αυτό. Ερχόμαστε πάντα δεύτεροι αλλά η απόγνωση μεταμφιέζεται σε πιθανότητα ενός γραφείου στοιχημάτων –και εξάπαντος όχι σε ελπίδα!- και μας προτρέπει σε μια φρικτή επανάληψη. Σε μιαν ακόμα καρικατούρα μαραθωνίου. Ενάντια στο χρόνο. Ενάντια στη σκιά μας. Ενάντια στον εαυτό μας. Και σε όλους τους άλλους.
Για κάποιους οι οποίοι είναι τόσο ασφυκτικά δεσμευμένοι στην κατάλυση του χρόνου, για κάποιους οι οποίοι είναι τόσο εξουθενωτικά αφοσιωμένοι στη βιασύνη και το τρέξιμο εναντίον του χρόνου, το γεγονός ότι στήνουμε τέτοιες φιέστες για να γιορτάσουμε την έλευση κάθε νέας χρονιάς συνιστά μιαν εξωφρενική παραδοξότητα –η οποία, και πάλι, δεν φαίνεται να μας απασχολεί γιατί περνά γρήγορα, ξημερώνει η καινούρια μέρα και η κούρσα ξαναρχίζει. Ο αφέτης, στην προκειμένη περίπτωση, δεν κρατά κανένα πιστόλι. Κρατά μυδραλιοβόλο. Και τα μπατζάκια παίρνουν φωτιά –όπως θα το έθετε κανείς φιλοσοφικά μιλώντας. Πώς ξεσκίζουμε, αλήθεια, τις σάρκες μας αγωνιώντας να προλάβουμε τον χρόνο, Φίλοι και Συγγενείς –είναι εντυπωσιακά θλιβερό. Πώς δεν ζούμε αγωνιώντας να προλάβουμε να ζήσουμε.
Κάπως έτσι, αυτός ο αγώνας δρόμου μεταλλάσσεται και παρουσιάζεται, πια, ως ομηρία. Ομηρία στον χρόνο. Αλλά και ο χρόνος ο ίδιος παρουσιάζεται ως ομηρία. Ως μια συνθήκη φρικτής ομηρίας, παραλυτική και κλειστοφοβικά ασφυκτική. Πόσα τεχνάσματα για να ξεγελαστεί αυτός ο αόρατος εχθρός –και πόση φθορά. Χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Χωρίς τέλος. Το καλύτερο και το περισσότερο που καταφέρνουμε είναι να ξεγελάμε τον εαυτό μας με έντεχνη μέθη, καρναβαλική και ψευδό-εορταστική η οποία, μόλις ξεθυμάνει, μας αφήνει εμβρόντητους να παραμιλούμε για: τον χρόνο που χάσαμε. Κρίμα δεν είναι; Είμαστε όμηροι σε αυτή την φαύλη ανακύκλωση ενός ουδέτερου και εξουδετερωμένου χρόνου που περιστρέφεται ιλιγγιωδώς γύρω από τον εαυτό του, που επιστρέφει, που επαναφέρει και εγγράφει εκ νέου τον εαυτό του πάνω μας –εις βάρος μας. Η ανθρώπινη ύπαρξη ως ημερολόγιο καταστρώματος, ως κουπαστή, ας πούμε, που έχει γεμίσει χαρακιές / μέρες, που έχει ήδη πριονιστεί και έχει βουλιάξει. Στη δίνη του χρόνου και όχι, βέβαια, σε κάποιο γαλήνιο βυθό –έστω θανάτου. Με άλλα και, ίσως-ίσως, πιο απλά λόγια, είμαστε τα ζόμπι του χρόνου και κάθε μας επίμονη, εναγώνια προσπάθεια να τον προφτάσουμε και, αν είναι δυνατόν, να τον ξεπεράσουμε κιόλας, μας καθιστά ακόμα πιο απέθαντους –άρα: ακόμα λιγότερο ζωντανούς.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα –δηλαδή επίσης αυτά και όχι κάποια άλλα, σχήμα λόγου είναι- να με απασχολούν, τις προηγούμενες ημέρες, Φίλοι και Συγγενείς, καθισμένος σε μιαν αθηναϊκή καφετέρια, είχα μια φαεινή ιδέα γύρω από εμάς και την πολυδιαφημισμένη σχέση μας με το χρόνο. Όπως όλες οι μεγάλες ιδέες, είναι απερίγραπτα κοινότοπη. Αλλά ποιος κρατά λογαριασμό για τις κοινοτοπίες και τις πρωτοτυπίες που ξεστομίζει ο καθένας μας; Όχι εγώ, πάντως. Λοιπόν, ιδού:
Τι θα λέγατε για ένα σταμάτημα;
Συνταρακτική δήλωση. Όχι παίζουμε, όπως λέω πάντα. Πίσω στο θέμα, όμως. Που δεν είναι, πια, μόνο ο χρόνος. Που είναι και το σταμάτημα. Όχι, όμως, το σταμάτημα του χρόνου –αυτό ανήκει στα μυθιστορήματα και, ενίοτε, όχι στα καλύτερα από αυτά. Μιλάω για το δικό μας σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς. Για τη διακριτική μας αποχώρηση από την κούρσα. Για την αποβίβαση από το πλοίο που βυθίζεται. Για το ένα και μόνο μικρό βήμα που χρειάζεται για να γλιστρήσουμε έξω από το φαύλο κύκλο του ανακυκλωμένου χρόνου. Μιλάω για τη δική μας, αποφασιστική εκ-στατική στάση εντός του αυθεντικού χρόνου –και όχι πια πίσω ή ξοπίσω του. Πρόκειται για την αεικίνητο στάση μας σε έναν αιωνίως παροντικό, μεταμορφωμένο, διευρυμένο και ευρύχωρο χρόνο –σε έναν «κενό» χρόνο. Έτσι μόνο κερδίζονται οι κούρσες με το χρόνο, τη σκιά και τον εαυτό μας. Έτσι μόνο λύεται η ομηρία και γινόμαστε ξανά, πάντα ήδη και για πρώτη-πρώτη φορά αυθεντικά ελεύθεροι. Παύοντας να καταδιώκουμε τον χρόνο. Καταδυόμενοι ήσυχα μέσα του, σταματώντας και αφήνοντάς τον να προπορευτεί και να μας φέρει ό,τι χρειαζόμαστε. Εξηγούμαι.
Το σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι μια στιγμιαία ενέργεια ή μια πράξη που αρχίζει και τελειώνει. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι μόνο αυτό. Το σταμάτημα, πρωτίστως, είναι ένας τρόπος της ύπαρξης. Κατά τη γνώμη μου, είναι ο μόνος γνήσια οικείος τρόπος να υπάρχουμε. Ο μόνος προσωπικός τρόπος –που ανανεώνεται καθημερινά. Όπως επισημάνθηκε νωρίτερα, είναι αυτή η εκ-στατική στάση εντός του αυθεντικού, προσωπικού χρόνου που συμπυκνώνει τα πάντα στο εδώ και στο τώρα και που μεταμορφώνεται σε πάντοτε, στην αιωνιότητα της κάθε μέρας. Είναι η ανησυχαστικά και ενθουσιαστικά ήσυχη έκστασή μας στην καρδιά του χρόνου καθώς παύει η μετάθεση των πραγμάτων και των συμβάντων σε ένα φανταστικό επέκεινα. Το σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς, επιτρέπει την εκ νέου διάνοιξη του ορίζοντα των δυνατοτήτων μας, τη διεύρυνση των προοπτικών. Τρέχοντας βιαστικά για να φτάσουμε τον χρονικό ορίζοντα, δεν του επιτρέπουμε να ανοίξει για να μπορέσουμε να τον δούμε. Δεν τον βλέπουμε καν. Γινόμαστε όμηροι της δικής μας αστοχίας. Της αφελούς μας παρόρμησης. Νομίζουμε ότι δεν έχουμε χρόνο.
Αλλά δεν είναι έτσι. Έχουμε. Όπως θα έλεγε κάποιος: μερικές φορές, ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε.
Για να επανέλθω στο σταμάτημα, ό,τι μας προσκομίζει είναι η νηφάλια μέθη της θεωρίας, της θέασης των γεγονότων και των ανθρώπων και των πραγμάτων. Η θεωρία του κόσμου. Ό,τι μας επιτρέπει είναι το αυθεντικό βίωμα της καθημερινής αναφοράς στην πηγή και, τελικά, στην κατάληξη του χρόνου –στην αιωνιότητα. Να που, θέλοντας και μη, προέκυψε και η προέλευση του χρόνου. Γιατί όχι; Έτσι όπως έχει συννεφιάσει έξω, είναι λες και έφτασε ήδη το δειλινό. Λες και νυχτώνει. Νομίζω, λοιπόν, ότι, σταματώντας, ο άνθρωπος εκχερσώνει μιαν περιοχή του χρόνου, ένα πεδίο του χρόνου –το εκκενώνει. Και μέσα εκεί, στην παντεπόπτρια τυφλότητα αυτού του κενού χρονικού σημείου, θεμελιώνεται στο Αιώνιο, θεμελιώνεται στο αθεμελίωτο. Ιδού τα μόνα θεμέλια που δεν θα σκουριάσουν ποτέ, που αντέχουν σε όλους τους καθημερινούς σεισμούς της ύπαρξής μας. Ξαναγεννιέται κανείς εκεί και μεταμορφώνεται. Παύει να αγκομαχά κυνηγώντας τα γεγονότα και εγκαταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια του όντως χρόνου ο οποίος του παρουσιάζει τα γεγονότα, του τα επιστρέφει –του τα προσφέρει. Ησυχάζει μέσα στην πιο συναρπαστική ησυχία, αυτήν που δεν έχουμε ποτέ καταφέρει να επινοήσουμε ή να φανταστούμε. Αυτήν που υπάρχει στο σταμάτημα. Αυτήν που μπορούμε, που είμαστε ελεύθεροι να την κοιτάξουμε, να την βρούμε και να την οικειοποιηθούμε. Έτσι κι αλλιώς, είναι η μόνη που μας είναι όντως οικεία –αντίθετα με ό,τι έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε. Αντίθετα με ό,τι έχουμε συνηθίσει, γενικά.
Για να μην παρεξηγηθώ, επιτρέψτε μου ακόμα να επισημάνω ότι το σταμάτημα δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, αδράνεια ή απραξία –κάθε άλλο! Είναι η όντως δράση καθώς, όσο σερνόμαστε πίσω από τον χρόνο που νομίζουμε ότι χάνεται, δεν κάνουμε παρά να αντιδρούμε και, μάλιστα, να αντιδρούμε σπασμωδικά. Φίλοι και Συγγενείς, ας σκεφτούμε τις λέξεις: βιαζόμαστε. Προσπερνώντας –για ευνόητους λόγους- τις όποιες πιθανές διαστροφές, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που να αρέσκεται πραγματικά στο να τον βιάζουν, έτσι δεν είναι; Πάμε παρακάτω. Το σταμάτημα δεν σημαίνει, επίσης, ούτε την όποια συμφιλίωση της κυρίας Τάδε με τις ρυτίδες της. Δεν σημαίνει την καλοκαιρινή άδεια του υπαλλήλου Δείνα απ’ το γραφείο για να ξεγελάσει τον χρόνο και να δει τα παιδιά του ή τη γυναίκα του. Το σταμάτημα, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι διακοπή, παρένθεση ή ανάπαυλα.
Το σταμάτημα είναι η εγκατάστασή μας σε ένα κενό σημείο του χρόνου εντός του οποίου μπορούμε να ανασάνουμε και να δούμε και να ακούσουμε. Εντός του οποίου μπορούμε να ακουστούμε. Εντός του οποίου, κυρίως, μπορούμε να συναντηθούμε πραγματικά με τους άλλους. Το σταμάτημα επιτρέπει, τελικά, την αποκατάσταση, τη γνήσια αποκατάσταση της συνέχειας του χρόνου. Καταργεί την αποσπασματικότητα και τον κατακερματισμό μιας πολλαπλότητας στιγμών, μεταστοιχειώνει το αύριο σε ένα διαρκές εδώ και τώρα και μας απαλλάσσει από την αναμονή, την προσμονή και την ανυπομονησία. Μας μαθαίνει την υπομονή –που, από μια άποψη, είναι και το άλλο όνομα που έχω κατά νου για το σταμάτημα. Μας υπενθυμίζει και μας αναθέτει την ευθύνη. Μας επιτρέπει την σκέψη. Μας αφαιρεί τα άλλοθι.
Το ηθικό δίδαγμα, Φίλοι και Συγγενείς, είναι ότι έχουμε χρόνο. 2009 –είναι τρομακτικό νούμερο! Είναι τεράστιο νούμερο. Μην γελιόμαστε, έχουμε όλο το χρόνο που χρειαζόμαστε. Αρκεί να σταματήσουμε να τον κυνηγάμε και, μοιραία, να τον χάνουμε. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, επιβάλλεται το σταμάτημα. Η άφεσή μας, η εγκατάλειψή μας με εμπιστοσύνη στον χρόνο. Με εμπιστοσύνη στην ύπαρξη. Στη ζωή. Κι έπειτα, είναι και το άλλο: 2009 χρόνια με τις σταθερές μας αξίες. Από τη Ρώμη ως την Παλαιστίνη και πάει λέγοντας. 2009 χρόνια επιτυχίες. Ας το παραδεχτούμε. Κάποια στιγμή, ακόμα κι εμείς οι ζηλωτές της αναζήτησης του μελλοντικά πάντα ήδη χαμένου χρόνου, πρέπει να βαρεθούμε. Πρέπει να σταματήσουμε. Να πιούμε ένα τσάι. Ή έναν καφέ –δεν θα μαλώσουμε γι’ αυτό. Αρκεί να σταματήσουμε. Να κουβεντιάσουμε. Να σκεφτούμε. Να συναντηθούμε. Αρκεί να μην το κατά-διώξουμε κακήν κακώς το 2009 και να συνειδητοποιήσουμε ότι το χάσαμε μόλις μεταλλαχτεί σε 2010. Βέβαια, αν αναλογιστεί κανείς τις γνωστές και σταθερές βόμβες, θα πει ότι δεν αρχίσαμε καθόλου καλά –και θα έχει δίκιο.
Αλλά υπάρχει ελπίδα. Πάει μαζί με τον χρόνο. Με τον αυθεντικό χρόνο. Αναδύεται με το σταμάτημα. Όχι ως παραμύθι και αμέριμνη παρηγοριά. Παρά ως υπαρξιακή συνθήκη -μια μεγάλη ιστορία που δεν ανήκει σ' αυτή την καταχώρηση.
Στην οποία, Φίλοι και Συγγενείς, ομολογουμένως απρόθυμα, λέω να βάλω μια τελεία. Θα βρούμε χρόνο για περισσότερη φλυαρία μιαν άλλη φορά. Πάντα θα βρίσκουμε.

Υ.Γ. Παρεμπιπτόντως: όποιος κατάλαβε ότι η σημερινή καταχώρηση αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα στην καταχώρηση για το Τυφλό Σημείο Χ δεν κερδίζει, δυστυχώς, ένα δωρεάν σταμάτημα αλλά την βαθύτατη ευγνωμοσύνη μου –τι να κάνουμε; Ο καθένας δίνει ό,τι διαθέτει και ό,τι μπορεί.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

Η Κατάμαυρη Χρυσή Μας Ευκαιρία

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας. Είναι ήδη τρεις, απομεσήμερο με συννεφιά και ελαφρό αεράκι, με ζεστό καφέ και τσιγάρο και εγώ έχω αφήσει μια χαραμάδα ανοιχτή στην μπαλκονόπορτα του πέμπτου ορόφου για να φυσάω από εκεί τον καπνό, να φαντάζομαι τζάκια, καμινάδες και νιφάδες και να περιμένω τα φαντάσματα του Ντίκενς να περάσουν από το μπαλκόνι για τον απολογισμό μιας ακόμα χρονιάς, μιας ακόμα ζωής. Μιας ακόμα μέρας. Για την ακρίβεια, μόνο μιας ακόμα μέρας. Αυτό είναι ό,τι έχουμε, άλλωστε. Αυτό είναι ό,τι έχουμε όλοι, κάθε στιγμή, το μόνο βέβαιο, το μόνο χειροπιαστό, πραγματικό και δυνητικά αυθεντικό.
Μια ακόμα μέρα. Το αιώνιο παρόν μας. Το εδώ και το τώρα. Αναβαπτισμένα στην αιωνιότητα όπου αντηχούν –και απηχούν. Καθημερινά. Έτσι νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς. Κι έτσι φαίνεται, εδώ που τα λέμε. Η μόνη μας περιουσία. Η ημέρα μας. Μια ακόμα –και βλέπουμε.
Μια ακόμα χρυσή ευκαιρία. Όχι για να είμαστε καλά. Αλλά για να είμαστε καλοί. Για να γίνουμε καλοί. Τόσο απλά. Ωστόσο, αποκλείουμε την ευκαιρία, την περιφρονούμε και την χλευάζουμε. Την αναβάλλουμε. Για ένα ξένο μετά. Για ένα ανοίκειο επέκεινα του εδώ και του τώρα μας. Χαραμίζουμε την ευκαιρία και την τοποθετούμε στο ανύπαρκτο, στο μηδενικό, στο αλλότριο –που είναι το μέλλον. Εδώ και δεκατρείς ημέρες, Φίλοι και Συγγενείς, η πόλη καίγεται. Ξηλώνεται και καταρρέει. Οι άνθρωποι έχουμε γίνει όλοι ορδές. Κρανοφόροι, κουκουλοφόροι, ντουντουκοφόροι, σημαιοφόροι, ροπαλοφόροι. Και λοιπά. Οι δρόμοι τρέμουν στο πέρασμά μας. Η γη τρέμει –τι ανατριχιαστική έκφραση και σε πόσα ανατριχιαστικά παραπέμπει. Δεν περπατάμε, όχι πια. Οι περίπατοι εκφυλίστηκαν σε πορείες. Παρελαύνουμε. Δεν ακούμε ούτε μιλάμε ούτε χαμογελάμε ούτε λυπόμαστε. Φωνάζουμε –τι λέω; Ουρλιάζουμε. Διεκδικούμε, απαιτούμε. Και δεν σκεφτόμαστε. Απλώς, δρούμε.
Με άλλα λόγια: εναγκαλιζόμαστε το (αναυθεντικό) Πραγματικό, το τροφοδοτούμε, το αναπαράγουμε και το ανακυκλώνουμε. Και είμαστε, γινόμαστε η πρώτη του ύλη, η άθλια εύπεπτη τροφή του. Ο Προκρούστης του μεταμοντέρνου μας καπιταλισμού έχει καθίσει σταυροπόδι και βλέπει όλες εμάς τις μαριονέτες να συγκρουόμαστε και χαριεντίζεται και τρώει, τρώει συνέχεια. Διασκεδάζει με αυτή την κατακερματισμένη, θλιβερή ομοιομορφία μας, γλεντά με αυτή την αποσπασματική, πολυμορφική ομοιογένεια των δεκάδων υπό-κουλτουρών –μπάτσοι, αναρχικοί, γονείς, μαθητές, καθηγητές, εργάτες, συνδικαλιστές κ.ο.κ.- που νομίζουμε ότι αντιπαρατίθενται ενώ, στην ουσία, συμπληρώνουν όλες μαζί, ακριβώς επειδή ξεσκίζουν τις σάρκες τους, απαρτίζουν όλες μαζί το μωσαϊκό της ασχήμιας. Το κραταιό, εξουσιαστικό μωσαϊκό της ασχήμιας. Έχουν εκλείψει οι ειδοποιοί διαφορές. Έχουν αρθεί σαρωτικά, έχουν ισοπεδωθεί και, πιο πολύ από τα κτήρια, αυτή είναι η ισοπέδωση που θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Έχουν καλυφτεί όλα τα χάσματα.
Τώρα τελευταία, καλύφτηκε και η τελευταία απόσταση ασφαλείας –αυτή που υποτίθεται ότι την απολάμβαναν οι έφηβοι. Τώρα τελευταία, τους είδαμε να παρελαύνουν κι αυτοί, αγέρωχοι, βλοσυροί και αμείλικτοι –κατ’ ευθείαν στην κρεατομηχανή. Και, για κάποιο λόγο, καμαρώνουμε, είμαστε περήφανοι. Θλιβερό δεν είναι; Παίζουμε όλοι σε ένα παρωχημένο μοντερνιστικό σενάριο και αγνοούμε ότι ο μεταμοντέρνος μας σκηνοθέτης δεν σκοτίζεται, δεν πλήττεται, δεν μπορεί να πάθει απολύτως τίποτα από τα καπρίτσια μας. Διότι, ακριβώς, ο παροξυσμός μας περί κινημάτων και εξεγέρσεων, διυλισμένος, φιλτραρισμένος και μεταλλαγμένος από το μαγικό ραβδί του μεταμοντέρνου αποδεικνύεται ως αυτό που στ’ αλήθεια είναι: φρικτό καπρίτσιο, ατελέσφορο, ανεπαρκές, α-νόητο.
Κρίμα.
Σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή την άρση των αποστάσεων, αυτή την κάλυψη των χασμάτων. Πώς να ανασάνει κανείς; Σε έναν τόπο χωρίς κενά, η ασφυξία είναι το φυσιολογικό επόμενο και αυτό είναι που βιώνουμε. Ο αθηναϊκός μας Δεκέμβρης έχει εξαλείψει το Τυφλό Σημείο Χ. Έχει εισβάλει σ’ αυτό και μας έχει εξορίσει, μας έχει κάνει μιαν εξαιρετικά βίαιη έξωση. Τον αφήσαμε. Τον βοηθήσαμε. Δεν θα έπρεπε, όμως. Ο καθένας μας θα έπρεπε να είναι και να γίνεται και να φέρεται ως το κενό σημείο αυτής της εικόνας του μακελειού και της φρίκης. Το τυφλό της σημείο. Το ζητούμενο δεν είναι «να κάνουμε τη διαφορά», αυτό το σύνθημα του συρμού σε μια εποχή που τα συνθήματα έχουν αντικαταστήσει τη γλώσσα και τη σκέψη. Το ζητούμενο είναι να είμαστε η διαφορά. Να είμαστε το χάσμα που απορροφά τους κραδασμούς. Που επιτρέπει την άρθρωση και την ανάδυση της χρυσής ευκαιρίας.
Της δυνατότητας.
Φίλοι και Συγγενείς, δεν έχει νόημα να σκέφτεται κανείς αν έπρεπε ή όχι να γίνει ό,τι έγινε. Έγινε. Το αιώνιο παρόν μας επιβάλλει να σκεφτούμε τι γίνεται τώρα. Τι γίνεται εδώ και τώρα. Η Αθήνα πήρε φωτιά, θυσιάστηκε για να μας ξυπνήσει. Η Αθήνα έγινε στάχτη γιατί η χρυσή ευκαιρία είναι πάντα, εξ ορισμού, κατάμαυρη. Η πραγματικότητα κάηκε για να ελευθερωθεί η, πάντα ήδη εγγεγραμμένη σ’ αυτήν, δυνατότητα. Για να διανοιχτεί η εξαίσια δυνατότητά μας. Όχι για μιαν επανάσταση. Όχι για μιαν άλλη κυβέρνηση. Όχι για μιαν άλλη υγεία, οικονομία, κοινωνία, εκπαίδευση, αστυνομία. Όχι για ένα άλλο κράτος. Αν θέλουμε να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά σε μια χώρα όπου η πολιτική, ως έννοια, έπαψε να υφίσταται εδώ και χιλιετίες, είμαστε αναγκασμένοι, Φίλοι και Συγγενείς, να σκεφτούμε πρωτίστως και κατ’ εξοχήν –υπαρξιακά.
Η δυνατότητα που αναδύεται στα ερείπια της πραγματικότητάς μας θεμελιώνει και συνιστά την –και συνίσταται στην- αδιαπραγμάτευτη, άμεση, αποφασιστική, δυναμική, διαρκή και καθημερινή ανάληψη της ευθύνης. Για το τράβηγμα κάθε σκανδάλης, για τη ρίψη κάθε μολότοφ, για την καύση κάθε βιβλίου. Για όλους και για όλα. Ενώπιον όλων των άλλων. Δεν πρόκειται για καμιά συλλογική ευθύνη. Ούτε για μια κάποια ατομική ευθύνη. Η ευθύνη που καλούμαστε να αναλάβουμε, η ενοχή που είμαστε ελεύθεροι να οικειοποιηθούμε, Φίλοι και Συγγενείς, είναι εξόχως προσωπική. Ακριβώς έτσι. Και είμαστε όλοι ελεύθεροι, ελεύθερα υποχρεωμένοι να το κάνουμε. Χωρίς αναβολές. Χωρίς μεσσιανικές μεταθέσεις σε ένα κάποιο επέκεινα. Εδώ και τώρα. Αυθεντικά και αναμφίλεκτα. Είναι η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία να αναγνωρίσουμε το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης που δεν αφορά σε δεκατρείς ή εκατόν-τρεις συγκεκριμένες ημέρες του ιστορικού χρόνου αλλά στην κάθε ημέρα του αιώνιου χρόνου –του προσωπικού μας χρόνου. Της αυθεντικής ύπαρξής μας.
Το κυνήγι των ενόχων, Φίλοι και Συγγενείς, ήταν και θα είναι πάντα κυνήγι μαγισσών. Κυνήγι φαντασμάτων. Αντίθετα με ό,τι έχουμε μάθει να νομίζουμε, τα φαντάσματα μας επιτίθενται και μας στοιχειώνουν ερχόμενα πάντα από το μέλλον. Δεν τα φτάνουμε ποτέ. Δεν τα πιάνουμε ποτέ. Απλώς, τα είμαστε. Για όσο θα κυνηγούμε φαντάσματα, θα είμαστε φαντάσματα, οικτρές σκιές, ομοιώματα. Για όσο θα κυνηγούμε ενόχους, ας το καταλάβουμε, θα είμαστε ένοχοι. Δίχως άλλοθι. Δίχως κανένα άλλοθι. Μπορούμε, λοιπόν, να εξακολουθήσουμε αυτό το αθηναϊκό καρναβάλι του τρόμου και να αναβάλλουμε την αξιοποίηση της ευκαιρίας, την πραγμάτωση της δυνατότητας –φοβάμαι ότι είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε. Από την άλλη, όμως, μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή και κάθε στιγμή, διαρκώς.
Μπορούμε να δικαιώσουμε ετεροχρονισμένα την καταστροφή. Μπορούμε να δικαιώσουμε το αθηναϊκό μας μακελειό. Μπορούμε να δικαιώσουμε τον ίδιο τον Θάνατο, Φίλοι και Συγγενείς. Μπορούμε –αν πάψουμε να δικαιολογούμαστε. Η επανάσταση δικαιολογεί τον Θάνατο. Δικαιολογεί κάθε θάνατο και χαιρέκακα πατά πάνω στα πτώματα. Η ανάσταση, όμως, αυτή είναι που δικαιώνει τον Θάνατο. Και αυτή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση, ένα ζήτημα κοινωνίας προσώπων και όχι πολιτών, έξω από τυφλωμένες συλλογικότητες, εκτρωματικούς ατομικισμούς, μαζικές ψευδό-εξεγέρσεις ηδυπαθούς αυταρέσκειας. Έξω από το αδιαφοροποίητο του προκρούστειου καπιταλισμού που μας συντηρεί και μας εκτρέφει για να μας καταναλώνει την ώρα που εμείς καταναλώνουμε τα καλύτερα προϊόντα του: τις ιδεολογίες, τα συνθήματα, τις αντιστασιακές αυταπάτες, τις παρακρούσεις και τις μελλοντικές, φασματικές, στοιχειωμένες ουτοπίες μας.
Έχουμε πάντα ήδη αυτή τη δυνατότητα για μιαν Πράξη δικαίωσης, Φίλοι και Συγγενείς. Έχουμε πάντα ήδη αυτή την ευκαιρία. Αντίθετα με τις χοντροκομμένες και απλουστευμένες θεωρήσεις τύπου «έργα και όχι λόγια» -ο εύσχημος τρόπος για να εξαπολύσεις ένα συρφετό έξαλλων φανατικών ηλιθίων σταυροφόρων- αυτή η Πράξη δεν διαχωρίζεται από τον Λόγο, δεν είναι κάτι που έπεται ή που προηγείται της σκέψης. Είναι η Σκέψη ως Πράξη και το αντίστροφο. Είναι μια ευθεία, αποφασιστική χειρονομία δικαίωσης που αρθρώνεται στα ερείπια και τα μεταμορφώνει εκ των υστέρων, δημιουργώντας τις αιτίες για τα παρελθόντα στο αιώνιο παρόν, συλλαμβάνοντας τη χρονικότητα του είναι ως το καθ’ ημέρα και διατηρώντας, έτσι, ανοιχτό, ελεύθερο το πεδίο για μια Νέα Αρχή.
Για να γίνουμε, επιτέλους, λίγο καλοί. Τόσο απλά. Διότι ήμασταν τόσο κακοί ώστε, όλοι μαζί και ο καθένας προσωπικά, σκοτώσαμε ένα παιδί. Πυροβολήσαμε ένα άλλο. Κάψαμε την Αθήνα. Κάψαμε τα βιβλία. Αποσυνθέσαμε τη γλώσσα. Καταργήσαμε τη σκέψη. Εφεύραμε τα συνθήματα. Συμμεριστήκαμε τη θανατολαγνεία των δημοσιογράφων. Ακολουθήσαμε και ακολουθούμε πιστά, κατά γράμμα, τις μαγικές οδηγίες του μεταμοντέρνου σκηνοθέτη μας. Δεν θα μας σώσει ένας άλλος σκηνοθέτης. Ούτε ένα άλλο σενάριο. Εξ ορισμού, αυτά θα παραμείνουν αρνητικά –θα παραμείνουν άσχημα. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα να μην τα ακολουθούμε, τα σενάρια και τις σκηνοθετικές οδηγίες της α-σκεψίας. Έχουμε τη δυνατότητα να σκεφτούμε και να πράξουμε. Εδώ και τώρα.
Έχουμε τη δυνατότητα να συγχωρέσουμε. Έχουμε τη δυνατότητα να αγαπήσουμε. Να ελπίσουμε και να πιστέψουμε. Να είμαστε καλοί. Στην κάθε στιγμή της κάθε μας μέρας. Στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο περίπτερο, στην καφετέρια, στη δουλειά, στο γραφείο, στο σπίτι. Ναι. Κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει αυτή τη δυνατότητα αφού αυτή η ίδια αρθρώνει τον εαυτό της στις στερήσεις του πραγματικού ψεύτικου κόσμου μας. Στη στέρηση της ομορφιάς. Της αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει αυτό, Φίλοι και Συγγενείς. Η δυνατότητα είναι πάντα ήδη παρούσα. Νικά μέσα στις ήττες μας. Θριαμβεύει μέσα στις προδοσίες μας. Δυναμώνει μέσα στις αδυναμίες και στα σφάλματά μας. Γεννιέται στους θανάτους μας. Σκέφτομαι ότι, εδώ που έχουμε φτάσει, είναι κρίμα να την αφήσουμε για μιαν ακόμα φορά να πάει χαμένη, είναι κρίμα να την αποκλείσουμε πάλι.
Είναι κρίμα να μην κάνουμε ούτε τώρα μια προσπάθεια να είμαστε καλοί. Ας μην παρεξηγηθώ. Δεν μιλάω εδώ για κανέναν μελιστάλακτο ανθρωπισμό ή για ροζ τηλεοπτικούς συναισθηματισμούς με καρδούλες και κορδελάκια. Όπως έχετε καταλάβει, Φίλοι και Συγγενείς, έχουμε να κάνουμε με την πραγμάτωση μιας υπαρξιακής δυνατότητας, της μόνης αυθεντικής. Το ζητούμενο είναι η ίδια η εκ θεμελίων μεταμόρφωσή μας σε αγαπητικά, συγχωρητικά πρόσωπα. Σε αυθεντικά πρόσωπα. Έχω φλυαρήσει πολύ –συγγνώμη γι’ αυτό. Θα κλείσω αμέσως. Υποθέτω ότι το αθηναϊκό μας μακελειό μπορεί να πάρει εξαιρετικά συμβολικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς τη διόλου τυχαία χρονική στιγμή. Κι επειδή τα σύμβολα μπορούν να φωτίσουν και να υποδείξουν, αξίζει να το σκεφτούμε. Εξηγούμαι.
Σε μερικές μέρες, γεννιέται πάλι, επαναλαμβάνει τον εαυτό Του στο αιώνιο παρόν ενός μη-ημερολογιακού χρόνου, ο μόνος Αθώος. Και η δικαίωση της γέννησης αρθρώνεται στις ανοιξιάτικες επαναλήψεις που έπονται και που είναι πάντα ήδη παρούσες. Εκεί όπου κατ’ εξοχήν ανασαίνει η δυνατότητα –η δική μας, η προσωπικής μας δυνατότητα- της ολοκληρωτικής λύτρωσης –στο Κάλλος που δεν δύει. Που αναδύεται. Πάνω στον μόνο πραγματικό θάνατο που υπήρξε ποτέ, Φίλοι και Συγγενείς.
Στον θάνατο του Θανάτου.
Ιδού η κατάμαυρη χρυσή μας ευκαιρία. Η συνταρακτική, συναρπαστική μας ευκαιρία.
Να ζήσουμε, Φίλοι και Συγγενείς. Τόσο απλά.

Υ.Γ. Εύχομαι σε όλους καλές γιορτές και, φυσικά, μιαν πιο όμορφη, υγιή και δημιουργική –σε όλα τα επίπεδα- καινούρια χρονιά. Ας ελπίσουμε ότι θα είμαστε εδώ για να την δούμε. Για να την ζήσουμε.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Για Το Όργιο της Οργής

Φίλοι και Συγγενείς,

Αυτή τη στιγμή, εννιά η ώρα το βράδυ της Δευτέρας, η ασχήμια που, προχθές, σκότωσε μιαν ακόμα δυνατότητα, μιαν ακόμα ενσάρκωση της Ομορφιάς, αυτή η ίδια ασχήμια με τα δεκάδες διαφορετικά πρόσωπα και προσωπεία, οργιάζει ακόμα θριαμβεύοντας πανηγυρικά. Προτού αρχίσουμε όλοι, πιστοί στην καθιερωμένη μας συνήθεια, να εκφράζουμε τον αποτροπιασμό και την έκπληξη και την οργή μας, προτού εξοργιστούμε με όλους και με όλα εκτός από τους εαυτούς μας, προτού σπεύσουμε να τροφοδοτήσουμε κι άλλο την πανταχού παρούσα ασχήμια, σκέφτομαι, Φίλοι και Συγγενείς, ότι θα έπρεπε, ίσως, να αναλογιστούμε αυτό που είπε κάποιος πολύ, πάρα-πάρα πολύ καλύτερος από εμάς.

"Καθένας από μας είναι ένοχος ενώπιον όλων, για όλους και για όλα."

-Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοβ.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Το Τυφλό Σημείο Χ

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σε όλους! Καλό χειμώνα, καλό Σαββατοκύριακο και άλλα καλά πράγματα. Σκέφτηκα ότι, αφού η κανονικότητα των Σαββατιάτικων εγγραφών στον πέμπτο όροφο πήγε περίπατο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιχειρήσω να την επαναφέρω στην τάξη. Άλλωστε, κάθε μέρα μπορεί να είναι μια καλή μέρα για να βγει κανείς στον πέμπτο όροφο και να κοιτάξει την πόλη, τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Με δεδομένο, βέβαια, τον φόβο για τα ύψη που παίρνω μαζί μου όπου κι αν πάω από τότε που γεννήθηκα, αυτό ίσως να μην είναι και τόσο καλή ιδέα. Μπα. Ο πέμπτος όροφος ξέρει να προστατεύει τους ενοίκους του. Τους ταλαιπωρεί συχνά –η αλήθεια να λέγεται. Αλλά, στο τέλος, τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Και κάτι παραπάνω από αυτό. Στη δική μου περίπτωση, ο πέμπτος όροφος λειτουργεί περίπου ως αυτό το τυφλό σημείο Χ για το οποίο σκέφτηκα να πω, σήμερα, δυο λόγια. Εντάξει. Ίσως και κάτι τις περισσότερο από δυο σκέτα λόγια. Όπως έχετε ήδη ανακαλύψει, η αυτοπειθαρχία που προϋποθέτουν αυτά τα δυο λόγια δεν είναι και το πιο δυνατό μου σημείο. Δεν βαριέσαι. Όπως είπε, κάποτε, ένας μεγάλος συγγραφέας, όταν νιώθεις ότι βρίσκεται στην καρδιά της αβύσσου, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να κουβεντιάζεις. Μην φανταστείτε καμιά τρομερή άβυσσο, έτσι; Καμιά φορά, όμως, ένα αθηναϊκό δυάρι δεν έχει να ζηλέψει πολλά από τις αβύσσους του Ουγκώ και οποιουδήποτε άλλου –πιστέψτε με. Το ζείτε και οι ίδιοι.
Λοιπόν, στην ουσία. Έλεγα ότι, για μένα, ο πέμπτος όροφος λειτουργεί ως το τυφλό σημείο Χ, το κομμάτι εκείνο του ζωτικού χώρου το οποίο, εντός του συνολικού χώρου, εντός του χώρου της ανθρώπινης κατάστασης, παρουσιάζεται ως η τελευταία σταθερή νησίδα γης για να πατήσει κανείς, κάνοντας ένα βήμα προς τα πίσω, να σταματήσει –συνεχίζοντας να περπατά, στην αεικίνητο στάση του- και να κοιτάξει γύρω του. Να κοιτάξει τη ρευστότητα του χώρου γύρω του. Ο πέμπτος όροφος, Φίλοι και Συγγενείς, ο οποίος μπορεί να πάρει αμέτρητα ονόματα ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιπτώσεις του καθενός από μας, είναι το χωρικό καταφύγιο στο κέντρο των γεγονότων, των καταστάσεων, των ανθρώπων και των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, ο πέμπτος όροφος, το τυφλό σημείο Χ, δεν είναι παρά το μάτι του κυκλώνα. Και για να φανεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η σημασία αυτής της συνθήκης, κλέβω το λογοπαίγνιο ενός σπουδαίου στοχαστή του καιρού μας, του Slavoj Zizek, ο οποίος, παίζοντας με την ηχητική μορφή της αγγλικής γλώσσας, αναβάπτισε αυτό το μάτι του κυκλώνα και το είπε –
I of the storm.
Τα ζηλεύω κάτι τέτοια. Γι’ αυτό και τα κλέβω. Όπως κάνουμε όλοι –ευτυχώς. Ώστε, Φίλοι και Συγγενείς, το εγώ εντός του πέμπτου ορόφου ή, πιο σωστά, το εγώ ως ήδη ο πέμπτος όροφος. Το εγώ ως το μάτι του κυκλώνα. Το τελευταίο σημείο όπου μπορεί κανείς να σταθεί αποφεύγοντας να παρασυρθεί και να διασυρθεί εντός του διαρκούς στροβιλισμού της αν-αυθεντικής ζωής, αυτής που ζούμε καθημερινά. Δηλαδή: της πραγματικής, πλην: αν-αυθεντικής ύπαρξής μας. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πιο ταιριαστή εικόνα γι’ αυτή την καθημερινή μας ζωή από εκείνη των υπέροχων καρτούν άλλων εποχών, με τον τρομερό ανεμοστρόβιλο να πλησιάζει το χωριό των ποντικών ή άλλων εξίσου συμπαθών αηδιαστικών τρωκτικών και να παρασέρνει στέγες σπιτιών, καρέκλες, φράκτες, τραπέζια, λάμπες πετρελαίου, χαρτιά, πένες, απλωμένες μπουγάδες –και λοιπά. Ο κυκλώνα της πραγματικής και πραγματικά ψεύτικης καθημερινότητάς μας λειτουργεί κατά έναν εξαιρετικά παρόμοιο τρόπο δημιουργώντας αυτό το ρεύμα, αυτό τον «περιδινισμό» των ανθρώπων και των πραγμάτων, αυτή την φρικτή καλειδοσκοπική φαντασμαγορία που, στην καλύτερη περίπτωση, μας αφήνει με το στόμα ανοιχτό σε μια παιδιάστικη έκπληξη, περίπου όπως θα έδειξε ένα Γιαπωνεζάκι το κύμα του τρόμου του μανιταριού λίγο προτού γίνει στάχτη. Στη χειρότερη περίπτωση, βέβαια, μας αφήνει με την ξένη, την αλαζονική μελαγχολία του ηλίθιου που θρηνεί εκ των προτέρων, διπλασιασμένα, τον εαυτό του να περιφέρεται δίχως νόημα σ’ αυτό τον τρελό, καρναβαλικό και κανιβαλικό χορό του α-νόητου.
Ευτυχώς, δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα διότι, η πραγματική και πραγματικά αυθεντική ζωή δεν έχει χώρο για διλήμματα, αντιφάσεις, δίπολα, αντινομίες. Νομίζω ότι αυτά είναι ήδη καλά γνωστά, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω εδώ. Η αυθεντική ύπαρξη –η καθημερινά δυνητική αυθεντική ύπαρξη- δεν είναι μυθολογική και δεν βρίσκεται ποτέ στη θέση του αρσιβαρίστα Ηρακλή που έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στην αρετή και την κακία. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα επιλογής ανάμεσα στο παιδάκι που χειροκροτεί το θάνατό του και τον ηλίθιο που μελαγχολεί εκ των προτέρων, βυθίζοντας το καράβι όπως οι πειρατές του Αστερίξ, μόνο και μόνο για να μην αφήσει τον αόρατο εχθρό να του το βυθίσει νωρίτερα και να πλήξει τον εγωισμό του. Με άλλα λόγια, ο χαζοχαρούμενος και ο μελαγχολικός δεν είναι το δικό μας δίλημμα, Φίλοι και Συγγενείς. Ευτυχώς. Υπάρχει η αναγκαία πολυτέλεια του πέμπτου ορόφου. Του τυφλού σημείου Χ. Που μας καλεί να κάνουμε ένα διακριτικό βήμα έξω από τη φαυλότητα του ανεμοστρόβιλου. Ένα εκ-στατικό βήμα.
Σε αυτή τη διαρκή, καθημερινή εκ-στάση μας, Φίλοι και Συγγενείς, μπορούμε να συναντήσουμε, επιτέλους, τον προσωπικό μας Άλλο, απαλλάσσοντάς τον από το φορτίο του κυκλώνα, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας και τον Άλλο από την μάταιη, βλακώδη και ανούσια περιφορά του κυκλώνα. Αφήνοντας τον Άλλο να μας απελευθερώσει από την παραζάλη, τη ναυτία του υποτιθέμενου παραλόγου και την πανούκλα της αλαζονικής απελπισίας που θεμελιώνεται μόνο σε αυτή τη συνθήκη του ηλίθιου μελαγχολικού ή του αφελούς χαζοχαρούμενου, των δυο πιο δημοφιλών θυμάτων –και ήδη θυτών και συνεργών- της στροβιλικής ψευδό-πραγματικότητάς μας. Το τυφλό σημείο Χ, με όρους χωρικούς, είναι το πεδίο εκείνο όπου μπορεί να ανασάνει λίγο πιο ελεύθερα το ανέστιο, παραζαλισμένο και υπερφίαλο εγώ μας, το σπίτι στο οποίο πάντα επιστρέφουμε αφήνοντας το εγώ στο κατώφλι και έτοιμοι να υποδεχτούμε και να δεξιωθούμε τον Άλλο –ανακαινίζοντας και λυτρώνοντας το εγώ από τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό το τυφλό σημείο είναι που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε, για μιαν πάντα ήδη πρώτη φορά στη ζωή μας, από τη χρόνια εγωτιστική, εγωμανή και εγωκεντρική τύφλωσή μας. Το πρόσωπό μας αναδύεται εντός του τυφλού σημείου και είναι το πρόσωπο που δεν είχαμε δει ποτέ για όσο καιρό το αφήναμε να σκορπίζεται, να διασκεδάζεται στο τρομώδες ντελίριο του υπαρξιακού μας ανεμοστρόβιλου.
Το τυφλό σημείο Χ επιτρέπει στο εκ-στατικό μας βλέμμα να διακρίνει, επιτέλους, αυτό που ήταν πάντοτε παρόν, να διακρίνει Αυτόν ο οποίος ήταν πάντοτε, ως πρόσωπο, παρών. Παρών στο πρόσωπο του Άλλου. Το τυφλό σημείο Χ μας επιτρέπει να δούμε στα πρόσωπα των φίλων και των συγγενών μας, Φίλοι και Συγγενείς –
τον Θεό.
Από αυτή την άποψη, το τυφλό σημείο Χ είναι ο κόσμος. Η πατρίδα και το σπίτι μας. Το τυφλό σημείο Χ είναι η δυνητικά αυθεντική καθημερινή μας ζωή και, ταυτόχρονα, η αφετηρία απ’ όπου μπορούμε να πραγματώσουμε αυτή την έξοχη δυνατότητα για αυθεντική καθημερινή ζωή. Όχι χαζοχαρούμενα. Όχι μελαγχολικά. Αλλά εκ-στατικά. Πάει να πει: χαρούμενα και λυπημένα. Χαρούμενα: για την διάνοιξη της δυνατότητας, αυτής που ανασαίνει εντός του τυφλού σημείου, αυτής που χρειάζεται το ζωτικό χώρο για να αρθρώσει τον εαυτό της και να μας υπενθυμίσει την παρουσία της. Και λυπημένα: για την όχι-ακόμα πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας, για τη διαρκή αναβολή, για τα εγνωσμένα σκαμπανεβάσματα, το πηγαινέλα μας από το τυφλό σημείο Χ στο παρανοϊκό σώμα του κυκλώνα, μπρος-πίσω, για τις ήττες και τις ματαιώσεις και τις απώλειες, για τις μικρές προδοσίες μας.
Αυτό είναι γνωστό και ως χαρμολύπη. Πρόκειται, πολύ απλά, για την υψηλότερη εσωτερική κατάσταση -και όχι συναίσθημα- στην οποία μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Μακάρι να τα καταφέρουμε. Πιστεύω, πάντως, ότι χρειαζόμαστε το τυφλό σημείο Χ για να έχουμε μιαν ακόμα σημαντική ελπίδα να το καταφέρουμε αυτό. Και, βέβαια, οι μορφές του, οι διαστάσεις αυτού ακριβώς του σημείου, ποικίλλουν. Επειδή, όμως, Φίλοι και Συγγενείς, ξέρω ότι έχω ήδη φλυαρήσει αρκετά, επιφυλάσσομαι για μιαν άλλη, μελλοντική εγγραφή. Για μιαν άλλη διάσταση του τυφλού σημείου Χ –χρονική αυτή τη φορά. Με μιαν άλλη προσέγγιση, από μια διαφορετική οπτική γωνία που, για μένα προσωπικά, έχει τεράστια, ζωτική σημασία. Θα δούμε. Μέχρι τότε, σας χαιρετώ -ακριβώς στις τέσσερις και είκοσι-πέντε το απόγευμα αυτής της Παρασκευής που, αν προλάβω, θα το δω να γίνεται σούρουπο από κάποια γωνιά στο κέντρο της Αθήνας. Και από τον πέμπτο όροφο, ταυτόχρονα. Όπως όλοι ξέρουμε, άλλωστε, ο πέμπτος όροφος -με όλες τις εναλλακτικές του εκδοχές- μας ακολουθεί παντού.
Τι σόι τυφλό σημείο Χ θα ήταν αν δεν το έκανε;

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

Η Επανάληψη Και Η Έκπληξη

Φίλοι και Συγγενείς,

Πολύ καλησπέρα σας! Σκοτείνιασε νωρίς –είναι μόλις πέντε και μισή- και έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει. Επιτέλους. Μια Κυριακή που σέβεται τον εαυτό της. Από αυτή την άποψη, δικαιολογεί και την σημερινή μου καταχώρηση σ’ αυτό το ηλεκτρονικό σημειωματάριο. Ξέρω ότι οι πολυάριθμοι φανατικοί οπαδοί οι οποίοι κυριολεκτικά κρέμονται από τον πέμπτο όροφο περίμεναν ότι θα φανώ συνεπής στο αρχικό πλάνο –να γράφω το κάτι τις μου κάθε δεύτερο Σάββατο. Τι να πω; Τα πλάνα είναι για να αλλάζουν. Ακόμα και για όχι και τόσο κολακευτικούς λόγους. Χθες, ας πούμε, ήμουν κι εγώ κρεμασμένος. Το λένε και hangover –οι πιο κακόπιστοι. Εγώ δεν το λέω. Σιωπώ και περιμένω να ξεθυμάνει. Δουλεύω όσο αντέχω και μετά καταρρέω στον καναπέ. Χθες, ας πούμε, άντεξα να φτιάξω ένα κεφάλαιο για ένα κείμενο των ημερών. Μετά, ο υπολογιστής άρχισε να σαλεύει και αποφάσισα να τον κλείσω για να σωθώ. Τα κατάφερα.
Και τώρα είμαι πάλι εδώ. Γιούπι –αλλά ας είμαστε ψύχραιμοι. Στα απέναντι μπαλκόνια βλέπω φως και μερικές φιγούρες να κινούνται πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες. Λίγο ακόμα και θα κατηγορηθώ για ηδονοβλεψίας. Πίσω στην οθόνη. Δεν χρειάζεται να δει κανείς και πολλά περισσότερα. Η φαντασία μπορεί να κάνει την υπόλοιπη δουλειά. Μπορεί να ακούσει τις φωνές, τις οικογενειακές συνομιλίες, τους καυγάδες και τις συμφιλιώσεις, τις συμβουλές και τις αντιρρήσεις –και λοιπά και λοιπά. Μπορεί να ακούσει και τα αστεία –κυρίως αυτά. Μπορεί να χαμογελάει, ειδικά ένα τέτοιο σκοτεινό και βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ηθικό δίδαγμα: η μελαγχολία της Κυριακής είναι ένας ανόητος, ανώφελος μύθος. Αδικεί τις Κυριακές. Ας τον ξεχάσουμε –έτσι εύκολα μπορεί να ξεμπερδεύει κανείς με τους μύθους, κατά τη γνώμη μου. Και ας ευθυμήσουμε.
Λοιπόν, στο θέμα μας. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο. Νωρίτερα σήμερα, λίγο μετά το μεσημέρι, είχα τελειώσει ενάμιση ακόμα κεφάλαιο για εκείνο το κειμενάκι που λέγαμε. Μια παιδική αστυνομική ιστορία. Τέλος πάντων. Η δουλειά πήγε καλά, ένιωσα καλά απέναντι στον ήρωα-αφηγητή και στις λέξεις και, καθώς η Αθήνα ήταν ακόμα στεγνή, ξεκίνησα για τον καθιερωμένο μου περίπατο προς το κέντρο. Δεν έφτασα μέχρι εκεί. Δεν χρειάστηκε. Κάθισα σε ένα από τα λίγα, εκλεκτά και τυχερά στέκια που με φιλοξενούν κατά καιρούς, μια καφετέρια κοντά στην περιοχή του Caravel. Μόλις κυκλοφορήσει το best-seller που περιμένει η οικουμένη, θα αρχίσω να πηγαίνω και στο ίδιο το Caravel και σε πολλά άλλα μέρη τα οποία υποψιάζομαι ότι με σνομπάρουν. Μέχρι τότε, προτιμώ τα περίχωρα. Και προλαβαίνω να σνομπάρω εγώ αυτά τα πολλά άλλα απάτητα μέρη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη αστεία ιστορία. Για μιαν άλλη φορά.
Κάθισα στο καφενεδάκι για δυο ώρες, ήπια τον τρίτο καφέ της ημέρας και, γύρω στις πέντε παρά τέταρτο πήρα τα μάτια και όλο το υπόλοιπο σώμα μου, συν την τσάντα με τα βιβλία και τα τετράδια, τον αναπτήρα, τα κλειδιά του σπιτιού και μερικά ακόμα περιουσιακά στοιχεία και διέσχισα την οδό Μιχαλακοπούλου για να γυρίσω στη βάση μου. Δεν ήταν τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Η βροχή είχε ήδη αρχίσει και είχε σηκωθεί αέρας. Κοντολογίς: ξεπάγιασα. Ωραίοι οι περίπατοι αλλά ο καιρός παίζει έναν καθοριστικό ρόλο. Αυτή είναι η δική μου κατάθεση στο διάσημο εγχειρίδιο του περιπατητή που το συνθέτουμε όλοι μαζί, Φίλοι και Συγγενείς, προχωρώντας κυριολεκτικά βήμα-βήμα σε πεζοδρόμια, λεωφόρους, σκάλες και άλλα τινά.
Ναι.
Μόλις έφτασα σώος στο σπίτι και έκλεισα πίσω μου την πόρτα του σαλονιού, χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα για να ανάψω το φως –έχει καεί μια λάμπα, αναβάλλω εδώ και πέντε ή έξι μήνες να την αλλάξω και εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να βάζω στοιχήματα σχετικά με το κατά πόσο θα βρω το σωστό διακόπτη. Οι μικρές απολαύσεις της ζωής. Σε εκείνο το ελάχιστο διάστημα της αναζήτησης με ψηλαφητά παράλληλα του κατάλληλου διακόπτη, λοιπόν, κι ενώ αναρωτιόμουν τι ακριβώς θα ξεφούρνιζα σήμερα εδώ πέρα, αναρωτήθηκα πόσες φορές έχω επαναλάβει αυτό τον αθηναϊκό περίπατο, μια παράδοση που κρατάει εφτά χρόνια τώρα –και χωρίς ποτέ να με έχει πιάσει φαγούρα, σας το ορκίζομαι. Φυσικά, η απάντηση είναι εξωφρενικά κοινότοπη, αυτονόητη και ξέρω ότι όλοι το έχουμε σκεφτεί δεκάδες φορές. Δεν είναι αυτό το θέμα μου. Αλλά έχει σχέση με το θέμα μου. Η μόνη απάντηση, λοιπόν, είναι ότι δεν έχω επαναλάβει ούτε μια φορά αυτό τον περίπατο.
Πώς αλλιώς;
Η επανάληψη, πολύ απλά, δεν υπάρχει. Επιτρέψτε μου την ανάπτυξη της κοινοτοπίας για μερικές αράδες ακόμα –εδώ που τα λέμε, σπάνια μια κοινοτοπία έβλαψε κάποιον, αντίθετα με δεκάδες πρωτοτυπίες που αποδείχτηκαν απίστευτα βλαβερές. Η επανάληψη, λοιπόν, αυτό το κυκλικό σχήμα της διαρκούς επαναφοράς των ανθρώπων και των πραγμάτων, δεν υπάρχει παρά στο βαθμό που της το επιτρέπουμε πιστώνοντάς την με αυτό ακριβώς –με την ύπαρξη. Μ’ άλλα λόγια, η επανάληψη είναι, αν έτσι νομίζουμε. Ο βαρετός επαναληπτικός κύκλος υπάρχει, τροφοδοτείται και ανακυκλώνει τον εαυτό του όσο εμείς οι ίδιοι γυρίζουμε τη σβούρα, όσο εμείς οι ίδιοι σπρώχνουμε βαριεστημένοι, όσο –νομίζουμε ότι- γυρνάμε γύρω από τον ίδιο άξονα, ζαλισμένοι, υπνωτισμένοι και ελαφρώς αηδιασμένοι. Ξανά και ξανά. Χωρίς τέλος και χωρίς ένα ασφαλές σημείο για να σκύψουμε το κεφάλι και να απαλλαγούμε από τη ναυτία με τον παλιό καλό τρόπο.
Όχι και τόσο ευχάριστη σκέψη. Μιλάω, φυσικά, για αυτό που θα αποκαλούσαμε φαύλο κύκλο. Η φαυλότητα έγκειται, βέβαια, στη συνθήκη της επανάληψης.
Όπως είπα, επιστρέφοντας σήμερα από την καφετέρια, συνειδητοποίησα για μιαν ακόμα φορά που ήταν ήδη εντελώς πρώτη, καινούρια και διαφορετική από όλες τις άλλες, ότι η επανάληψη, πράγματι, δεν υπάρχει. Είναι προϊόν μιας από τις πολλές παρεξηγήσεις που, με έναν εξαιρετικά ύπουλο τρόπο, μας διέφυγε σε κάποια αν-ιστορική στιγμή της Ιστορίας και παγιώθηκε και εγκαταστάθηκε για τα καλά στα πολυάσχολα μυαλά μας. Κακώς. Και ξέρω ότι συμφωνούμε όλοι σ’ αυτό. Το ότι η επανάληψη δεν υπάρχει, αυτό οφείλεται και στο επίσης αυτονόητο γεγονός ότι κανείς μας δεν είναι ο ίδιος όταν «επαναλαμβάνει» μια κάποια διαδικασία καθώς και στο εξίσου αυτονόητο γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν «επαναλαμβάνει» επακριβώς μια διαδικασία. Ας μην προχωρήσουμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα διαδικασιών και καταστάσεων γιατί ο πέμπτος όροφος είναι εκτεθειμένος και σε θέα ανηλίκων και οι ανατριχιαστικές ή όχι και τόσο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες είναι, έτσι κι αλλιώς, περιττές.
Εντάξει. Ώστε η επανάληψη δεν υπάρχει. Σπουδαία ανακάλυψη. Προτού βαρεθούμε όλοι λέγοντας τα ίδια και τα ίδια, καλό είναι να τσακιστώ να αρθρώσω και κάτι όχι και τόσο κοινότοπο –ούτε και πρωτότυπο, βέβαια αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Αφού είναι τόσο σαφές ότι η επανάληψη δεν μπορεί να υπάρχει, γιατί έχουμε εφεύρει λέξεις όπως ρουτίνα, ανία και βαρεμάρα; Κυρίως, γιατί έχουμε εφεύρει την εφιαλτική λέξη πλήξη; Κατ’ αρχάς, για να τις αποφεύγουμε. Για να το στρίβουμε δι’ άλλων λέξεων και να γλιτώνουμε τις κακοτοπιές. Για να φυλαγόμαστε, για να προστατευόμαστε από τις κακοτοπιές. Για να σωθούμε. Πιο σωστά: για να σωζόμαστε. Τώρα και πάντα. Ξανά και ξανά. Για πρώτη και τελευταία φορά και για κάθε φορά, κάθε μέρα.
Φίλοι και Συγγενείς, ακούω τα τύμπανα και τις σάλπιγγες και με μια εξόχως θεατρική χειρονομία, ιδού που ετοιμάζομαι να ανάψω τα φώτα του πέμπτου ορόφου. Και να επικαλεστώ την εκ-πλήξη του καθ’ ημέραν. Του καθημερινού. Την επαναλαμβανόμενη και ποτέ ίδια αλλά πάντα διαφορετική, εξίσου συναρπαστική και διαρκή έκπληξη. Που υπάρχει ακόμα και αν δεν την πιστώνουμε με καμιά ύπαρξη, ακόμα και αν δεν της αναγνωρίζουμε καμιά υπόσταση. Αντίθετα με τη βαρετή, ψυχοφθόρα επανάληψη που υπάρχει μόνο στο βαθμό που εμείς το νομίζουμε, η έκπληξη υπάρχει γύρω μας καθημερινά ακόμα και –ή ειδικά- όταν δεν το νομίζουμε, όταν δεν το πιστεύουμε. Νομίζω, Φίλοι και Συγγενείς, ότι, στην εμμονή με την οποία αγωνιούμε και προσπαθούμε όλοι να «σπάσουμε τη ρουτίνα» κάναμε το λάθος, όχι να αποκλείσουμε την έκπληξη –δεν μπορείς να αποκλείσεις την έκπληξη- αλλά να την παραγνωρίσουμε. Να την προσπεράσουμε. Να την αγνοήσουμε.
Η ίδια η ζωή μας είναι μια τέτοια διαρκής, προκλητική, ανακαινιστική και αναζωογονητική έκπληξη και δεν μιλάω καν για τυχόν αλλόκοτα ή συγκινητικά ή μελοδραματικά περιστατικά που μπορεί να δούμε ή να συναντήσουμε σε έναν περίπατο όπως ο δικός μου σημερινός αθηναϊκός στην οδό Μιχαλακοπούλου. Όχι. Δεν μιλάω για τον άνθρωπο με τις παντόφλες που προσπαθούσε να ανάψει τσιγάρο στη βροχή ή για τη γριά που σκόρπιζε ψίχουλα και αναρωτιόταν πού έχουν χαθεί τα περιστέρια. Δεν μιλάω ούτε για την κοπέλα που είχε τυλίξει το πολύχρωμο κασκόλ γύρω από το στόμα της και δάκρυζε για κάποιο λόγο που κανείς ποτέ δεν θα μάθει. Δεν μιλάω γι’ αυτά ή δεν μιλάω μόνο γι’ αυτά.
Η έκπληξη του καθ’ ημέραν συνίσταται σ’ αυτή τη στιγμιαία και αποφασιστική ρωγμή, σ’ αυτό το έξοχο και πάντα ήδη υπάρχον ρήγμα που καταφέρνει η πραγματική ζωή στο συμβατικό μας χρόνο, γι’ αυτή τη χαραμάδα που ανοίγουμε ακόμα και χωρίς να το θέλουμε στο στεγανό του ιστορικού και του ημερολογιακού ή του ωρολογιακού μας χρόνου και που, μέσα απ’ αυτήν, διεισδύει η αιωνιότητα στη στιγμή μας, διαχέεται το Αιώνιο συμπυκνωμένο σε ένα διαρκές και παραμόνιμο εδώ και τώρα –και πάντα, ναι. Είναι αυτή η εκπληκτική συνέχεια των ημερών μας, δεμένη αξεχώριστα με την αυτοτέλεια, το όλο και το επιμέρους, χωρίς διακριτικά, χωρίς διαχωρισμούς, χωρίς αποσπασματικές κατατμήσεις. Το τώρα και το πάντα, σε μια ακόμα αθηναϊκή μέρα, στη διάρκεια ενός περιπάτου που μπορεί να χρονομετρηθεί αλλά που είναι αδύνατο να χρονομετρηθεί γιατί, πολύ απλά, ενώνει –στη δική μου περίπτωση, ας πούμε- το 1982 και το 2008, την 13η Ιούλη και αυτήν εδώ την 23η Νοέμβρη. Πιστέψτε με, το κάνει.
Οι ημέρες μας, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι τα αυτοτελή διηγήματα μιας συλλογής αλλά τα πλήρη κεφάλαια ενός μυθιστορήματος-ποταμού που κλείνουν για να ανοίξουν πάλι στην επόμενη σελίδα, που διαχέονται το ένα στο άλλο, που διαπλέκονται, συμπλέκονται, διαρρηγνύουν τη χρονική ανεπάρκειά μας και την αναζωογονούν, την ανασταίνουν, την μεταμορφώνουν σε αιωνιότητα και καθρεφτίζονται στο μυθιστορηματικό μας επίλογο-θάνατο μόνο και μόνο για να νοηματοδοτηθούν. Για να αναστραφούν και να αναδιπλωθούν στον εαυτό τους και να διαβαστούν πάλι και πάλι, με ολοένα και νέο, πιο πλήρες, πιο εντελές νόημα. Με άλλα λόγια, ο κύκλος δεν είναι ποτέ φαύλος γιατί δεν είναι κλεισμένος στον εαυτό του, γιατί κάπου, σε κάποιο σημείο του, υπάρχει αυτή η εκπληκτική καθημερινή ρωγμή, η παρουσία μας και τα αθροίσματα των απουσιών, των δικών μας και των άλλων ανθρώπων, και, αυτή η ρωγμή υφίσταται ως ένα είδος αγωγού, ένα καλώδιο, ας πούμε, μια ακτίνα ή μια αντένα που μας επιτρέπει βρισκόμαστε σε επαφή, να πιάνουμε επαφή με το αιώνιο. Με το άπειρο. Και με το απόλυτο.
Τελικά, η έκπληξη συνίσταται στο γεγονός ότι η ζωή μας έχει ένα υπέροχο νόημα που αναδύεται καθημερινά και εμπλουτίζεται και πληθαίνει, πλαταίνει και διευρύνεται χωρίς ποτέ να κομματιάζεται και να ξεχειλώνει, επαρκές και αδιαπραγμάτευτο. Η έκπληξη συνίσταται σ’ αυτό το νόημα που βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη και, ταυτόχρονα, τελεσφορεί καθημερινά. Η έκπληξη είναι η αιωνιότητα της κάθε μέρας. Η προβολή του αιώνιου σε ένα εικοσιτετράωρο, καθόλου συμβολικά, καθόλου αλληγορικά ή μεταφορικά παρά εξόχως κυριολεκτικά, πρακτικά. Πραγματικά και χειροπιαστά. Οι διαχωρισμοί, τα δίπολα, οι αντινομίες της ζωής μας, Φίλοι και Συγγενείς, δεν είναι παρά προϊόντα αυτής της παρεξήγησης που λέγαμε. Μας επιβάλλουν ένα εντελώς ατελές παρόν, αποκομμένο και ριγμένο στο πουθενά, ασυνάρτητο, καταδικασμένο να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, το παρελθόν του και το μέλλον του. Και η επανάληψη είναι η α-ανοησία που δεν υπάρχει παρά στο βαθμό που της το επιτρέπουμε, που την προβάλλουμε φαντασιακά και την αφήνουμε να λεκιάζει, να ασχημαίνει τις μέρες μας. Τη ζωή μας.
Η επανάληψη –η ίδια η πλήξη, δηλαδή- χρειάζεται το συμβατικό χρόνο και τον ιστορικό χρόνο και η αλήθεια είναι ότι θα εξακολουθήσει να υπάρχει και να κυριαρχεί, θα εξακολουθήσει να επαναλαμβάνεται όσο εμείς αγνοούμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο και, ωστόσο, διαρκές και καθημερινό μέγα Συμβάν –την έκπληξη της αιώνιας μεταμόρφωσης του στιγμιαίου σε αιώνιο. Ας το πούμε αλλιώς: το αιώνιο δεν καταργεί, δεν είναι αντίθετο, δεν χωρίζεται από το στιγμιαίο. Χρειάζεται το στιγμιαίο όπως –για να το θέσω πολύ χοντρικά- η έννοια χρειάζεται τη λέξη για να εκφραστεί. Ας καταργήσουμε αυτό το ξεροκέφαλο, κοντόφθαλμο είτε / είτε. Δεν υπάρχει διαλεκτική, Φίλοι και Συγγενείς. Το ξέρουμε αυτό. Δεν υπάρχει η θέση και η αντίθεση και η σύνθεση, αυτή η φιλοσοφική εκδοχή του κατασκευασμένου, αποστειρωμένου και τεχνητού σύμπαντος των εξισώσεων, που τις συμβιβάζει. Όχι.
Υπάρχει μόνο η παραμόνιμη καθημερινή υπέρβαση που είναι η ίδια μας η ζωής κι αν τα φιλοσοφικά συστήματα την αγνοούν τούτο συμβαίνει, πολύ απλά, επειδή μόνο η επανάληψη μπορεί να είναι συστηματική –και όχι η έκπληξη. Αυτή δεν υπάγεται σε κανένα σύστημα, είναι εξόχως α-συστηματική, αυθεντικά ελεύθερη και ενθουσιαστικά μεταμορφωτική.
Ξέρετε, Φίλοι και Συγγενείς, αυτή η καφετέρια που επισκέφθηκα σήμερα, κοντά στο Caravel, αυτό το γαλλικού τύπου μπιστρό όπου κάθισα για κανένα δίωρο, έχει ένα όμορφο γαλλικό όνομα που σε ελεύθερη ελληνική απόδοση σημαίνει περίπου το σταμάτημα του χρόνου. Καθόλου τυχαίο –φυσικά. Διότι αυτή ακριβώς η αεικίνητη ακινησία του αιώνιου χρόνου μας, αυτή η πολυμορφική, πολυπρόσωπη ομοιογένεια, αυτή η πολλαπλότητα του ενός και απόλυτου νοήματος της ζωής μας, αυτή ακριβώς είναι η Έκπληξη που συνταιριάζει τα διεστώτα, που ξεπερνά τις αντιφάσεις, που αναδημιουργεί τον κόσμο ξεκινώντας κάθε πρωί και τελειώνοντας τη δουλειά της κάθε βράδυ. Και μπορούμε όλοι να σκεφτούμε ένα σωρό ακόμα πολυσύλλαβες και εντυπωσιακές λέξεις προσπαθώντας να το περιγράψουμε και, κατά πάσα πιθανότητα, θα τα καταφέρουμε όλοι εξίσου καλά. Το ζητούμενο, όμως, είναι το αυθεντικό καθημερινό βίωμα αυτής της έκπληξης. Η αποδοχή της. Το κοίταγμα και η κατάφαση στη ρωγμή που δεν διασπά αλλά μεταμορφώνει τον φαύλο κύκλο και τον μετατρέπει –σε τι άλλο; Στον κύκλο της κατανόησης και της πραγματικής, της όντως αυθεντικής ζωής.
Ναι.
Φλύαρο το σημερινό κείμενο. Απολογούμαι γι’ αυτό και σπεύδω να βάλω μια τελεία. Δεν το είχα υπολογίσει σωστά. Και να σκεφτείτε ότι όλα αυτά προέκυψαν εξαιτίας ενός συνηθισμένου κυριακάτικου αθηναϊκού περιπάτου. Εξαιτίας της δικής μου ρουτίνας. Κοίτα να δεις.
Εκπληκτικό δεν είναι;

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Ανακαίνιση

Φίλοι και Συγγενείς,

Καλησπέρα σας! Η μέρα ξεκίνησε όπως οι περισσότερες, με καφέ και διάβασμα στο σαλόνι, το φόντο είναι, επιτέλους, φθινοπωρινό και έτσι είπα να αναβάλω το ταξίδι στα βόρεια του κόσμου για κάποια άλλη μέρα ενώ η συννεφιά μεταμορφώνει το μεσημέρι, το κάνει να μοιάζει με δειλινό και κάνει εμένα να αισθάνομαι λες και μου έχουν μόλις προσφέρει ένα απροσδόκητο δώρο. Ένα επιπλέον δώρο, για την ακρίβεια. Η ευφορία είναι όση χρειάζομαι ώστε να νιώθω ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για ένα ακόμα πέρασμα από το ψηφιακό προσκήνιο της γιορτής. Η ευφορία καθώς και το γεγονός ότι, μετά το όμικρον, τώρα έχει χαλαρώσει και το πλήκτρο του άλφα –απίστευτο αλλά αληθινό. Μόλις εξαντληθούν τα φωνήεντα και πάμε στα σύμφωνα, θα αρχίσω να φτιάχνω λέξεις με τα ξεχαρβαλωμένα μου πλήκτρα, ένα είδος scrabble ή κάτι τέτοιο, και θα γράψω ένα μυθιστόρημα συνωμοσίας, με μεταφυσικούς κωδικούς που υποβάλλει στον ήρωα ο στοιχειωμένος υπολογιστής του. Μέχρι τότε, θα γράφω κάτι άλλο. Κάτι σαν αυτό εδώ, ίσως. Θα δούμε.
Αυτές τις μέρες, όπως και πολλές ακόμα, παλιότερες μέρες, σκεφτόμουν την αγωνία του ανθρώπου, την αγωνία μας, Φίλοι και Συγγενείς, για το καινούριο. Για την καινούρια αρχή. Στη λογοτεχνία. Στην τέχνη, γενικά. Σκεφτόμουν την αγωνία για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή. Η σκέψη μας κινείται συχνά μ’ αυτό τον τρόπο, έτσι δεν είναι; Από τη λογοτεχνία στη ζωή. Προσωπικά, είναι η αγαπημένη μου κίνηση, ο πιο ωραίος, ουσιαστικός περίπατος. Ο δεύτερος στην αξιολογική κλίμακα των περιπάτων που προτιμώ είναι, φυσικά, ο ακριβώς αντίστροφος. Από τη ζωή στη λογοτεχνία. Και πάει λέγοντας. Σημασία, όπως ο καθένας μπορεί να καταλάβει, δεν έχει ο περίπατος. Αλλά ο προορισμός. Σκέφτομαι συχνά ότι όποιος θεωρεί στ’ αλήθεια ότι είναι το ταξίδι και όχι ο προορισμός που μετράει, ότι είναι η διαδρομή που αξίζει και όχι η Ιθάκη, λοιπόν, καλά θα κάνει να το ξανασκεφτεί. Ας ρωτήσουμε και τον ταλαιπωρημένο τον Οδυσσέα. Νομίζω ότι αυτό θα ήταν αρκετό για να μας πείσει. Εκείνους από εμάς που δεν είμαστε φίλοι των extreme sports, εν πάση περιπτώσει. Έτσι είναι. Η πραγματική περιπέτεια, η αυθεντική περιπέτεια αρχίζει όταν ανοίγει κανείς τα μάτια στην ακτή της Ιθάκης. Παρενθετικά, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι έχει παραγίνει αυτός ο συμβολισμός με την Ιθάκη. Ως Κύπριος, νιώθω ριγμένος, θιγμένος και διάφορα άλλα πράγματα. Τι μας λείπει εμάς, δηλαδή; Ας είναι, όμως. Δεν θα το λύσουμε τώρα. Χάριν ευφωνίας και σαφήνειας, εμμένω στην Ιθάκη. Πάμε παρακάτω.
Στην ανακαίνιση. Αυτό δεν είναι που προτάθηκε ως αίτημα, ως στόχος, τόσες και τόσες φορές, από καταβολής κόσμου; Μια ανακαίνιση στη λογοτεχνία. Και μια ανακαίνιση στη ζωή του καθενός και όλων μας, όπως νομίζω ότι αξίζει να συμπληρώσει κανείς –αλλιώς δεν θα είχε και πολύ νόημα. Ζητάμε πάντα να πάμε, να γυρίσουμε, να επιστρέψουμε και να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Σε νέα θεμέλια, σε νέες συνθήκες και σε νέες αντιλήψεις, θεωρήσεις, ερμηνείες, αποφάνσεις. Σε νέες λέξεις. Και προσπαθούμε σκληρά για αυτό το καινούριο ξεκίνημα. Τις περισσότερες φορές, είμαστε τόσο σίγουροι ότι πρωτοπορούμε ώστε, όταν φτάνουμε και βλέπουμε ένα ολόκληρο πλήθος να είναι ήδη εκεί, ίσως για χρόνια ολόκληρα, και να μας περιμένει χαζεύοντας αδιάφορα δεξιά κι αριστερά, απογοητευόμαστε, πείθουμε τους εαυτούς μας ότι πιάσαμε λάθος λιμάνι και φεύγουμε πάλι, για –ω, ναι- ένα καινούριο ξεκίνημα, μια νέα αρχή, μιαν κάποια πρωτοτυπία. Και λοιπά. Τελικά, ερωτευόμαστε το ταξίδι, δεσμευόμαστε, εγκλωβιζόμαστε σ’ αυτό και με το έξυπνο κόλπο της υποτιθέμενα ασήμαντης Ιθάκης, προσπερνούμε τα περισσότερα λιμάνια βολοδέρνοντας χωρίς ιδιαίτερο λόγο και πρωτοτυπώντας με Σκύλες και Κύκλωπες και όλα τα άλλα υπέροχα πλάσματα του ωκεανού και του δάσους. Είναι κρίμα αλλά είναι και εξαιρετικά ευεξήγητο, σχεδόν λογικό.
Απαξιώνουμε την Ιθάκη για χάρη του ταξιδιού.
Μ’ άλλα λόγια: απαξιώνουμε την ανακαίνιση για χάρη της ανακαίνισης. Παράξενη πρόταση. Αλλά έχει τη σημασία της. Δώστε μου λίγες αράδες ακόμα –μιας και θα τις καταχραστώ έτσι κι αλλιώς.
Στην πραγματικότητα, Φίλοι και Συγγενείς, η ανακαίνιση έχει ήδη γίνει. Η λογοτεχνία και η τέχνη, γενικά, έχουν ανακαινιστεί τόσες και τόσες φορές ώστε οι περισσότεροι από εμάς δεν τις αναγνωρίζουμε πια. Ούτε οι ίδιες αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, για να είμαστε ειλικρινείς. Φταίει αυτή η απαξίωση της αυθεντικής, μοναδικής ανακαίνισης που –το λέω ξανά- έχει ήδη γίνει. Φταίει αυτή η απαξίωση που μας κάνει να στοιβάζουμε, να σωρεύουμε «ανακαίνιση στην ανακαίνιση» και να εθελοτυφλούμε στο προφανές του προορισμού που είναι η αφετηρία. Η αυθεντική απαρχή της ζωής. Ώστε η λογοτεχνία και η τέχνη είναι πλήρως ανακαινισμένες. Μαζί τους, κυρίως, πλήρως ανακαινισμένη είναι και η ζωή. Όλα έχουν ειπωθεί ήδη, Φίλοι και Συγγενείς, και γι’ αυτό ακριβώς καλά θα κάνουμε να συνεχίσουμε να μιλάμε, να συνεχίσουμε να γράφουμε και να συνεχίσουμε να ζούμε. Η αλήθεια είναι ότι ουδέν κρυπτόν και ουδέν καινό υπό τον ήλιο –τρελαίνομαι για τέτοιες αρχαΐζουσες ατάκες. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι όσο εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε και δεν έχουμε γίνει ακόμα ήλιοι –εντάξει, το ξέρω ότι ακούγεται κάπως μελό αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω- τότε τα πάντα είναι πάντα ήδη κρυπτά και όχι ακόμα καινά. Όχι ακόμα καινούρια. Η ανακαίνιση είναι μια καταπληκτική, πλήρως συντελεσμένη πραγματικότητα αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία όσο εμείς δεν έχουμε μάτια ανοιχτά για να την δούμε, όσο εμείς είμαστε υπερβολικά τυφλωμένοι και απασχολημένοι να κατεργαζόμαστε μια φαντασιακή, δική μας, υποτίθεται, ανακαίνιση –εξαιτίας της οποίας απαξιώνουμε τον ήδη ανακαινισμένο κόσμο, την Ιθάκη στην οποία ήδη πάντα και, ταυτόχρονα, όχι ακόμα –
Είμαστε.
Κοντολογίς: η ανακαίνιση είναι ήδη αλλά εμείς είμαστε όχι ακόμα σε σχέση με αυτήν. Ας πούμε ότι το σπίτι μας έχει ήδη ανακαινιστεί και μας περιμένει αλλά εμείς αρνούμαστε να περάσουμε το κατώφλι και κόβουμε βόλτες στον κήπο και στην αυλή και στους διπλανούς δρόμους προσπαθώντας να σκεφτούμε ποιος από μας θα καταφέρει πρώτος να κάνει μια δική του, φανταστική ανακαίνιση σε ένα σπίτι ξένο, αόρατο. Ή ας πούμε ότι το σπίτι έχει ήδη ανακαινιστεί αλλά εμείς έχουμε κουρνιάσει και κοιτάμε έξω από το παράθυρο, εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα απολύτως για να δούμε. Δεν ξέρω γιατί δεν ανοίγουμε τα μάτια για να συνειδητοποιήσουμε αυτό που, βαθιά μέσα μας, ο καθένας και όλοι μας, ήδη ξέρουμε –ότι είμαστε ήδη εκεί, εδώ και κάπου αλλού, στην Ιθάκη και στην Εδέμ και στον όντως αυθεντικό κόσμο. Ίσως μας τρομάζει η προοπτική γιατί, μάλλον κατά λάθος, επειδή το παρεξηγήσαμε ή επειδή δεν προσέχαμε όταν ανακαινιζόταν η κατάσταση, ταυτίσαμε την άφιξη με το τέλος. Για μιαν ακόμα φορά, ο γέρο-Οδυσσέας θα είχε να μας πει μερικά ενδιαφέροντα πράγματα αν βρίσκαμε το κουράγιο να τον ρωτήσουμε. Μήπως η περιπέτεια τέλειωσε όταν έφτασε στην Ιθάκη; Εντάξει, ας μην παίζουμε με τον πόνο ενός ήρωα. Το έχουμε κάνει και είναι πάντα το ίδιο οδυνηρό.
Ο προορισμός είναι η αφετηρία της ανακαίνισής μας, Φίλοι και Συγγενείς. Ώσπου να ανακαινιστούμε εμείς οι ίδιοι, ώσπου να επιτρέψουμε και να δεξιωθούμε μέσα μας αυτή την εντελώς προσωπική –κάτι που σημαίνει, ταυτόχρονα, γνήσια οικουμενική- ανακαίνιση, το πιθανότερο είναι ότι θα εξακολουθήσουμε να ψάχνουμε γύρω μας ανύπαρκτες βραχονησίδες, νησιά, ακτές και ηπείρους. Θα συνεχίσουμε να σκαρφιζόμαστε απίθανες παρεκκλίσεις και παρακάμψεις και θα πανηγυρίζουμε τις συναντήσεις μας με τα πλάσματα του δάσους και της θάλασσας σαν να ήταν αυτές η ανακαίνιση που ζητούσαμε. Σαν να ήταν αυτές η ανακαίνιση που πάντα ζητάμε. Αν είναι κάτι που μας ψιθυρίζουν οι ιστορίες, Φίλοι και Συγγενείς, αν είναι κάτι για το οποίο μας βάζουν σε υποψίες όλες οι ιστορίες που έχουν ήδη όλες ειπωθεί, είναι ότι είμαστε ελεύθεροι και υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να τις διηγούμαστε, με όλους τους τρόπους, όπως και όσο μπορεί ο καθένας, όχι για να φτάσουμε κάποτε στην Ιθάκη αλλά για να ξυπνήσουμε επιτέλους στην ακτή της και να υποδεχθούμε, να αφομοιώσουμε την Ιθάκη μέσα μας, να δεξιωθούμε την ανακαίνιση μέσα μας.
Είμαι σίγουρος ότι αυτή θα είναι μια δεξίωση που δεν θα ξεχάσει κανείς. Και είμαι αρκετά αισιόδοξος ότι αυτή είναι, επίσης, μια δεξίωση από την οποία δεν θα λείψει κανείς γιατί, πολύ απλά, δεν μπορεί να λείψει, δεν είναι δυνατόν να λείψει –πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Είσαι και είμαι και είμαστε όλοι ήδη εκεί / εδώ / αλλού περιμένοντας το σύνθημα, την έκρηξη των πυροτεχνημάτων ή το φελλό της σαμπάνιας ή κάτι παρόμοιο και, ίσως-ίσως, λιγότερο εντυπωσιακό, για να δούμε να ανάβουν τα φώτα. Και να γνωριστούμε από την αρχή. Μεταμορφωμένοι, προσωπικοί και ανακαινισμένοι. Όχι πια και, επιτέλους, ήδη όντως εμείς. Κάτι τέτοια μου λέει, σήμερα, ο λογισμός, το όνειρο και μια πολύ πιο απλή, καθημερινή σκέψη, την ώρα που η συννεφιά κάνει ώστε να αναδυθεί η ευκρίνεια των περιγραμμάτων στις απέναντι πολυκατοικίες και ο πέμπτος όροφος μοιάζει στο μυαλό μου σαν το κατάρτι ή τον ιστό αυτού του ιστολογίου ή ιστότοπου ή όπως αλλιώς το λένε, χωρίς σημαία ή λάβαρο ή κάποιο άλλο έμβλημα παρά μόνο με τη μεγαλοπρεπέστατη μπουγάδα, τη δική μου και των γειτόνων, να σαλεύει θριαμβευτικά και να διακηρύσσει ότι οι προσωπικοί άνθρωποι, όλα τα πρόσωπα, όλοι εμείς, Φίλοι και Συγγενείς, είμαστε, δυνητικά πάντα ήδη και αυθεντικά όχι ακόμα, μεταμορφωμένοι, ανακαινισμένοι και καινοί.